Book review, movie criticism

Thursday, September 30, 2010

Μίμης Ανδρουλάκης, Ζητούνται αλχημιστές

Μίμης Ανδρουλάκης, Ζητούνται αλχημιστές, Καστανιώτης 2004.

Κρητικά Επίκαιρα, Μάρτης 2006

Δεν τον προλαβαίνω τον Μίμη. Κάθε χρόνο και βιβλίο. Έχω παρουσιάσει σχεδόν όλα του τα βιβλία στα Κρητικά Επίκαιρα, ξεκινώντας από τον «Μυστικό Νοέμβρη», έχοντας διαβάσει όμως πιο πριν τα δυο προηγούμενά του, «The dream-σκιές στην Αθήνα» και «Ο σωσίας και οι δαίμονες του πάθους». Δεν πρόλαβα να καταπιαστώ με το «Βαμπίρ και κανίβαλοι» λόγω άλλων υποχρεώσεων, και να σου βγάζει το «Ζητούνται αλχημιστές». Έτσι λοιπόν πριν μιλήσω για τους αλχημιστές, ας πω δυο λόγια για το «Βαμπίρ και κανίβαλοι».
Οι αναγνώστες των Κρητικών Επικαίρων με ξέρουν, έχω ξεκινήσει τη στήλη των «Βιβλιοκρητικών» εδώ και χρόνια, σαν κανίβαλος, νιώθω ακόμη κανίβαλος, αλλά η ταυτότητά μου με παρουσιάζει μάλλον ως βαμπίρ.
Ποιος είναι ο βαμπίρ, ποιος είναι ο κανίβαλος; Ο Ανδρουλάκης, για να μιλήσει για το πρόβλημα του χάσματος των γενεών, έχει χρησιμοποιήσει αυτές τις πετυχημένες, αλλά μακάβριες μεταφορές. Κανίβαλοι είναι οι νέοι, που, σύμφωνα με τη φροϋδική θεωρία της ψυχανάλυσης, θέλουν να σκοτώσουν τους πατεράδες τους και να γίνουν αυτοί αρχηγοί, οικειοποιούμενοι τη μητέρα. Οι βαμπίρ, βρικόλακες κατά το ελληνικότερο, οι ηλικιωμένοι δηλαδή, αντί να κάθονται στα αυτά τους, στα γηροκομεία ή στα εξοχικά τους και να ξεκοκαλίζουν τη σύνταξή τους, κρατάνε ακόμη το τιμόνι και δεν αφήνουν τους νέους να πάνε μπροστά.
Όπως γράφει ο Μίμης στον πρόλογο, το βιβλίο, το οποίο αφιερώνεται στους νέους, «γράφτηκε μαζί τους προφορικά το καλοκαίρι του 2004, την ημέρα των Ολυμπιακών Αγώνων. Στο διάλογο συμμετείχε ένας σημαντικός αριθμός φοιτητών, προπτυχιακών, μεταπτυχιακών, υποψήφιων διδακτόρων και διδακτόρων της Ελλάδας και του εξωτερικού», για να προχωρήσει στη συνέχεια σε ευχαριστίες για «αυτούς που είχαν σταθερή συμμετοχή και συνέβαλαν με τις ερωτήσεις και τις κριτικές απόψεις τους», αναφέροντας και τα ονόματά τους.
Δεν θα αναφερθώ σε όλα τα θέματα που αναπτύσσει στο βιβλίο, παρά μόνο στο πιο κεντρικό, που δικαιολογεί και τον τίτλο, το συνταξιοδοτικό πρόβλημα. Το συνταξιοδοτικό φαίνεται να τινάζεται στον αέρα, και καλούνται οι νέοι να πληρώσουν για ελλείμματα των συνταξιοδοτικών ταμείων. Αυτό είναι άδικο, και ο Ανδρουλάκης έχει να κάνει κάποιες προτάσεις.
Το επόμενο βιβλίο του, «Ζητούνται αλχημιστές» βρίσκεται στον ίδιο παραδειγματικό άξονα με τον «Ηγεμόνα» του Μακιαβέλι: είναι οδηγίες προς τους ναυτηλευομένους, για να χρησιμοποιήσουμε την αγαπητή στους αρχαίους μεταφορά, στους μελλοντικούς τιμονιέρηδες του σκάφους της πολιτείας, στους ηγέτες. Η μεταφορά όμως που χρησιμοποιεί ο Ανδρουλάκης είναι αυτή του αλχημιστή, του άραβα «χημικού» που προσπαθούσε από ευτελή μέταλλα να βγάλει χρυσάφι. Σαν κύριο καθήκον του ο πολιτικός έχει να ανορθώσει την οικονομία. Συνήθως βέβαια τα καταφέρνει όπως και οι άραβες αλχημιστές, δηλαδή καθόλου.
Ο Πλάτωνας, στους φιλοσοφικούς του διάλογους, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να μεταφέρει στο χαρτί (ή καλύτερα στον πάπυρο) αυτό που γινόταν στην αγορά, με τον δάσκαλό του τον Σωκράτη: συζητήσεις πάνω σε φιλοσοφικά προβλήματα. Ο Ανδρουλάκης, που βρήκε ιδιαίτερα ελκυστική την ιδέα να εκδώσει σε βιβλίο τις πραγματικές συζητήσεις που έκανε με νέους το καλοκαίρι του 2004, χρησιμοποιεί την ίδια φόρμα, τη φόρμα του διαλόγου.
Στην πραγματικότητα βέβαια δεν πρόκειται για διάλογο, τόσο στο νέο του βιβλίο όσο και στο προηγούμενο, αλλά για περίπου συνέντευξη. Οι συνομιλητές με τις ερωτήσεις τους ή τις σύντομες κριτικές παρατηρήσεις τους δίνουν στον Ανδρουλάκη την ευκαιρία να αναπτύξει τις απόψεις του. Και εδώ έχουμε επίσης μια μεταφορά στο βιβλίο αυτού που συμβαίνει στην πραγματική ζωή, με τους πολιτικούς να παρελαύνουν στα κανάλια, να συνεντευξιάζονται και να αναπτύσσουν τις απόψεις τους. Η διαφορά του καινούριου βιβλίου από το προηγούμενο είναι ότι οι ερωτώντες είναι εντελώς φανταστικοί.
Μπορεί ο Ανδρουλάκης να γράφει συστηματικά έργα κατά το πρότυπο των Μαρξ Ένγκελς Λένιν στην αρχή της πολιτικής του καριέρας («Προβλήματα του Κράτους», 1979, «Σοσιαλιστική αυτοδιαχείριση και γραφειοκρατία», 1982), οι καιροί όμως σήμερα έχουν αλλάξει, το κοινό έχει εθιστεί στο γυαλί της τηλεόρασης, δεν θέλει εμβριθείς και εμπεριστατωμένες αναλύσεις, θέλει σύντομες ατάκες πάνω στα προβλήματα.
Και εγώ το ίδιο, γι αυτό διαβάζω τον Ανδρουλάκη με απόλαυση. Μετά τη διάλυση της «Οικολογικής Εναλλακτικής Ομάδας Γαλατσίου», που όσο γρήγορα δημιουργήθηκε ύστερα από την εκλογική επιτυχία των Οικολόγων Εναλλακτικών το 1990 που έβγαλαν μια βουλευτίνα άλλο τόσο γρήγορα διαλύθηκε, έπαψε να με ενδιαφέρει η πολιτική. Δεν διαβάζω εφημερίδες, δεν παρακολουθώ ειδήσεις, που άλλωστε με ψυχοπλακώνουν, όλο αίματα και σκοτωμοί. Έτσι το να διαβάζω τον Ανδρουλάκη με βοηθάει να αποκτάω μια εικόνα του σύγχρονου κόσμου. Ο γλαφυρός τρόπος γραφής του, το επεισοδιακό και ανεκδοτολογικό που παραθέτει, τα διάφορα «κουτσομπολιά» που γνωρίζει για μεγάλους και επώνυμους, κάνουν την ανάγνωση των βιβλίων του μια απόλαυση. Η χρησιμοποίηση της ψυχανάλυσης στην επιχειρηματολογία του και λογοτεχνικών έργων στις μεταφορές του κάνει το κείμενό του μια ενδιαφέρουσα αφήγηση. Οι μεταφορές του είναι πρωτότυπες και χιουμοριστικές: «Ήταν ‘τεφάλ’, τίποτα, καμιά κατηγορία δεν κολλά πάνω του» (σελ. 221). Η γνώση λεπτομερειών για τα πρόσωπα που συζητά είναι φοβερή, και συμπληρώνει την εικόνα που έχομε για μεγάλους ηγέτες: «…ο βλογιοκομμένος με το ατροφικό χέρι» (Ο Στάλιν).
Θα ήθελα να τελειώσω την παρουσίαση αυτή με μια διόρθωση. Στην πρώτη γραμμή στη σελίδα 360 ο Ανδρουλάκης μιλάει για μπλίστρινγκ. Δεν ξέρω αν ο νους του ήταν σε τίποτα καλλίγραμμες με στρινγκ όταν το έγραφε, αλλά η λέξη είναι μπλίτζκριγκ, blitzkrieg, πόλεμος – αστραπή.
Είπα ‘θα ήθελα να τελειώσω’. Γιατί έχω αποφασίσει να τελειώσω διαφορετικά, με ένα σπαρταριστό ανέκδοτο που παραθέτει:
«Το πλέον απίθανο ‘ερωτικό επεισόδιο’ της Θάτσερ συνέβη με τον Θεόδωρο Πάγκαλο όταν εκείνος αναπλήρωνε τον Ανδρέα Παπανδρέου σ’ ένα Συμβούλιο Κορυφής. ‘Ποιος είναι αυτός ο χοντρός’ ψιθυρίζει η Θάτσερ στον διπλανό της, όμως τα άτιμα μικρόφωνα το μεγέθυναν. ‘Σ’ έχει πηδήξει ποτέ χοντρός’ άφησε να του ξεφύγει τσατισμένος ο Πάγκαλος στα ελληνικά, αλλά η αφηρημένη μεταφράστρια αυτομάτως το μετέφρασε και πάγωσε το Συμβούλιο με τους πρωθυπουργούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης» (σελ. 181).
Post a Comment