Book review, movie criticism

Monday, September 20, 2010

Ελένη Μενελάου, Έρωτας μόνο, τίποτ’ άλλο…

Ελένη Μενελάου, Έρωτας μόνο, τίποτ’ άλλο… Αθήνα 2004, Παρασκήνιο

Μεθόριος του Αιγαίου, Απρ.- Ιούν. 2005, τ. 16

Δεν θα μπορούσε τίτλος μυθιστορήματος που να είναι σαφέστερος ως προς το περιεχόμενό του: Έρωτας μόνο, τίποτ’ άλλο. Ή ελάχιστα άλλο, μια και υπάρχει πάντα ένα context, ένα συμπεριέχον, μια κορνίζα για να μην είναι ξεκρέμαστος ο πίνακας.
Ας ξεκινήσουμε από το οπισθόφυλλο, όπου ο συγγραφέας μας πληροφορεί ότι πρόκειται για ψευδώνυμο. «Τους λόγους θα τους καταλάβετε διαβάζοντάς το», καταλήγει.
Τους έχουμε ήδη καταλάβει από δυο σειρές πιο πριν: το βιβλίο είναι «σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικό».
Και πάλι ο τίτλος: Τα ονόματα είναι απλές διακειμενικές αναφορές στα γνωστά ονόματα της μυθολογίας μας, «τίποτ’ άλλο». Η Ελένη είναι του Μενελάου, τελεία και απόλυτα. Δεν πάει να είναι κατά 40 χρόνια μεγαλύτερός της, τον Πάρη τον έχει φτύσει, κι ας είναι κούκλος. Ήταν βλέπετε παιδί, άτολμος. Αφού βρέθηκε η φοιτήτρια να τον ξεβγάλει, ξαναγύρισε στην Ελένη, αυτή όμως του γύρισε την πλάτη.
«Για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη» μας λέει ο Σεφέρης ότι έγινε ο Τρωικός πόλεμος. Μεγάλος στίχος, ανίκανος όμως να ξορκίσει το γεγονός ότι για μιαν Ελένη έγινε η πιο ένδοξη λογοτεχνικά πολεμική ιστορία της ανθρωπότητας. Ό πόλεμος αυτός έγινε «για την τιμή», θα έλεγε ένας κοινωνικός ανθρωπολόγος, που έχει μελετήσει το θέμα «Η τιμή και η ντροπή στη Μεσόγειο». Ο Θουκυδίδης θα μας έλεγε ότι αυτό ήταν απλώς η αφορμή, η αιτία ήταν το πλιάτσικο, όπως αφορμή ήταν και η εκδίκηση για τη δολοφονία του Αρχιδούκα, με την οποία ξεκίνησε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος. Έτσι ο …(παραλίγο να μου ξεφύγει το πραγματικό όνομά του) ονομάτισε την ηρωίδα του από αυτή τη γυναίκα-σύμβολο.
Θα μπορούσε να την είχε ονοματίσει Λολίτα. Είναι κι αυτό ένα όνομα-σύμβολο. Η ηρωίδα του Ναμπόκοφ είναι μάλιστα πιο ταιριαστό όνομα, μια και έχει φοβερή ομοιότητα με την Ελληνίδα ηρωίδα. Ο ήρωας ξετρελαίνεται γι αυτή, σκέφτεται πώς να την ξελογιάσει, αυτή είναι όμως που του την πέφτει πρώτη. Υπάρχει μόνο μια μικρή διαφορά στην ηλικία: η Ελληνίδα όπου να ’ναι γίνεται δεκαοκτώ, ενώ η ηρωίδα του Ναμπόκοφ δεν έχει κλείσει τα δεκατέσσερα.
Ε-λέ-νη, το Ε σαν κραυγή, το Λε σαν καραμέλα με τη γλώσσα στον ουρανίσκο, το Νη σαν τρυφερό ένρινο γουργούρισμα. Έτσι θα άρχιζα εγώ το μυθιστόρημα, για να μοιάζει πιο πολύ με την αρχή της Λολίτας. Διάβασα την πρώτη σελίδα του έργου στα Ρώσικα, πριν τρία χρόνια στην Πράγα, όπου είχα πάει για ένα συνέδριο και το βρήκα σε ένα πάγκο. Θυμάμαι που έπαιξα με τους αναγραμματισμούς. Δύσκολο γλωσσικά κείμενο, ακόμη και στα αγγλικά που το διάβασα λίγο αργότερα. Η δεύτερη ελληνική έκδοση (η πρώτη ήταν από χρόνια εξαντλημένη) έγινε ένα χρόνο πιο ύστερα.
Λολίτα! Διαβάζοντας το βιβλίο του Ναμπόκοφ έμαθα ότι πρόκειται για υποκοριστικό της Ντολορές. Δεν το είχα σκεφτεί. Ντολορές Ιμπαρούρη, η πασσιονάρια του Ισπανικού εμφύλιου. Το όνομά της δεν μπορούσε παρά να σημαίνει θλίψη, θλίψη για τη νίκη του φασισμού, θλίψη για τη δολοφονία του Λόρκα, οργή για τη φρίκη της Γκουέρνικα. Εμείς οι Έλληνες δεν θα δίναμε ποτέ ένα τέτοιο όνομα στην κόρη μας. Αγάπη, ναι, Ελπίδα, ναι, Θλίψη, όχι. Πάλι καλά που οι Ισπανοί έχουν και το όνομα Εσπεράντσα. Και Κάρμεν, λουλούδι, αν και οι συνειρμοί με την όπερα του Μπιζέ προκαλούν πάλι θλίψη.
Κάνω αυτές τις παρεκβάσεις για να δώσω την «ποιητική» μου για την βιβλιοκριτική, που την θεωρώ ως μεταλογοτεχνία, ως ένα σχεδόν αυτόνομο λογοτεχνικό κείμενο με τη δική του χάρη. Σ’ αυτό το στυλ ξεκίνησαν οι βιβλιοκριτικές μου, πριν οι εκδότες των περιοδικών με υποχρεώσουν να σεβαστώ τις νόρμες, παρόλο που οι αναγνώστες έμεναν ενθουσιασμένοι μ’ αυτές. Το ξαναεπιχειρώ τώρα στην αναρχία του internet.
Όμως ας ξαναγυρίσουμε στο έργο.
Ο χαρακτηρισμός «μυθιστόρημα» που αναγράφεται στο εξώφυλλο είναι σχεδόν παραπλανητικός. Η ιστορία είναι αρκετά προσχηματική, μια και στόχος του συγγραφέα είναι να εκφράσει τις αντιλήψεις του για τον έρωτα και τα συμπαρομαρτούντα, το σεξ, την ηδονή, τις σεξουαλικές αποκλίσεις. Ενώ η Λολίτα έχει μια γραμμική εξέλιξη με έντονο σασπένς, εδώ το σασπένς διαχέεται σε αφηγήσεις μικρών ερωτικών ιστοριών, που εικονογραφούν τις αντιλήψεις του συγγραφέα για τον έρωτα. Δίπλα σ’ αυτές αναφέρονται περιληπτικά οι «παράνομοι» έρωτες προσωπικοτήτων για να «νομιμοποιήσουν» τις θέσεις του: του Μπελογιάννη, του Λαμπράκη, του Παναγούλη, του Πέτρουλα, με τον οποίο ήταν φίλος. Και το «μυθιστόρημα» κλείνει με ένα οιονεί Πλατωνικό διάλογο για τον έρωτα, ένα κείμενο καθαρά θεωρητικό, που καταλαμβάνει τις τελευταίες τριάντα σελίδες του έργου, και παρατίθεται σε χωριστό κεφάλαιο, το τελευταίο.
Θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς ότι αυτό ήταν άστοχο εκ μέρους του, ότι θα μπορούσε να το παραθέσει ενδιάμεσα.
Κατά τη γνώμη μου έκανε πολύ καλά. Το μυθιστόρημα είναι παραμύθι, και ο συγγραφέας μας είναι λάτρης του πραγματικού. Σε μια ιστορία που το σασπένς της περιορίζεται στο γεγονός της «αφύσικης» σχέσης ενός μεσήλικα με μια νεαρή κοπέλα, με μια τέτοια δοκιμιακή παρένθεση το ενδιαφέρον για το τέλος της ιστορίας θα εξανεμιζόταν.
Εξάλλου, ποιο τέλος; Ο συγγραφέας ούτε που ενδιαφέρεται γι αυτό. Η επινόησή του να «γράψουν» ως μυθιστόρημα τη σχέση τους οι δυο ήρωες, του προσφέρει τη δυνατότητα να τους βάλει να συζητήσουν το τέλος του. Σκέφτονται διάφορες εκδοχές. Υπάρχει το «διπλό τέλος», όπως π.χ. στην ταινία «Απρόσμενος έρωτας» με την Γκουίνεθ Πάλτροου, ή το σήριαλ «24 ώρες», όπου τα δύο εναλλακτικά τέλη έχουν να κάνουν με τις προτιμήσεις του κοινού για happy end ή τραγικό τέλος. Η συζήτηση όμως αυτή απλά έχει το νόημα ότι το τέλος είναι αδιάφορο. Σημασία έχουν οι ιδέες που εκτίθενται στη διάρκεια της ιστορίας – για τον συγγραφέα φυσικά, γιατί οι αναγνώστες ίσως να έχουν άλλη άποψη. Το βιβλίο τελειώνει χωρίς οι δυο βασικοί πρωταγωνιστές να έχουν αποφασίσει τι τέλος θα δώσουν στο βιβλίο τους, που αναφέρεται στη σχέση τους. Δεν χωρίζουν. Όμως αν «έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα» αφήνεται στην προσωπική κρίση του κάθε αναγνώστη.
Ο συγγραφέας είναι ένας συγγραφέας του «πραγματικού», όπως ο Ερνέστο Σαμπάτο και ο Ντον Πάσος, του οποίου τον «42ο παράλληλο» θα ήθελε να γράψει στην Ελληνική του εκδοχή, όπως αναφέρει μέσα στο έργο. Και σ’ εκείνων τα έργα βρίθουν οι δοκιμιακές σελίδες, τα ντοκουμέντα και οι πραγματικές ιστορίες. Μόνο που εκείνοι είναι πιο παραμυθάδες, και παρά τις παρεμβολές το σασπένς παραμένει αμείωτο στα έργα τους.
Θα έλεγα ότι η έλλειψη συναρπαστικής πλοκής είναι ένα μεγάλο μειονέκτημα, αλλά από το ίδιο πράγμα πάσχουν τα έργα της Μάρως Βαμβουνάκη, και όμως είναι από τους μπεστσελερίστες συγγραφείς μας. Η πολυφωνικότητα που εισάγει ο συγγραφέας, με τη νεαρή ηρωίδα να αφηγείται πρωτοπρόσωπα, δίπλα στην τριτοπρόσωπη αφήγηση, δεν αξιοποιείται όσο θα έπρεπε. Θα μπορούσε ακόμη να εισαγάγει και τον ήρωα να αφηγείται πρωτοπρόσωπα. Οι πολλές φωνές κάνουν πιο ανάγλυφες τις πολλές οπτικές. Όμως η γλαφυρότητα του ύφους και η σαφήνεια στη διατύπωση των ιδεών κάνουν ευχάριστη την ανάγνωση. Και αυτό κατά τη γνώμη μου είναι το πιο σημαντικό κριτήριο αξιολόγησης ενός έργου: να διαβάζεται ευχάριστα από τον αναγνώστη.
Post a Comment