Book review, movie criticism

Sunday, September 19, 2010

Μάρω Βαμβουνάκη, Όχι άλλη αναβολή Μιχάλη

 
Μάρω Βαμβουνάκη, Όχι άλλη αναβολή Μιχάλη, Φιλιππότη 2004

Κρητικά Επίκαιρα, Φλεβάρης 2005

Όταν η Μάρω Βαμβουνάκη έγραψε το «Ο Ντάνκαν γυρεύει τον θεό» δεν νιώσαμε ικανοποιημένοι με αυτή την καινούρια στροφή που πήρε η πένα της. Το ίδιο ίσως και οι αναγνώστες. Έτσι μας ικανοποίησε πολύ η επι-στροφή της με το επόμενο μυθιστόρημά της «Έρωτας: το γελοίο και το δέος» στη γνώριμη θεματική της, στην οποία είναι ασυναγώνιστη, τις ερωτικές σχέσεις, ή καλύτερα τις σχέσεις των δύο φύλων. Με το καινούριο της βιβλίο «Όχι άλλη αναβολή, Μιχάλη», κάνει επίσης μια καινούρια στροφή. Εγκαταλείπει τη μυθοπλασία των γεγονότων (που έτσι κι αλλιώς στο έργο της ήταν προσχηματική) και καταφεύγει σε πρόσωπα πραγματικά και γεγονότα πραγματικά. Που κάποια απ’ αυτά είναι σπουδαία, με την αριστοτελική σημασία του όρου. Και μια απόπειρα αυτοκτονίας πάντα είναι σπουδαία.
Δεν θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε ακριβώς στροφή. Μάλλον ως παράκαμψη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, μια και αποτελεί ειδολογικά ένα εντελώς πρωτότυπο κείμενο, στο οποίο είναι απίθανο να επιστρέψει.
Το χαρακτηρίζει ως βιογραφικό αφήγημα. Και είναι, κατά κάποιο τρόπο. Το βιογραφούμενο πρόσωπο είναι ο Μιχαήλ Πολατώφ, διάσημος σχεδιαστής μόδας και σκηνοθέτης. Όμως δεν πρόκειται για βιογραφία, όπως γνωρίζουμε το είδος. Είναι εν μέρει μόνο βιογραφία, μια και καλύπτει την εφηβική ζωή του Πολατώφ. Κυρίως είναι, θα έλεγα, αυτοβιογραφία. Μόνο γράφοντας για την ζωή ενός άλλου προσώπου η Βαμβουνάκη επιτρέπει στον εαυτό της να αυτοβιογραφηθεί. Και αυτοβιογραφούμενη φωτογραφίζει την εφηβεία: «Εφηβεία αμήχανη, ανασφαλής, μετέωρη. Και ισχυρή κατά κάποιο τρόπο, όχι οπωσδήποτε θετική», δίνει το γενικό της περίγραμμα, δυο φορές μάλιστα, με τα ίδια περίπου λόγια, στην ίδια σελίδα (16).
Στην πραγματικότητα πρόκειται κυρίως για memoirs, αναμνήσεις, που εστιάζονται σε ένα πρόσωπο, στον κολλητό της εφηβείας, ένα νεαρό που υπήρξε ο πνευματικός της σύντροφος, και που υπήρξαν οι στυλοβάτες ο ένας για τον άλλο στις δυσκολίες της εφηβικής ζωής τους.
Πώς κόλλησαν η σπασίκλα του διαβάσματος με τον τεμπέλη και αδιάφορο για τα μαθήματά του Πολατώφ; Πνευματική συγγένεια. Φιλοδοξίες. Τις υλοποίησαν και οι δυο. Αυτή, φτασμένη συγγραφέας σήμερα, αυτός, διάσημος και πάμπλουτος σχεδιαστής μόδας. Όμως πώς να νιώθεις άραγε όταν ικανοποιούνται οι φιλοδοξίες σου;
«Εν τάξει, γίναμε αυτό που θέλαμε, δόξα τω θεώ, και είναι καλό αυτό, μια χαρά είναι, και σκέψου και να μη γινόμασταν, όμως δεν ήταν ακριβώς όπως τότε ονειρευόμασταν ότι θα νιώσουμε, όταν κι αν τελικά το καταφέρουμε» (σελ. 169).
«Οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο» είναι ο τίτλος ενός παλιού έργου της Βαμβουνάκη. Οι παλιοί φίλοι πού πάνε άραγε; Καταχωνιάζονται στην περιοχή των παιδικών αναμνήσεων, ή θάβονται μέσα στη λήθη;
Η σχέση τους χαλάρωσε, με ευθύνη της Βαμβουνάκη, όπως αναγνωρίζει η ίδια με ενοχή. Άφησε την Αθήνα ρίχνοντας πέτρα πίσω της, ακολουθώντας τον άντρα της στη Ρόδο. Ο Πολατώφ γλίτωσε το θάψιμο στη λήθη, γιατί έγινε διάσημος, και η εμφάνισή του στις στήλες εφημερίδων και περιοδικών τον έφερναν συχνά στο προσκήνιο της συνείδησης. Όμως η ενοχή ήταν μεγάλη, και έτσι δεν θέλησε ποτέ να τον συναντήσει. Όταν μάλιστα τον είδε μια φορά μέσα στο κατάστημά του δεν τόλμησε να πάει να του μιλήσει.
Ενοχή! Η πραγματικότητα είναι σκληρή, πολλές φορές οι φίλοι χωρίζουν τσακωμένοι, άλλες φορές τα κύματα της ζωής τους σπρώχνουν σε διαφορετικές κατευθύνσεις, άλλες πάλι φορές εγκαταλείπουμε φίλους μιας εποχής γιατί θέλουμε να ξεχάσουμε αυτή την εποχή, γιατί η ανάμνησή της μπορεί να μη μας είναι και τόσο ευχάριστη, μπορεί μάλιστα να είναι και οδυνηρή.
«Λέω με το νου μου», γράφει η Βαμβουνάκη, «ας είναι τουλάχιστον κάποιος που, ενώ θα διαβάζει μια μέρα τούτες εδώ τις σελίδες, θα σταματήσει και θα συλλογιστεί πώς δεν επιτρέπεται άλλη αναβολή. Θα θυμηθεί έναν παλιό, αγαπημένο άνθρωπό του που ξέχασε, που αναβάλλει, που θεωρεί δεδομένο, και θα σηκωθεί να του κάνει ένα τηλεφώνημα».
Ναι Μάρω, αλλά δεν έχουμε όλοι έναν αγαπημένο άνθρωπό μας που να έγινε διασημότητα για να τον πάρουμε τηλέφωνο, να δούμε τι κάνει, να νιώσουμε κολακευμένοι που κάποτε υπήρξαμε φίλοι. Και δίπλα στον Πολατώφ θα υπήρξαν και άλλοι σου φίλοι αγαπημένοι που χώρισαν οι δρόμοι σας. Γι αυτούς όμως δεν πρόκειται να γράψεις κανένα βιβλίο.
Δεν μας αρέσουν πια οι φανταστικές ιστορίες, τα μυθιστορήματα, είναι «ψευτιές», έλεγε ο πατέρας μου όταν με έβλεπε να διαβάζω Ντοστογιέφσκι και όχι τα μαθήματά μου. Μας αρέσουν τα κουτσομπολιά, ιστορίες για πραγματικούς ανθρώπους, βιογραφίες. Διαβάζοντας τη βιογραφία του Βιτγκενστάιν θαύμασα στάσεις ζωής. Διαβάζοντας τη βιογραφία του Σεφέρη απόλαυσα μερικά κουτσομπολιά. Η Γαλανάκη γράφει για πραγματικούς ανθρώπους σε όλα τις τα μυθιστορήματα. Η Μάρω Δούκα εντρυφά και αυτή στο πραγματικό, με το «Ένας σκούφος από πορφύρα» και «Αθώοι και φταίχτες», που τα πήρα και τα διαβάζω τώρα στις καλοκαιρινές μου διακοπές. Τρεις κρητικές, η Κρήτη είναι ο πιο θαυμάσιος χώρος για να διαβάσω τα τελευταία τους βιβλία.
Η αφήγηση της Βαμβουνάκη για τη δική της εφηβεία μου φέρνει στο νου αναμνήσεις από τη δική μου. Κάπου κάνει αναφορά στο adagio του Αλμπινόνι. Θυμάμαι σε μια ελληνική ταινία της δεκαετίας του 60 που μιλούσε με θαυμασμό γι αυτό ο Φαίδων Γεωργίτσης. Δεν νομίζω να το άκουσα ποτέ. Δεν είχα πικάπ εκείνη την εποχή, το απέκτησα φοιτητής, και η μόνη κλασική μουσική που άκουγα στο Κάτω Χωριό της Ιεράπετρας ήταν από το ραδιόφωνο. Και όχι από σταθμούς της Αθήνας, δεν τους πιάναμε, αλλά από τον σταθμό του Καΐρου.
Αφηγηματικά έχει ενδιαφέρον η διαπλοκή του χρόνου σε αυτό το έργο της Μάρως. Υπάρχει ο χρόνος ως σημείο (π.χ. το 1940), και ο χρόνος ως έκταση (η κατοχή). Υπάρχει ο χρόνος των γεγονότων (δεκαετία του ’60, ο χρόνος στον οποίο διαδραματίζονται τα γεγονότα της εφηβείας τους, για τα οποία μας γράφει η Βαμβουνάκη) και ο χρόνος της αφήγησης, ο χρόνος που τα καταγράφουμε, και στο έργο αυτό είναι η επόμενη μέρα του θανάτου του Πολατώφ, στις 27 Δεκεμβρίου του 2002. (28 Δεκεμβρίου 1979 πέθανε η μητέρα μου, χεστήκαμε θα πείτε, ναι, εμένα όμως ήταν η μητέρα μου. Ήξερε απέξω τον Καπετάν Καζάνη και την Κριτσοτοπούλα. Μια εισήγησή μου σε ένα συνέδριο στη Λιουμπλιάνα αναφερόταν σ’ αυτά. Το γράφω αυτό σαν εκδίκηση, γιατί την «Αθανασία» – ο Κούντερα έγραψε ένα θαυμάσιο ομότιτλο έργο- την έχουν ως προνόμιο μόνο οι επώνυμοι).
Το καινούριο εδώ είναι ότι ο χρόνος της αφήγησης διαπλέκεται με το χρόνο της ιστορίας. «Χθες περνούσα, οδηγώντας προς την Κηφισιά…» (σελ. 60), «Είναι σήμερα κι ο καιρός ασύλληπτα βαρύς» (σελ. 43). «Τώρα που διορθώνω αυτό το βιβλίο βρήκα μια φωτογραφία του σε λάιφ στάιλ περιοδικό…» (σελ. 152). Η φωτογραφία παρατίθεται, μαζί με δυο άλλες. Κι αυτό κάτι καινούριο στο έργο της Βαμβουνάκη.
Η διαπλοκή γίνεται με διπλό τρόπο. Υπάρχει και με την παραπομπή ημερολογιακών αποσπασμάτων, σύγχρονων με τα γεγονότα της εφηβείας.
Καινούριο είναι και η αυτοαναφορικότητα της γραφής. «…δεν μπορώ να γράφω το κείμενο για πολύ. Με πονάει, με αναστατώνει… Πρέπει να βάζω στοπ στην ορμή που απαιτεί να γράφω συνέχεια για σένα» (σελ. 43).
Post a Comment