Book review, movie criticism

Friday, September 3, 2010

Σωτήρης Δημητρίοιυ, Η εξέλιξη του ανθρώπου, ΙV τόμος, Οι αρχές της κοινωνικής οργάνωσης

Ο Σωτήρης Θ. Δημητρίου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1925 και ακολούθησε σπουδές στον τεχνολογικό κλάδο. Παράλληλα ασχολήθηκε με τη μελέτη της γενικής ανθρωπολογίας, την οποία και συνεχίσει. Δημοσίευσε άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά σχετικά με τα ζητήματα της ανθρωπολογίας, της τέχνης και του πολιτισμού, έλαβε μέρος σε συνέδρια της Σημειωτικής και του Κινηματογράφου και οργάνωσε ημερίδες με θέματα της Ανθρωπολογίας. Ανάμεσα στα έργα του είναι το πεντάτομο Λεξικό όρων, καθώς και το πολύτομο Η εξέλιξη του ανθρώπου. Εν είδει αφιερώματος παραθέτουμε τρεις βιβλιοκριτικές μας για τρεις από τους τόμους της σειράς, από τις οποίες οι δυο πρώτες έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά Διαβάζω και Ουτοπία, και η τελευταία γράφηκε ειδικά για το Lexima..

Μπάμπης Δερμιτζάκης

Σωτήρης Δημητρίοιυ, Η εξέλιξη του ανθρώπου, ΙV τόμος, Οι αρχές της κοινωνικής οργάνωσης. Καστανιώτης 1998.

Ουτοπία, τ. 51, Σεπτ-Οκτ. 2002

Ο Σωτήρης Δημητρίου, θεωρητικός του κινηματογράφου και της κοινωνικής ανθρωπολογίας, μετά το μνημειώδες πεντάτομο λεξικό όρων, έχει καταπιαστεί τα τελευταία χρόνια με το επίσης μνημειώδες έργο του «Η εξέλιξης του ανθρώπου».
Το έργο αυτό αποτελεί μια εγκυκλοπαίδεια της ανθρώπινης εξέλιξης, γραμμένη από ένα μόνο άτομο, στα «λήμματα» της οποίας έχει καταγραφεί ό,τι έχει ειπωθεί από τους κοινωνικούς ανθρωπολόγους, αλλά και από ερευνητές συναφών επιστημών (βιολογία, ηθολογία, κ.λπ.) πάνω σ’ αυτό το θέμα. Το επιστημολογικό πρόβλημα των διιστάμενων απόψεων είναι πιο οξύ στις επιστήμες του ανθρώπου, και φυσικά στην κοινωνική ανθρωπολογία. Ο Σωτήρης Δημητρίου, παρόλο που ο ίδιος προκρίνει κάποιες αντιλήψεις, δεν αποσιωπά τις άλλες, αλλά τις παραθέτει όλες με αρκετές λεπτομέρειες, δημιουργώντας ένα «write show», με τις θέσεις των επί μέρους επιστημόνων σε ένα ζωντανό διάλογο.
Πρόσφατα εκδόθηκε ο τέταρτος τόμος της σειράς με τίτλο «Αρχές της κοινωνικής οργάνωσης». Έχουν προηγηθεί οι «Ανθρωπογένεση», «Τα πρώτα βήματα» και «Η παλαιολιθική εποχή».
Ο συγγραφέας ξεκινάει με το γενικότερο πρόβλημα της σχέσης ατόμου και κοινωνίας. Ήδη οι διαφορετικές μεθοδολογικές προσεγγίσεις, τις οποίες σκιαγραφεί στην αρχή, προοιωνίζουν τις διαφορετικές αντιλήψεις που θα προταθούν πάνω στα συγκεκριμένα ζητήματα, όπως π.χ. το πρόβλημα της συνέχειας/ ασυνέχειας (της ανθρώπινης κοινωνίας με τη φύση). Ο Ντεκάρτ, για παράδειγμα, ακολουθώντας τη χριστιανική παράδοση, υποστηρίζει την ασυνέχεια, σε αντίθεση με τους εκπροσώπους του Διαφωτισμού που υποστηρίζουν τη συνέχεια.
Ενδιαφέρουσα είναι η συζήτηση για το γόητρο, ΄που συχνά εμφανίζεται ως πρώτο σημείο κοινωνικής διαφοροποίησης και υπεροχής.
Αναπτύσσονται ακόμη οι διάφορες θεωρίες, όπως είναι η θεωρία του γεωγραφικού παράγοντα, η πολιτισμική οικολογία, οι βιολογικοί παράγοντες, οι ψυχαναλυτικές θεωρίες και ο φροϋδισμός, η ηθολογία, η συμπεριφορική οικολογία, τα μοντέλα βελτιστοποίησης της τροφοσυλλογής και η κοινωνιοβιολογία. Ο Δημητρίου θα τις κατηγορήσει α) για αναγωγισμό (κυρίως την ηθολογία και την κοινωνιοβιολογία). Δεν μπορούμε να ανάγουμε στοιχεία ενός ανώτερου επιπέδου όπως είναι η ανθρώπινη κοινωνία σε ένα κατώτερο, όπως είναι ο κόσμος των ζώων. Το ότι η επιθετικότητα χαρακτηρίζει τα ζώα δεν σημαίνει ότι είναι αναπόδραστη στις ανθρώπινες κοινωνίες, αφού έχουν παρατηρηθεί πρωτόγονες κοινότητες που δεν τις διακρίνει καθόλου η επιθετικότητα. β) για μονομέρεια. Για παράδειγμα, το οιδιπόδειο σύμπλεγμα δεν χαρακτηρίζει γενικά την ανθρώπινη φύση, αλλά είναι προϊόν μόνο της δυτικής κοινωνίας. Ο Μαλινόφσκι διαπίστωσε την ανυπαρξία του στους Τρόμπριαντ.
Ο συγγραφέας καταγράφει τις επιτόπιες μαρτυρίες των ερευνητών συστηματοποιώντας τις κατά κατηγορίες: διαδικασίες εργασίας, βιότοπος και ιδιοκτησία, δίκτυα αμοιβαιότητας, συστήματα συγγένειας, κ.λπ. Και εδώ για τα παρατηρηθέντα φαινόμενα έχουν προταθεί διάφορες ερμηνείες, όπως φαίνεται χαρακτηριστικά από τα κεφάλαια «Η διανομή και οι ερμηνείες της» και «Οι εξελικτικές θεωρίες για την κοινωνικής οργάνωση». Στη βάση αυτών των μαρτυριών συζητάει εκτενώς την πρώτη μορφή ανισότητας που παρατηρήθηκε, την ανισότητα των δύο φύλων. Πολέμιος του αναγωγισμού, όπως είπαμε, ο Δημητρίου απορρίπτει τις θεωρίες που επιζητούν να θεμελιώσουν βιολογικά την κατωτερότητα της γυναίκας και υποστηρίζει ότι η κατώτερη θέση που κατείχε ιστορικά οφείλεται στους κοινωνικούς όρους παραγωγής, αναπαραγωγής και διανομής. Επιπλέον παρουσιάζει άφθονες ανθρωπολογικές μαρτυρίες που υποστηρίζουν ότι το φύλο είναι κοινωνική κατασκευή, όπως υποδεικνύει η ύπαρξη τρίτου φίκου σε ορισμένες πρωτόγονες κοινότητες.
Από τα πιο σημαντικά ζητήματα που συζητούνται είναι τα εργαλεία, ο καταμερισμός, η συγκρότηση ομάδων, το ταμπού αιμομιξίας και η εξωγαμία. Και εδώ το ταμπού αιμομιξίας αποδίδεται σε κοινωνικούς όρους και όχι σε βιολογικούς (υποστηρίζεται ότι η αιμομιξία οδηγεί σε εκφυλισμένους απογόνους), αφού το ταμπού αυτό, εκτός του ότι διαφέρει από ομάδα σε ομάδα, αναπτύσσεται και για μη όμαιμους συγγενείς.
Η μόνη κριτική παρατήρηση που έχουνε να κάνουμε κλείνοντας την παρουσίαση αυτού του έργου είναι μήπως ο Δημητρίού υποστηρίζει υπέρ το δέον τις κοινωνικές παραμέτρους της εξέλιξης, υποβαθμίζοντας υπερβολικά τους βιολογικούς.
Όλοι παραδεχόμαστε την αλληλεπίδραση nurture/ nature. Διαφωνούμε όμως ως προς τα ποσοστά.
Για παράδειγμα διαβάζουμε:
«Μετά από μακροχρόνια διεργασία αναστολής το ένστικτο τροποποιείται ώστε η κατοικίδια γάτα δεν επιτίθεται στην κότα» (σελ. 76).
Εδώ φοβούμαστε ότι παρεισδύει ένας ξεπερασμένος λαμαρκισμός, ο οποίος, ως γνωστόν, υποστηρίζει τη γενετική μεταβίβαση των επίκτητων χαρακτηριστικών, υποδηλώνοντας έτσι μια μεγαλύτερη και πιο άμεση επίδραση του περιβάλλοντος. Ο δαρβινισμός ερμηνεύει, θα έλεγα, στη συγκεκριμένη περίπτωση ολοκάθαρα, το γεγονός. Δεν πρόκειται για τροποποίηση του ενστίκτου μετά από μακροχρόνια διεργασία αναστολής, αλλά για καθαρή διαδικασία φυσικής επιλογής. Οι γάτες που τρώνε τις κότες εκδιώκονται από τη νοικοκυρά και έτσι έχουν μικρότερες πιθανότητες αναπαραγωγής από τις γάτες εκείνες που έχουν μειωμένη επιθετικότητα απέναντι στις κότες. Οι τελευταίες αποδεικνύονται πιο προσαρμοστικές, αφού δεν επισύρουν την μήνιν της νοικοκυράς.
Με την εμμονή του στην πρωτοκαθεδρία των κοινωνικών παραγόντων, φοβάμαι μήπως ο Σωτήρης Δημητρίου μπάζει τη θεωρία της ασυνέχειας από την πίσω πόρτα.

Δημοσιεύτηκε στο Διαβάζω, Ιούνιος 1998, δ. 386

Σωτήρης Δημητρίου, Η Εξέλιξη του ανθρώπου, τόμος V, Γλώσσα - Σώμα, Καστανιώτης 2001.

Κυκλοφόρησε και ο πέμπτος (και τελευταίος) τόμος του μνημειώδους έργου του Σωτήρη Δημητρίου που έχει τον γενικό τίτλο «Η εξέλιξη του ανθρώπου», και αναφέρεται στη γλώσσα και το σώμα. Οι προηγούμενοι τόμοι είχαν σαν θέμα την βιολογική εξέλιξη (πρώτος τόμος), την υλικοτεχνική εξέλιξη (δεύτερος και τρίτος τόμος) και την ανάπτυξη της κοινωνικής οργάνωσης (τέταρτος τόμος).
Το πρώτο πράγμα που διαπιστώνει κανείς είναι η ευρυμάθεια του Σωτήρη Δημητρίου. Τα στοιχεία που παραθέτει, οι πλευρές από τις οποίες αντιμετωπίζει το θέμα του είναι τόσες, ώστε δεν το αφήνουν από πουθενά ακάλυπτο. Η πλούσια βιβλιογραφία, πάνω από τριάντα σελίδες για κάθε ένα από τα δύο μέρη, δείχνει ότι ο συγγραφέας κατέθεσε όλες τις απόψεις των πιο διακεκριμένων ερευνητών πάνω στο θέμα που πραγματεύεται. Και τις απόψεις αυτές δεν τις παραθέτει απλά για να τις αντιδιαστείλει, μια και αρκετές βρίσκονται σε αντίθεση μεταξύ τους, αλλά για να τις υποβάλλει σε κριτικό έλεγχο, κυρίως με τα δεδομένα της ανθρωπολογίας.
Αυτό φαίνεται ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος που εξετάζεται τη γλώσσα. Με το βιβλίο αυτό αποδεικνύεται ότι η κοινωνική ανθρωπολογία αποτελεί τελικά το χώρο στον οποίο μπορεί να αναπτυχθεί μια διεπιστημονική προσέγγιση στα θέματα της κουλτούρας, έχοντας ένα διπλό πλεονέκτημα: Αφενός τα τέμνει κάθετα, ασχολούμενη με το σύνολό τους, διαθέτοντας βέβαια τη δική της οπτική και τα δικά της μεθοδολογικά εργαλεία, και αφετέρου τα εξετάζει οριζόντια, δηλαδή στις ποικίλες εκφάνσεις που παίρνουν σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, καταδεικνύοντας τη σχετικότητά τους.
Η μονομέρεια είναι μια μόνιμη επισήμανση του Δημητρίου. Για παράδειγμα, ο εξοβελισμός της ιστορικής διάστασης της γλώσσας ευθύνεται για τη μονομέρεια της δομικής γλωσσολογίας, και γενικά των στρουκτουραλιστικών προσεγγίσεων στα φαινόμενα της κουλτούρας.
Μιλώντας για το σώμα ο Δημητρίου γράφει χαρακτηριστικά: «Δεν είναι όμως ευρέως γνωστό ότι σε πολλούς πληθυσμούς η ψυχή αποτελεί προνόμιο μόνο των αρχηγών και των ευγενών». Αυτό το «δεν είναι ευρέως γνωστό» θα μπορούσε να λεχθεί για πάμπολλες πληροφορίες από το χώρο της κοινωνικής ανθρωπολογίας που προσφέρει στο έργο αυτό, πληροφορίες που ρίχνουν νέο φως στα υπό μελέτη ζητήματα, και οδηγούν σε νέα συμπεράσματα, όπως δείχνεται στη συνέχεια του παραπάνω αποσπάσματος. «Συνεπώς, εκφράζει πολιτική δύναμη. Ο κοινός λαός Δε διαθέτει ψυχή παρά μόνο σώμα, ανάξιο και υποτελές. Φαίνεται λοιπόν ότι ο δυϊσμός ψυχής/ σώματος είναι φαινόμενο της κοινωνικής διαστρωμάτωσης σε προνομιούχους και μη. Διαμορφώθηκε ως κοινωνική κατηγορία, που αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία οικοδομήθηκε κατόπιν η ταξινόμηση του ανθρώπινου οργανισμού» (σελ. 210). Θα μπορούσαμε να παραθέσουμε άφθονα παραδείγματα ανάλογου σχολιασμού.
Από τον Δημητρίου πληροφορούμαστε ότι «Από τις 180 γλώσσες που είχε η Βραζιλία την εποχή της κατάκτησής της από τους Πορτογάλους (1500) έχουν εκλείψει το 75%... Με ανάλογες πιέσεις σβήνει μία γλώσσα κάθε εβδομάδα, ώστε 4.400 γλώσσες οδεύουν προς την εξαφάνιση» (σελ. 142). Με ανάλογο ρυθμό, πληροφορούμαστε από τους γλωσσολόγους, οδεύουν λέξεις και τοπωνύμια προς εξαφάνιση, καθώς εξαλείφονται, με την επιβολή μέσω των ΜΜΕ μιας κυρίαρχης «κοινής» γλώσσας, οι διαλεκτικές διαφορές. Λογοτέχνες και ηθογράφοι προσπαθούν να τις διασώσουν.
Από τα πιο ενδιαφέροντα τμήματα στο μέρος που πραγματεύεται το σώμα είναι εκείνα που αναφέρονται στη σωματοποίηση των ψυχικών εντάσεων, στην εκδήλωση ψυχοσωματικών συμπτωμάτων ως αποτέλεσμα καταπίεσης. Διαλύεται ο μύθος ότι οι ανώτερες τάξεις υποφέρουν περισσότερο από ψυχοσωματικά προβλήματα. Απλά αυτές διαθέτουν εισοδήματα τέτοια που τους επιτρέπουν να προσφεύγουν σε ιατρική βοήθεια. Οι ψυχικές ασθένειες ταλανίζουν περισσότερο τις κατώτερες τάξεις. Οι μισοί άστεγοι πάσχουν από κάποια μορφής ψύχωση.
Και οι γυναίκες επίσης, υφιστάμενες τις κοινωνικές πιέσεις από την ανισότητα των δύο φύλων, είναι επιρρεπείς στην υστερία και γενικά στην εκδήλωση ψυχοσωματικών ασθενειών. Η επιβολή του άντρα εκφράζεται μέσω του ελέγχου του σώματός της, όπως είναι η υποχρέωση του μαντηλιού στο κεφάλι, ή του φερετζέ στις μουσουλμανικές χώρες. Οι αιρέσεις και οι μυστικιστικές, εκστατικές λατρείες, στις οποίες πλειοψηφούν οι γυναίκες, δεν αποτελούν παρά έκφραση αντίστασης στην κοινωνική καταπίεση. Το ίδιο και οι διάφορες εκδηλώσεις μαγείας. Στο μεσαίωνα, όσο πιο πολλές μάγισσες καίγονταν στη φωτιά, τόσο πιο πολλές εμφανίζονταν.
Το σώμα υποφέρει, αλλά δεν συναινεί. Η αντίσταση του σώματος στη συναίνεση φαίνεται χαρακτηριστικά στα βασανιστήρια, που μετωνυμικά ονομάζονται και μαρτύρια, καθώς ο πιστός μαρτυρεί την πίστη του αρνούμενος, παρά τον αφόρητο σωματικό πόνο που υφίσταται, να την απαρνηθεί.
Η πλούσια ανθρωπολογική εμπειρία δείχνει και τα όρια της κυρίαρχης στο δυτικό κόσμο βιοϊατρικής. Παραδοσιακές ιατρικές, βοτανοθεραπείες, χειροπρακτική, βελονισμός κλπ. αποδεικνύονται συχνά εξίσου αποτελεσματικές, αν όχι περισσότερο. Τα ανθρωπολογικά δεδομένα τα οποία προσφέρει η κοινωνική ανθρωπολογία στον τομέα αυτό είναι άφθονα.
Δεν έχει νόημα να επεκταθούμε περισσότερο στα όσα σημαντικά πληροφορούμαστε απ’ αυτό το βιβλίο. Παρόλη την πυκνότητά του, διαθέτοντας ελάχιστη «περισσότητα» και απαιτώντας προσεκτικό διάβασμα, είναι ευχάριστο στην ανάγνωση. Πλούσιο σε πληροφορίες κρατά συνεχώς αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Μαζί με το εξάτομο λεξικό όρων, αποτελεί τη δεύτερη μεγάλη προσφορά του Σωτήρη Δημητρίου στον επιστημονικό τομέα, χωρίς να θέλουμε να υποτιμήσουμε καθόλου την άλλη του μεγάλη προσφορά σε έναν άλλο τομέα, εκείνο του κινηματογράφου, του οποίου αποτελεί έναν από τους πιο επαρκείς έλληνες θεωρητικούς.

Ουτοπία, τ. 51, Σεπ-Οκτ. 2002

Σωτήρης Δημητρίου, Μορφές βίας, Σαββάλας 2003

Ο Σωτήρης Δημητρίου είναι ένας σύγχρονος εγκυκλοπαιδιστής, με μια διπλή σημασία του όρου. Όπως και οι γάλλοι εγκυκλοπαιδιστές, στρατεύτηκε κι αυτός από νωρίς στην υπόθεση της κοινωνικής αλλαγής. Όπως και αυτοί, διακρίνεται για μια πολυμέρεια και ευρυμάθεια. Αν και το κύριο ερευνητικό του αντικείμενο είναι η κοινωνική ανθρωπολογία, εν τούτοις έχει να επιδείξει και ένα αξιολογότατο θεωρητικό έργο σχετικά με τον κινηματογράφο. Έχει δημοσιεύσει επίσης αρκετά κείμενα σε σχέση με τον πολιτισμό. Είναι όμως εγκυκλοπαιδιστής και με την έννοια ότι μεγάλο τμήμα του έργου του έχει εγκυκλοπαιδικό χαρακτήρα. Το πεντάτομο «Λεξικό όρων» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη ταλαντεύεται ανάμεσα στη λεξικογραφία και την εγκυκλοπαίδεια, ενώ η πεντάτομη σειρά «Η εξέλιξη του ανθρώπου», επίσης από τις εκδόσεις Καστανιώτη, αποτελεί ένα εγκυκλοπαιδικό πανόραμα, ένα σημαντικό βιβλίο αναφοράς. Βαθύτατα κριτικός, παραθέτει εν τούτοις κάθε θεωρία και αντίληψη στα ζητήματα που μελετάει, θέτοντας έτσι την κρίση του στην κρίση του αναγνώστη, τον οποίο παραπέμπει, με την άφθονη βιβλιογραφία του, στις πηγής του.
Το τελευταίο βιβλίο του Σωτήρη Δημητρίου, «Μορφές βίας», έχει επίσης τα ίδια χαρακτηριστικά. Εξαντλητικός στις βιβλιογραφικές αναφορές του, πλούσιος σε τεκμηρίωση, παραθέτει με διακριτικότητα τις ενστάσεις του και προβάλει τις δικές του αντιλήψεις, σε ένα θέμα που, βυθισμένο βαθιά μέσα στη διαχρονία, ταλανίζει όσο τίποτε άλλο την εποχή μας, απασχολώντας τόσο τους ερευνητές όσο και την επικαιρότητα των media.
Μετά από μια διεξοδική θεωρητική τοποθέτηση στο πρώτο κεφάλαιο «Μύθοι για τη βία», προχωρεί στην πραγμάτευση του θέματός του, ξεκινώντας ιστορικά, μελετώντας όμως όψεις της βίας στο κεφάλαιο που θεωρεί κάθε φορά πιο πρόσφορο. Έτσι, μελετώντας το φαινόμενο της βίας αρχικά στις κυνηγετικο-τροφοσυλλεκτικές κοινωνίες, συζητάει για τη διαφορά μεταξύ επιθετικότητας και οργής. Στο κεφάλαιο για τις ακέφαλες κοινωνίες αναφέρεται στον κανιβαλισμό, στην αόρατη και στη συμβολική βία και στο ρόλο της αποικιοκρατίας. Μιλώντας για τις κοινωνίες με συγκεντρωτική εξουσία αναφέρεται στις ανθρωποθυσίες, στον πόλεμο, στη δουλεία και στη βεντέτα. Το ενδιαφέρον όμως του αναγνώστη το κλέβει το πέμπτο κεφάλαιο, «Το σύγχρονο κράτος». Εκεί μιλάει για τη σωφρονιστική και την αστυνομική βία, για τα βασανιστήρια και τις τελέσεις, τη βία στο παιδί, τη βία των MME, τη σεξουαλική βία, τη βία του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, κλπ, ενώ συζητάει και το ερώτημα: «Γεννιέται ή κατασκευάζεται ο εγκληματίας;» στο ομότιτλο υποκεφάλαιο. Στο τελευταίο κεφάλαιο με τίτλο «Έμμεση βία» μιλάει για τις αυτοτιμωρίες, τα δημογραφικά προβλήματα και τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Θα ήθελα στη συνέχεια να συζητήσω κάποια προβλήματα, κυρίως επιστημολογικά.
Με το Σωτήρη Δημητρίου με συνδέει μια μακρόχρονη φιλία, ακριβώς 17 χρόνων. Ήταν το 1987 που μπήκα στην ομάδα κοινωνικής ανθρωπολογίας την οποία καθοδηγούσε, στα πλαίσια του ΚΜΕ και στη συνέχεια του Κέντρου Έρευνας και Τεκμηρίωσης. Το λέω αυτό γιατί θέλω να εκφράσω το θαυμασμό και την αγάπη μου για το Σωτήρη Δημητρίου αφενός, και αφετέρου για να δικαιολογήσω πώς ένας φιλόλογος, με διδακτορικό εν μέρει στη λογοτεχνία και εν μέρει στο θέατρο, και με αντίστοιχα φυσικά ερευνητικά ενδιαφέροντα, τολμά να παρουσιάσει ένα βιβλίο ενός άλλου χώρου. Η μακρόχρονη ερασιτεχνική μου απασχόληση με το χώρο αυτό το δικαιολογεί. Επίσης δικαιολογεί και τις «κόντρες» που είχαμε καμιά φορά στην ομάδα το γεγονός ότι, μεταφράζοντας για τις εκδόσεις Θυμάρι δύο έργα δυο επιφανών ηθολόγων, του νομπελίστα Κόνραντ Λόρεντς και του μαθητή του Ειρηναίου Άιμπλ-Άιμπεσφελντ, παθιάστηκα με την ηθολογία. Έτσι αποτελούσα το ζωντανό οξύμωρο να είμαι αριστερός αλλά να υποστηρίζω αντιλήψεις και ιδέες που η σχετική φιλολογία τις χαρακτηρίζει ρατσιστικές.
Στα πλαίσια αυτής της βιβλιοπαρουσίασης θέλω να κοινοποιήσω τις θεωρητικές διαφορές μου με τον Σωτήρη (στην πραγματικότητα με την κοινωνική ανθρωπολογία) προσπαθώντας να εντοπίσω τις επιστημολογικές της προεκτάσεις.
Διαβάζω από το πρώτο κεφάλαιο: «Από τον 18ο αιώνα επικράτησε στη διανόηση, καθώς και στην κοινή γνώμη της Δύσης, ο μύθος του βιολογικού πεπρωμένου, κατά τον οποίο η βία εδράζεται στην ανθρώπινη φύση… Αρχικά, η ανθρωπολογία αντέταξε στην ιδέα της ανθρώπινης φύσης την ερμηνεία ότι οι συμπεριφορές μας διαπλάθονται από την πολιτισμική παράδοση, και αυτό επηρέασε την αντίληψή μας για τη βία…» (σελ. 37) για να καταλήξει ότι σήμερα έχει «γίνει φανερό ότι η βία προσδιορίζεται πολιτισμικά ως εργαλείο κοινωνικού ελέγχου και ότι πηγή της είναι το κράτος και η νόμοι του…» (σελ. 42).
Η πρώτη αντίρρησή μου είναι ότι η χρησιμοποίηση της επιστήμης από την ιδεολογία δεν συνιστά a priori ακύρωσή της. Δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε την ηθολογία επειδή τη χρησιμοποίησαν οι ρατσιστές, όπως δεν ρίχνουμε στον καιάδα τον Νίτσε για τον ίδιο λόγο. Γιατί το επιχείρημα θα μπορούσε να αντιστραφεί, και να ειπωθεί ότι οι «περιβαλλοντιστές», αυτοί που προκρίνουν το nurture έναντι του nature, και ανήκουν στο σύνολο σχεδόν των επιστημών του ανθρώπου, το κάνουν ωθούμενοι από ιδεολογικές προκαταλήψεις, πότε αριστερές (η αλλαγή των κοινωνικών συνθηκών θα δημιουργήσει τον νέο άνθρωπο), πότε δεξιές, όταν, είτε απαξιώνονται ολόκληροι λαοί όχι πια ως φορείς γονιδίων αλλά ως φορείς μιας κατώτερης κουλτούρας, είτε ευλογείται η χειραγώγηση στρωμάτων πληθυσμού στη βάση μιας μπηχεβιοριστικής αντίληψης για τη διαμόρφωση της ανθρώπινης προσωπικότητας.
Ποιος έχει λοιπόν δίκιο;
Ο θετικισμός, μια ανεφάρμοστη ουτοπία στις επιστήμες του ανθρώπου, μια και εκεί ποτέ δεν έχουμε τη βεβαιότητα του «δυο και δυο κάνουν τέσσερα» αλλά την πιθανότητα ότι, με βάση τα ευρήματά μας, πιθανόν τα πράγματα να έχουν έτσι, εδράζεται παρολαυτά στην ανθρώπινη ψυχολογία και κατ’ επέκταση στην ψυχολογία των ερευνητών. Κανείς ερευνητής δεν μπορεί να προχωρήσει στην έρευνά του αν δεν είναι ιδιαίτερα πεπεισμένος για την ορθότητα του δρόμου που ακολουθεί. Γι αυτό και έχουμε τόσες «σχολές», τόσο στην ανθρωπολογία και την κοινωνιολογία όσο και στην ψυχολογία. Αυτή η πεποίθηση είναι που του δίνει δύναμη να συνεχίσει τις έρευνές του στο μονοπάτι που χάραξε. Πιστεύει ότι βρήκε ολόκληρη την αλήθεια, πράγμα που συχνά είναι λάθος: βρήκε ένα κομμάτι μόνο της αλήθειας.
Κανένας ιστορικός δεν θα αμφισβητήσει ποτέ ότι η Κωνσταντινούπολη καταλήφθηκε από τους Τούρκους το 1453. Όμως η εικόνα που έχουν οι ιστορικοί για την καθημερινή ζωή των Ίνκας πιθανόν να μην είναι η ίδια για όλους.
Ο Σωτήρης πιστεύει ότι ο Νεάντερταλ είναι πρόγονος του ανθρώπου, θεωρώντας ανυπόστατη την αντίληψη ότι αποτελεί παράλληλο κλάδο στην εξέλιξη των πρωτευόντων, τον οποίο εξόντωσε ο homo sapiens. Εγώ, ως φιλόλογος, είμαι απ’ έξω, και αφού διακεκριμένοι επιστήμονες υποστηρίζουν και τη μια και την άλλη άποψη, δεν μπορώ να προκρίνω με βεβαιότητα καμιά. Όταν όμως μου πουν ότι ο Νεάντερταλ πλάστηκε την πέμπτη μέρα της δημιουργίας και ο homo sapiens την έκτη, ενώ την έβδομη ο Δημιουργός αναπαύτηκε, δεν μπορώ πια να θεωρήσω τον εαυτό μου απ’ έξω, έχω εμπλακεί σε μια ιδεολογική διαμάχη που με ενδιαφέρει, και έχω άποψη (δεν θα σας την πω).
Τις παραπάνω σκέψεις τις έκανα παλιά, μελετώντας πάρα πολύ ψυχολογία. Ανασύρθηκαν στο προσκήνιο της συνείδησής μου διαβάζοντας αυτό το βιβλίο του Σωτήρη. Συνεχώς κριτικάρει ή παραθέτει κριτικές άλλων για διάφορες απόψεις. Οι κριτικές αυτές στην συντριπτική τους πλειοψηφία θα τις χαρακτήριζα ως κριτικές μονομέρειας. Γιατί, για ένα τόσο ευρύ φαινόμενο όσο είναι η βία, δεν μπορεί να υπάρχει ενοποιητική θεωρία που να αντιμετωπίζει με επάρκεια όλες τις μορφές της.
Οι αιτίες της βίας είναι πάρα πολλές. Το έμφυτο της επιθετικότητας έχει τεκμηριωθεί επαρκώς νομίζω από τους ηθολόγους. Όμως πόσο μετράει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση; Η ταξικότητα της κοινωνίας, τα συγκρουόμενα συμφέροντα, είναι επίσης σημαντικά αίτια. Όμως πόσο μετράνε; Τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα της Αθήνας πόσο βάρυναν στην απόφαση να θανατώσουν όλους τους Μηλίους; Ο Ναζί που βασανίζει (τον αναφέρει ο Σωτήρης) ακούγοντας κλασική μουσική εμφορείται άραγε από «συμφέροντα» ή ωθείται από άγρια ένστικτα;
Όπως έλεγε ο Μαρξ, τα προβλήματα είναι πάντοτε συγκεκριμένα, και στο πλέγμα των δυνάμεων που οδηγούν στην έκλυση βίας κάποιες είναι πιο ισχυρές τη μια φορά και «σύρουν το χορό», και κάποιες άλλες την άλλη. Όπως αναφέρει ο Σωτήρης μιλώντας για τη δημογραφία, «Σε κάθε περίπτωση παρεμβαίνουν πολλοί κοινωικοί και ιστορικοί όροι και διαμορφώνονται συνδυασμοί των μέσων ελέγχου ανάλογα με τους όρους αυτούς» (σελ. 237). Αυτό βέβαια είναι απογοητευτικό για τον ερευνητή, γιατί θέλει να συμβάλει στην ανάπτυξη της θεωρίας για να πάρει τα μπόνους που χρειάζεται για την ακαδημαϊκή του καριέρα, και ο συγκρητισμός δεν προσφέρει ακαδημαϊκά πλεονεκτήματα, ακόμη και εκεί που είναι μεθοδολογικά επαρκής. Ο προκρούστης της θεωρίας είναι πιο αβανταδόρικος.
Τέλος, ένα ευρύτερο θεωρητικό πρόβλημα που έχει σχέση με το θέμα του παρόντος βιβλίου είναι και το θέμα της ορολογίας. Η βία είναι μια ευρεία ομπρέλα, όπως η έννοια της αρετής στην αρχαία Ελλάδα, που καλύπτει ένα σωρό φαινόμενα, τα οποία χρειάζονται διαφορετική μεθοδολογική αντιμετώπιση και από διαφορετικούς επιστημονικούς κλάδους. Ο Σωτήρης σε ξεχωριστό υποκεφάλαιο ξεχωρίζει την βία από την οργή. Η επιθετικότητα όμως είναι μια μορφή βίας, ή η βία είναι μια μορφή επιθετικότητας; Το λέω αυτό γιατί η σχετική φιλολογία, τόσο η βιολογική όσο και η ψυχολογική, μελετάει την επιθετικότητα και όχι τη βία. Όμως, ως εγκυκλοπαιδιστής που είναι ο Σωτήρης, προτιμάει τον όρο βία, που είναι πιο καθημερινός, πιο ευρύς, που καλύπτει μια πιο μεγάλη γκάμα φαινομένων. Ακόμη για τον Σωτήρη η θεωρητική διένεξη δεν είναι σε πρώτο πλάνο, όπως συμβαίνει με πολλούς ερευνητές (μαρξιστές κυρίως), αλλά προέχει η παροχή πληροφορίας. Έτσι, κλείνοντας αυτή την παρουσίαση, για να μειώσω λίγο την εντύπωση της κόντρας μου με τον Σωτήρη, θέλω να τονίσω ότι ο θεωρητικός, «ιδεολόγος» Δημητρίου υποχωρεί αρκετά στα βιβλία του μπροστά στον εγκυκλοπαιδιστή.
Post a Comment