Book review, movie criticism

Sunday, October 17, 2010

Αλέξης Πανσέληνος, Η μεγάλη πομπή

Αλέξης Πανσέληνος, Η μεγάλη πομπή

Με τη "Μεγάλη Πομπή" μπαίνουμε σε μια καινούρια κατηγορία με κάποιες λίγες βιβλιοκριτικές, βιβλιοκριτικές που γράφηκαν στις αρχές της δεκαετίας του '90 και δεν ευτύχησαν να βρουν έντυπο να τις φιλοξενήσει, έμειναν δηλαδή αδημοσίευτες. Γράφτηκαν σχεδόν όλες σε περιβάλλον dos, με τον πρώτο μου κειμενογράφο, τον Professional Write. Ήταν τα πρώτα βήματά μου στη βιβλιοκριτική.

Ο Αλέξης Πανσέληνος, από τους πιο αξιόλογους σύγχρονους
πεζογράφους, στα έργα του μεταιωρίζεται ανάμεσα στο ρεαλισμό
και στο σουρεαλισμό. Αρχικά επιχείρησε ένα συμφυρμό, στη
"συμφιλίωση" και στο "παραμύθιασμα", τις δυο πρώτες του
"ιστορίες με σκύλους" (1982), χωρίς να πούμε ότι είχε
ικανοποιητικά αποτελέσματα. Το σουρεαλιστικό και το ρεαλιστικό
είναι ασυμβίβαστα είδη, αφού το ένα βρίσκεται εκείθεν (υπερ-)
και το άλλο εντεύθεν ενός ορίου που στη συνείδηση του
αναγνώστη είναι αρκετά ευδιάκριτο. Έτσι, αυτό που έκανε στο
τρίτο, εκτενές διήγημα της παραπάνω συλλογής ,την "εξαφάνιση
της Μπέτσυς", ήταν η παράλληλη αφήγηση μιας ρεαλιστικής και
μια σουρεαλιστικής ιστορίας, που τέμνονται ελάχιστα.
Το ίδιο έκανε και στη "Μεγάλη πομπή", το πρώτο του
μυθιστόρημα (1985). Εδώ υπάρχουν δυο ιστορίες, η ρεαλιστική
ιστορία του Νότη Σεβαστόπουλου και η ιστορία επιστημονικής
φαντασίας (ένα κόμικς που υποτίθεται ότι μεταγράφει σε πεζό
για λογαριασμό του αναγνώστη ο αφηγητής) του ιππότη
Λάνσετρις. Το σημείο τομής των δυο ιστοριών είναι, σε επίπεδο
μορφής, το ότι ο Νότης παρακολουθεί τις μηνιαίες συνέχειες
αυτού του κόμικς, και σε επίπεδο περιεχομένου, κάποιες
αναλογίες στη ζωή των δυο ηρώων. Αυτές οι αναλογίες όμως είναι
τόσο βιασμένες, που ο συγγραφέας νοιώθει υποχρεωμένος να
αναφερθεί σ' αυτές στο οπισθόφυλλο, μήπως και ο αναγνώστης δεν
τις αντιληφθεί.
Η ρεαλιστική ιστορία του Νότη είναι η τυπική ιστορία ενός
τυπικού εφήβου της σημερινής πόλης, της οποίας, πολύ λιγότερο
φιλόδοξες εκδοχές, μας είναι γνωστές από τον κινηματογράφο με
έργα του στυλ "ρόδα τσάντα και κοπάνα". Φτωχή οικογένεια,
καμικάζι με την παρέα της γειτονιάς, αποτυχία στις εξετάσεις,
δουλειές του ποδαριού, μια μικροκλοπή, λίγο χασίς, κάμποσος
αναρχισμός, σχέση με μια απλή κοπέλα η οποία όμως έχει μια
περισσότερο καθώς πρέπει πολιτική στράτευση στην ΚΝΕ.Μια
άλλη, η Αθηνά, μιας ανώτερης κοινωνικής τάξης και
πανέμορφη, φαίνεται να είναι απρόσιτη. Κάποτε όμως ανακαλύπτει
ότι εκδίδεται, και θα κάνει έρωτα μαζί της αφού της ακουμπήσει
όλες τις οικονομίες του.
Έρχεται η στρατιωτική θητεία. Καψουρεμένος, θα πάει να βρει
τη Βέρα, την άσχημη αλλά καλόκαρδη ξαδέλφη του. Την αγκαλιάζει
και τη φιλάει. "...σαν να προαισθάνεται πως τούτη είναι μια
στιγμή που θα σημαδέψει αυτόν το γάμο. Μια σκηνή που συχνά θα
ξαναφέρνουν στη μνήμη τους κι αυτός κι εκείνη. Αυτός
μετανιωμένος για τη βιασύνη και την αποκοτιά του, πικρός.
Εκείνη, όσες φορές θα έχει - και θα έχει συχνά - ανάγκη να
σταλάξει λίγη γλύκα στην ψυχή της, ώσπου, σιγά σιγά, η εικόνα να
φθαρεί και να ξεφτίσει, να χάσει τη δύναμή της και να σωρευτεί
και τούτη μαζί μ' όλες τις άλλες πίκρες που θα την ποτίσει ο
άντρας της και λίγο λίγο θα μεταβληθεί κι αυτή σε ένα ακόμη
βασανιστήριο...". (σελ.373).
Ο Νότης, ξαπλωμένος στη συνέχεια στο υπνοδωμάτιο του σπιτιού
της Βέρας, "...φαντάζεται μια σκηνή που δεν είδε ακόμη, αλλά
που δεν είναι δυνατόν να γίνει διαφορετικά...".Μέσω της
φαντασίωσης αυτής μαθαίνουμε ότι ο Νότης έγινε τελικά
νταβατζής της Αθηνάς, και κολύμπησε στο χρήμα.
Αυτή η τεχνική χρήσης της φαντασίας και των προαισθημάτων
του ήρωα αξιοποιείται όχι μόνο σε επίπεδο πλοκής (εδώ για να
μάθουμε για το μέλλον των ηρώων που εκτείνεται πέρα από το
πλαίσιο της ιστορίας, που μας αφήνει με τον Νότη φαντάρο)
αλλά και υφολογικά, δίνοντας θαυμάσια αποτελέσματα σ' αυτή τη
θαυμάσια περιγραφή της ερωτικής επαφής του Νότη και της
Αθηνάς (Ο Πανσέληνος στις περιγραφές ερωτικών σκηνών είναι
φοβερά δεξιοτέχνης, όπως π.χ. στην "εξαφάνιση της Μπέτσυς")
που δίνεται σε αλλεπάλληλες μακροπερίοδες δευτερεύουσες
ειδικές προτάσεις ("μπόρεσε έτσι να αποτυπώσει μέσ' στη μνήμη
του πως εκείνη...") σε μια έκταση τριώμισυ σελίδων.
Σ' αυτή την ιστορία βλέπουμε ακόμη να προβάλλει το αρκαδικό
ιδεώδες μιας ανόθευτης και αμόλυντης επαρχίας, με τα αγνά ήθη
και τις στενές διαπροσωπικές σχέσεις, σαν αντίθεση στην
πρωτεύουσα των ναρκωτικών και της διαφθοράς. Η καλύτερα όχι το
αρκαδικό ιδεώδες, αλλά το στερεότυπο της επαρχιακής ζωής που
έχει στη συνείδησή του ο αστός, όπως παραδέχεται και ο
συγγραφέας, αφού αυτή η επαρχία δεν έχει καμιά σχέση μ' αυτή
του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, ή καλύτερα της Ευγενίας Φακίνου, που
γράφοντας την ίδια εποχή με τον Πανσέληνο μας δίνει μια
διαφορετική εικόνα της ("Το έβδομο ρούχο" και η "Γάτα με
πέταλα"), αν και στο πρώτο της μυθιστόρημα, στην
"Αστραδενή", κάνει χρήση του ίδιου στερεότυπου.
Για την άλλη ιστορία έχουμε τις επιφυλάξεις μας. Είναι
βέβαια μια ιστορία επιστημονικής φαντασίας με αλληγορική
σημασία. Η δημοκρατία της ελευθερίας καταλύεται από την
αυτοκρατορία μιας χυδαίας ισότητας, τη μεταμοντέρνα μαζική
κοινωνία όπως την περιγράφει θαυμάσια στο βιβλίο του "Η
παρακμή του αστικού πολιτισμού" (Θεμέλιο 1991) ο Παναγιώτης
Κονδύλης. Όμως, παρά το μήνυμά της, ένας μη λάτρης του είδους
είναι αναπόφευκτο να πλήξει αφάνταστα με αυτή τη σύμφυρση της
κλασικής Ελλάδας και μιας διαπλανητικής εποχής, όπου
παρελαύνουν και όντα που βγήκαν κατευθείαν από το "Όνειρο
θερινής νύχτας" και την "Τρικυμία" του Σαίξπηρ.
Post a Comment