Book review, movie criticism

Wednesday, September 29, 2010

Κώστα Καλατζή, Η οδοιπορία του Ιουλίου Καίσαρος

Κώστα Καλατζή, Η οδοιπορία του Ιουλίου Καίσαρος, Ηλέκτρα 2005.

Μεθόριος του Αιγαίου, τ. 19, Ιαν-Μάρ. 2006

Ο γιατρός Κώστας Καλατζής, αν και ολιγογράφος, είναι από τους καλύτερους νεοέλληνες λογοτέχνες, τιμημένος για το σύνολο σχεδόν του έργου του: με το κρατικό βραβείο διηγήματος για τη συλλογή διηγημάτων του «Το ταμπάκικο» και το βραβείο «Κώστας και Ελένης Ουράνη» για το μυθιστόρημά του «Ασημόπετρα». Αβράβευτη έμεινε μόνο η νουβέλα του «Μπυραρία του Μονάχου». Μετά από 15 χρόνια επανέρχεται με την «Οδοιπορία του Ιουλίου Καίσαρος», που είναι επίσης νουβέλα.
Γράφω αυτές τις γραμμές ίσως την πιο κατάλληλη εποχή, μια βδομάδα πριν τον εορτασμό της 28ης Οκτωβρίου. Οι μαθητές στα σχολεία καταγίνονται ήδη με τις πρόβες για την παρέλαση και για την γιορτή. Το λέω αυτό γιατί θέμα του έργου είναι ο ελληνοϊταλικός πόλεμος.
Διαβάζοντας τη νουβέλα θυμήθηκα τους «Πέρσες» του Αισχύλου. Και τα δυο έργα έχουν κάτι κοινό, μια μεγάλη αφηγηματική επινόηση. Η ιστορία δίνεται από την πλευρά του εχθρού. Στους «Πέρσες» πρωταγωνιστούν οι Πέρσες, μετά τη συμφορά του Ξέρξη στην εκστρατεία του στην Αθήνα. Στη νουβέλα του Καλατζή πρωταγωνιστούν οι Ιταλοί. Το θέμα της «ύβρεως», της υπέρβασης των ορίων και της αλαζονείας, είναι κοινό και στα δυο έργα. Όμως ενώ ο Αισχύλος θέλει με αυτόν τον πρωτότυπο τρόπο να ψάλλει τη νίκη των Ελλήνων, ο Καλατζής θέλει να καταγγείλει τη φρίκη του πολέμου. Από αυτή την άποψη το έργο του έχει ίσως μεγαλύτερη συγγένεια με τις «Τρωάδες» και την «Εκάβη» του Ευριπίδη, που και αυτός καταγγέλλει τη φρίκη του πολέμου βλέποντάς τον από την πλευρά των αντιπάλων, των Τρώων.
Ο Καλατζής αντιμετωπίζει τον πόλεμο από μια αριστερή οπτική, σαν μια υπόθεση των κεφαλαιοκρατών που εμπλέκουν τον απλό λαό.
«Ποιος θα πέταγε στο δρόμο, αν έσπαγε το χέρι του, τον Λεωνίδα;
Ο έλληνας Φάουστο Αουρέλιο.
Ποιος ήταν ο εχθρός του Λεωνίδα;
Ο έλληνας Φάουστο Αουρέλιο.
Και ποιος ήταν ο εχθρός του Λεονάρντο;
Ο ιταλός Φάουστο Αουρέλιο.
Ποιον έπρεπε να πολεμήσουνε αντάμα ο Λεωνίδας και ο Λεονάρντο;
Τον Φάουστο Αουρέλιο» (σελ. 30).
Ο Φάουστο Αουρέλιο στέκει μετωνυμικά για τους κεφαλαιοκράτες, ο Λεωνίδας και ο Λενονάρτο Μουκάρια για το προλεταριάτο. Όπως ο «Πέτρος, ο Γιόχαν και ο Φραντς» στο γνωστό μας τραγούδι του Μάνου Λοΐζου.
Ο Λεονάρντο Μουκάρια είναι ο Σάντσο Πάντσα, χωρίς γάιδαρο αλλά με μουλάρι. Όσο για τον δον Κιχώτη δεν είναι άλλος από το Μουσολίνι, που υποχρεώνει τον Λεονάρντο να συμμετάσχει στις δονκιχωτικές του περιπέτειες.
Με το μουλάρι δημιουργούνται οι συνειρμοί με τα καθ’ ημάς. Οι μουλαράδες ήταν οι αριστεροί, που στέλνονταν στις πιο δύσκολες μονάδες, χωρίς όπλο, με ένα μουλάρι στη φροντίδα τους.
Το μουλάρι το βάφτισε «Ιούλιο Καίσαρα». Το όνομα αυτό λειτουργεί σε δύο επίπεδα. Στο επίπεδο του ήρωα αποτελεί ένα χλευασμό του Μουσολίνι, που οραματιζόταν τον εαυτό του σαν ένα νέο Ιούλιο Καίσαρα. Ο χλευασμός αυτός δεν μένει απαρατήρητος από τον δικτάτορα, όταν πηγαίνει στο μέτωπο και συναντά τον ήρωά μας και τον ρωτά πώς λένε το μουλάρι του. Προτιμά όμως να κάνει πως δεν καταλαβαίνει. Στο επίπεδο του συγγραφέα αποτελεί μια σάτιρα για τον Μουσολίνι. Ξέροντας το τέλος της ιστορίας, βλέπουμε ότι δεν ήταν παρά μια καρικατούρα του ρωμαίου στρατηλάτη. Όταν ξεκινάει το έπος της Αλβανίας, οι μόνες δάφνες που είχε δρέψει ο ιταλός δικτάτορας ήταν στην Αιθιοπία, συντρίβοντας ένα στρατό πρωτόγονο, που δεν είχε για να τον αντιμετωπίσει παρά μόνο ασπίδες και δόρατα. Ο Λεονάρντο, αν και αντίθετος στον πόλεμο, δεν μπορούσε να ξέρει τι τους περίμενε στην Αλβανία και πόσο ειρωνικό θα αποδεικνυόταν όντως το όνομα που έδωσε στο μουλάρι του.
Το δεύτερο θέμα που θίγει ο Καλατζής είναι η φρίκη του πολέμου. Αν για τους έλληνες ήταν τα κρυοπαγήματα, για τους ιταλούς ήταν η πείνα, όταν βρίσκονταν αποκομμένοι από τις εφοδιοπομπές τους. Έτρωγαν τα μυαλά των σκοτωμένων μουλαριών.
Η πείνα οδηγεί και στη φρίκη της αλληλοεξόντωσης. Οι τρεις πεινασμένοι ιταλοί στρατιώτες σκοτώνουν τον σύντροφο μουλαρά του Λεονάρντο, όταν αυτός διαμαρτύρεται που σκότωσαν το μουλάρι του. Ο Λεονάρντο σκοτώνει τον ένα απ’ αυτούς, όταν ετοιμάζεται να σκοτώσει το δικό του μουλάρι.
Αυτό είναι το δεύτερο θέμα στο βιβλίο του Καλατζή, η αγάπη που δένει τον μουλαρά με το μουλάρι του. Εκτός από το παραπάνω επεισόδιο, όπου δείχνεται με εντελώς δραματικό τρόπο αυτή η αγάπη, έχουμε και άλλες εκδηλώσεις αυτής της αγάπης, όπως στο παρακάτω απόσπασμα:
«Ο Λεονάρντο έκανε ότι μπορούσε για να προστατέψει τον Ιούλιο Καίσαρα. Ενίσχυσε το περίφημο πανωφόρι μ’ έναν γερό μουσαμά, που τον έκοψε από ένα τουμπαρισμένο φορτηγό. Έφτιαξε με κατράμι και λίπος μια αλοιφή, και άλειφε τα νύχια του ζωντανού για να μαλακώνουν και να μη σκάζουν. Στον ανήφορο, όπου ήταν δύσκολη η κατάσταση, πήγαινε ο ίδιος εμπρός κρατώντας το γκέμι και διάλεγε τις πατημασιές στον σκεπασμένο από χιόνι μουλαρόδρομο. Ο Ιούλιος Καίσαρ, έξυπνα, πάταγε πάνω στα χνάρια του Λεονάρντο κι ανέβαινε σταθερά. Όταν παραφούσκωναν από το ζόρι, και η ανάσα του άρχισε να βαραίνει, ο Λεονάρντο τον έβγαζε απ’ τη γραμμή και τον άφηνε να ξελαχανιάσει.» (σελ. 78).
Ο Καλατζής, μετά την μεγάλη επική σύνθεση της «Ασημόπετρας», επιστρέφει στις «σονάτες για πιάνο», στα μικρά έργα με ένα πρωταγωνιστή, όπως ο Τολστόι, που μετά τις επικές συνθέσεις του «Πόλεμος και Ειρήνη» και «Άννα Καρένινα» γράφει τη «Σονάτα του Κρόιτσερ» και «Αφέντης και δούλος». Και ο Μάρκες κάνει το ίδιο. Μετά τα «Εκατό χρόνια μοναξιάς» και το «Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας» μας έδωσε πέρυσι τις «θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου».
Στη νουβέλα αυτή του Καλατζή το ύφος είναι λιτό και σφιχτοδεμένο. Το πρώτο απόσπασμα που παραθέσαμε δίνει και το υφολογικό στίγμα του έργου. Μοιάζει εδώ ο Καλατζής να ακολουθεί τη Σεφερική επιταγή, Δεν θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί/ ετούτη η χάρη/ γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές/ που σιγά – σιγά βουλιάζει/ και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε/ από τα μαλάματα το πρόσωπό της/ κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η/ ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.. (Από το ποίημα «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά»).
Θα κλίσουμε το σημείωμά μας αναφέροντας μια άλλη πρωτοτυπία που έχει η νουβέλα αυτή: Είναι γεμάτη φωτογραφικό υλικό. Φωτογραφικό υλικό με ιταλούς. Πιο αξιοσημείωτες είναι οι φωτογραφίες εκείνες που δείχνουν τις ταλαιπωρίες των ιταλών στρατιωτών.
Λένε ότι μια εικόνα ισοδυναμεί με χίλιες λέξεις. Συμφωνούμε, όσον αφορά το πληροφοριακό υλικό. Όμως η λογοτεχνία δεν είναι για μετάδοση πληροφοριών. Και οι παραπάνω στίχοι του Σεφέρη πιστεύουμε ότι αξίζουν πάνω από χίλιες φωτογραφίες. Όπως βέβαια και η νουβέλα αυτή του Κώστα Καλατζή.
Post a Comment