Book review, movie criticism

Tuesday, September 7, 2010

Νένα Ι. Κοκκινάκη, Ο εραστής φάντασμα

Νένα Ι. Κοκκινάκη, Ο εραστής φάντασμα, Άγκυρα 2002.

Κρητικά Επίκαιρα, Μάρτης 2003

Τη διηγηματογραφική της παραγωγή, η οποία καλύπτει την τελευταία δεκαετία, συγκέντρωσε σε ένα τόμο η Νένα Κοκκινάκη και την εξέδωσε από τις εκδόσεις Άγκυρα. Βλέποντας συγκεντρωμένα τα διηγήματά της, και έχοντας υπόψη μας όλο το πεζογραφικό της έργο, θα λέγαμε ότι το διήγημα είναι η λογοτεχνική φόρμα που της ταιριάζει καλύτερα. Η ποιητική, συχνά παραμυθιακή, μεταφορική και αλληγορική γλώσσα της, σε ιστορίες με ελάχιστες αφηγηματικές αναμονές, που είναι περισσότερο σχόλια και εμβαθύνσεις σε επεισόδια και καταστάσεις της καθημερινής ζωής παρά αφήγηση ιστοριών με κορυφώσεις και λύσεις, ταιριάζουν περισσότερο στη μικρή αφηγηματική φόρμα του διηγήματος, παρά στην εκτεταμένη του μυθιστορήματος, έστω και της νουβέλας. Δεν είναι τυχαίο που τα προηγούμενα πεζογραφικά έργα της Κοκκινάκη πλησιάζουν περισσότερο τη νουβέλα παρά το μυθιστόρημα. Τα «γεγονότα» των διηγημάτων της είναι ψυχοδιανοητικές διαδικασίες που συντελούνται στις ηρωίδες, γεμάτες ένταση και συναισθηματική φόρτιση, και που εκλύονται από απλές, συνηθισμένες καταστάσεις της καθημερινής ζωής: ένας παράνομος έρωτας, μια φαντασίωση, η καθημερινή ρουτίνα.
Όπως και η Αγγέλα Καστρινάκη στα δικά της διηγήματα, προβάλλει το ελάχιστο της καθημερινότητας, αναδεικνύοντας όμως το μέγιστο του βιώματός της. Στο «Ίσαμε την επόμενη φορά» για παράδειγμα, η κοπέλα συναντιέται αραιά και πού με τον «διάσημο συγγραφέα», και απολαμβάνει τη συζήτηση μαζί του. Μια απλή συνάντηση, ούτε καν ερωτική με την κυριολεκτική σημασία της λέξης, και ας τον αγαπά εκείνη, γίνεται το «υπέροχο, το ανεπανάληπτο όραμα που κάποιοι άλλοι τελειώνουν τη ζωή τους χωρίς ποτέ να συναντήσουν» (σελ. 76). Στο «Μη λες τίποτα» η ταβερνιάρισσα, βλέπει το παρατεταμένο φιλί του ζευγαριού, που η σχέση του πέρασε από φουρτούνες, και «άφησε πάλι την άχαρη δουλειά της για να ψηλαφίσει τη ζωή, εκείνη που η ίδια δεν γνώρισε ποτέ μέσα στη φλύαρη, λογική της καθημερινότητα» (σελ. 58).
Η ηρωίδα στο «Μια σταγόνα σαββατιάτικου καλοκαιριού» δέχεται ένα απροσδόκητο φιλί από τον άντρα που έσκυψε να της ρίξει κολλύριο στα μάτια της. Αγανακτεί. Όμως εκείνο το φιλί τη σφραγίζει. Και το σχόλιο στην τελευταία παράγραφο του διηγήματος δίνει το στίγμα της συλλογής:
«Το Σάββατο εκείνο του Ιουνίου στάθηκε τελικά καθοριστικό για την Άννα Γεωργίου που παρά της προσπάθειές της να θεωρήσει το επεισόδιο του Βαθμολογικού Κέντρου άνευ σημασίας, τελικά δεν κατάφερε να αντισταθεί στη δύναμη που έχει ένα απλό περιστατικό να αλλάξει την καθημερινότητά μας» (σελ. 127).
Ματαίωση σημαίνει απουσία του αποφασιστικού επεισοδίου, τη μη πραγμάτωσή του. Από το «άνευ σημασία επεισόδιο» μεταβαίνουμε στην παντελή έλλειψή του. Στην έλλειψη αυτή αναπτύσσεται, σαν στο κλίμα της, η ποιητική της Νένας Κοκκινάκη. Στο «Σε απόσταση είκοσι χρόνων» η ηρωίδα συμβιβάζεται. Παραιτείται από τον έρωτα για μια ακύμαντη οικογενειακή ζωή. Ο συμβιβασμός αυτός, επί είκοσι χρόνια τώρα, την κατατρύχει, που «δεν είχε αφήσει τη ζωή να της προσφέρει το αναπάντεχο, που γεννά τα γνήσια ποιήματα και που γεννιέται από την αρμονία της ζωής που ακολουθεί τη φαντασία κι όχι της άλλης ζωής που φκιασιδώνεται για να μοιάζει φανταστική» (σελ. 115). Το ίδιο συμβιβασμένος είναι και ο ήρωας της «Αναβολής», που δεν παίρνει το αεροπλάνο να βρει τη γυναίκα που αγαπά. «Αεροπλάνα πετάνε καθημερινά, είπε στον εαυτό του, για να τον καθησυχάσει ίσως, κι άρχισε να ψάχνει τα κλειδιά του στην πίσω τσέπη του παντελονιού» (σελ. 81). Με την μειωμένη δήλωση (understatement) «για να τον καθησυχάσει ίσως» η συγγραφέας υπαινίσσεται την τρικυμία στη δική του ψυχή.
Στο «Ταξίδι» η Μάγδα ταξιδεύει παραισθητικά, βυθισμένη σε βαθιά κατάθλιψη, με το φάντασμα του Πέτρου που την εγκατέλειψε πρόσφατα. Αντίθετα η γυναίκα στη «Φιγούρα ενύπνια» «έφυγε να συναντήσει τη βροχή», δηλαδή να πραγματοποιήσει τη φαντασίωση του «άντρα του ονείρου». Όσο για την ηρωίδα της «Άρνησης», αυτή μένει πάντα έτοιμη για το ταξίδι στη «χώρα της ηδονής»:
«Ο πεπρωμένος να πραγματοποιήσει μιαν υπόσχεση ζωής, ο άνθρωπος του έρωτά μου, μένει σαν παρουσία που λειτουργεί με τη δική της νομοτέλεια, αναδύοντας για μένα την άλλη φύση των πραγμάτων. Τη συνάντησα θυμάμαι όταν ήμουν παιδί στις χώρες των παραμυθιών» (σελ. 62).
Τα απλά περιστατικά δεν χρειάζεται να τα επινοήσει κανείς, υπάρχουν άφθονα στη ζωή. Πολλά από τα διηγήματα της Κοκκινάκη δεν αποτελούν παρά την ποιητική μεταγραφή πραγματικών ιστοριών, πράγμα που με τις αφιερώσεις είτε υποδηλώνεται («Στην αδελφή Ζωή αφιερωμένο») είτε δηλώνεται απερίφραστα («Στη μνήμη της Μαίρης Β. Καρρά, φοιτήτριας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου που έφυγε στα 20 χρόνια της στις 26/10/1990»). Έτσι τα διηγήματά της, παρά την έντονα ποιητική τους γλώσσα, αποπνέουν μια αίσθηση γνησιότητας και αυθεντικότητας, μια αίσθηση πραγματικού.
Η βροχή είναι ένα πρωτεϊκό ποιητικό σύμβολο και εικόνα, που επανέρχεται συνεχώς. Μπορεί να είναι το δάκρυ («Η βροχή δεν έρχεται συχνά στα δικά σου μάτια» σελ. 55, «Η βροχή μιλούσε τώρα, η βροχή που μπήκε στα μάτια της» σελ. 83), μπορεί να είναι το καθαρτήριο νερό μιας διαβατήριας τελετής, στην πορεία από το συμβιβασμό στην αναζήτηση («...η γυναίκα έφυγε να συναντήσει τη βροχή. Να την ξεπλύνει από τις ολέθριες νύχτες, να βρει κάποτε εκείνη την ακριβή στιγμή της ύπαρξής της, μια μόνο στιγμή καθοριστική ενός τώρα κι ενός αύριο. Κι ας ήταν τελείως αλλοπρόσαλλο και τρελό. Είναι που άλλα πράγματα καθορίζουν τη ζωή και το χρόνο μας. Κι είναι που οι βαθύτερες αλήθειες κρύβονται σ’ ένα όνειρο» σελ. 66). Μπορεί τέλος να είναι η βροχή των συμβολιστών, συνοδός μελαγχολικών αισθημάτων, σαν φόντο στις τρικυμισμένες ψυχικές διεργασίες των ηρωίδων.
Στην ποιητική της γλώσσα η Κοκκινάκη χειρίζεται με μεγάλη δεξιοτεχνία ένα εφέ υλοποίησης του μη υλικού, πετυχαίνοντας ανοίκειους εκφραστικούς τρόπους όπως: «...μόλις βγήκε από την εκνευριστική βραδύτητα του ασανσέρ» (σελ. 43), «Πήρε τις σκέψεις, τις διαπιστώσεις του, πήρε την πίκρα της στιγμής και τη νοσταλγία των υγρών ματιών του και τις ανέβασε σ’ ένα λεωφορείο» (σελ. 79), «Τα όνειρα των ηλικιωμένων στοιβάζονται στα μαξιλάρια της νύχτας με μιαν αλλόκοτη για την ηλικία τους κινητικότητα» (σελ 140), κ. ά.
Κλείνοντας θα επαναλάβουμε ότι «η ποιητική του ελάχιστου» της Νένας Κοκκινάκη ταιριάζει ιδιαίτερα στη φόρμα του διηγήματος, και πιστεύουμε ότι η πρώτη αυτή συλλογή διηγημάτων της είναι το καλύτερο μέχρι στιγμής έργο της.
Post a Comment