Book review, movie criticism

Wednesday, October 20, 2010

Ολιβιέ Τοντ, Αλμπέρ Καμύ μια ζωή

Ολιβιέ Τοντ, Αλμπέρ Καμύ μια ζωή, (μετ. Ρίτα Κολαΐτη), Καστανιώτης 2009, σελ. 700

H παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Μια εκτενής και εμπεριστατωμένη βιογραφία του νομπελίστα πεζογράφου και δοκιμιογράφου

Το έχω ξαναγράψει: είμαι φαν των βιογραφιών. Όχι όλων φυσικά, μόνο των ανθρώπων του πνεύματος. Πρώτον, γιατί δίνουν μαθήματα ζωής (η βιογραφία του Βιτγκενστάιν με είχε συγκινήσει ιδιαίτερα). Δεύτερο, για τα κουτσομπολιά. Τελικά είναι και αυτοί ανθρώπινοι, πολύ ανθρώπινοι, όπως θα έλεγε ο Νίτσε. Τρίτον, γιατί οι πραγματικές ιστορίες με συγκινούν περισσότερο από τις φανταστικές. Και τέταρτον, για το κοινωνικοϊστορικό φόντο στο οποίο τοποθετείται η βιογραφία, ιδιαίτερα αν ο βιογραφούμενος έχει εμπλακεί, περισσότερο ή λιγότερο, στα γεγονότα της εποχής του. Όπως ο Καμύ, για παράδειγμα. Ή όπως η Μαργκερίτ Ντυράς, που διάβασα πρόσφατα τη βιογραφία της.
Για τη βιογραφία αυτή διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο. «(Ο Ολιβιέ Τοντ) γράφοντας αυτή που θεωρείται η καλύτερη βιογραφία του Αλμπέρ Καμύ…». Δεν έχουμε λόγο να αμφιβάλουμε, πρόκειται πράγματι για μια εξαιρετική βιογραφία. Εμείς εδώ, πέρα από το να τη συστήσουμε στους αναγνώστες μας, θα σχολιάσουμε, όπως το συνηθίζουμε, κάποια πράγματα που μας εξιτάρισαν ή που μας άρεσαν ιδιαίτερα.
Ας ξεκινήσουμε με τα «ανθρώπινα, πολύ ανθρώπινα».
Ο Σαρτρ ήταν οκτώ χρόνια μεγαλύτερος από τον Καμύ (γεννήθηκε το 1903). Κάποια στιγμή έγιναν φίλοι. Ένας συνεργάτης του περιοδικού του Σαρτρ Les temps moderns έγραψε μια κακή κριτική για τον «Επαναστατημένο άνθρωπο» του Καμύ, αν όχι με υπόδειξη του Σαρτρ, πάντως εν γνώσει του. Δεν φέρονται έτσι στους φίλους. Ο Καμύ αντέδρασε, και η φιλία χάλασε. Η φίλη του Σαρτρ, η Σιμόν ντε Μπωβουάρ, έγραψε ένα μυθιστόρημα, τους «Μανδαρίνους», όπου κάτω από τα πρόσωπα του έργου αναγνωρίζονται ο Σαρτρ και ο Καμύ. Φυσικά τον Καμύ τον θάβει. «Ρίξανε πάνω μου όλες τις βρομιές τους» (σελ. 552), σχολιάζει ο Καμύ. (Έχω υπόψη μου μια ανάλογη περίπτωση, στα καθ’ ημάς). Ο Καμύ όμως πήρε την εκδίκησή του. Το 1957 τιμάται με το βραβείο Νόμπελ. Ο Σαρτρ, λέει ο Τοντ, σχολίασε πικρόχολα: «Δεν το ’κλεψε» (σελ. 630). Μετά από επτά χρόνια τιμήθηκε και ο ίδιος με το Νόμπελ. Το αρνήθηκε. Να πω κι εγώ την κακιούλα μου: μήπως επειδή το έδωσαν πιο πρώτα στον Καμύ; Για να υποτιμήσει το βραβείο με το οποίο ο Καμύ τιμήθηκε πιο πρώτα;
Θα πω κι άλλη κακία, για τον Καμύ αυτή τη φορά. Ήταν γόης, και την Φρανσίν τη γυναίκα του την κεράτωνε κανονικά. Η κακομοίρα η Φρανσίν ήταν μονίμως σε κατάθλιψη. «Η οικογένεια της γυναίκας του αποδίδει όλο και περισσότερο την κατάθλιψη της Φρανσίν στις απιστίες του Αλμπέρ, προπάντων στο δεσμό του με τη Μαρία(Καζάρες)» (σελ. 541). Ο ίδιος όμως, με το που ανακάλυψε ότι η πρώτη του γυναίκα, η Σιμόν Ιέ, τον απατούσε, την εξαπέστειλε. Αλλά στην ανδροκρατική κοινωνία που ζούμε η γυναίκα συνήθως καταπίνει, όχι χωρίς τίμημα. Ο επαναστατημένος άνθρωπος είναι γένους αρσενικού.
Και τώρα κάτι που μας άρεσε στον Καμύ: «Ο Καμύ έχει μια γενναιόδωρη αντίληψη για τη λογοτεχνική κριτική: του αρέσει να μιλάει για βιβλία που αγαπάει. Ούτε αγιογράφος, ούτε ισοπεδωτικός, δεν κάνει επίδειξη εξυπνακίστικης κακίας» (σελ. 187). Την ίδια γενναιόδωρη αντίληψη έχω κι εγώ.
Όταν εκδίδεται ο «Ξένος», «Ο Αντρέ Ρουσώ, ο εγκυρότερος βιβλιοκριτικός της εποχής, γράφει στην επιφυλλίδα του μια σκληρή κριτική για τον Ξένο» (σελ. 283). Το ίδιο και ο Εμίλ Ενριό, «άλλος στυλοβάτης της γαλλικής λογοτεχνικής κριτικής» (σελ. 284). Ο καλός βιβλιοκριτικός, όπως είμαι εγώ χωρίς να περιαυτολογώ, γράφει απλά αν το βιβλίο του άρεσε ή όχι, και γιατί. Αυτό είναι όχι μετριοφροσύνη, αλλά ειλικρίνεια. Δεν μπορείς να αναγορεύεις το προσωπικό σου γούστο ως κανόνα του γούστου γενικά, όσο έξυπνα και αν το αιτιολογείς. Αν δεν είναι ζήτημα γούστου, πώς μπορεί να έπεσαν τόσο έξω αυτοί οι κατά τα άλλα διακεκριμένοι βιβλιοκριτικοί;
Παραθέτω απόσπασμα από βιβλίο που παρουσίασα πρόσφατα στο Λέξημα: «Ακόμη και ο μεγαλύτερος συγγραφέας στην αγγλική γλώσσα δεν ήταν άτρωτος στη φαρμακερή κριτική. Ο Βολταίρος παρομοίασε ολόκληρο το έργο του Ουίλιαμ Σαίξπηρ με έναν «απέραντο σωρό κοπριάς» και αποκάλεσε τον ίδιο έναν «βάρβαρο μεθύστακα». Ο Τσαρλς Ντίκενς προσπάθησε να διαβάσει το έργο του βάρδου, αλλά «το βρήκα τόσο βαρετό που μου γύρισαν τα άντερα». Του Τολστόι του φάνηκε «άσεμνο, ανήθικο, χυδαίο και βλακώδες» (Robert Schnakenbert, Κρυφές ζωές μεγάλων συγγραφέων, μετ. Έρση Μηλιαράκη, IntroBooks 2008, σελ. 115).
Ναι, είναι πολύ ωραίο να έχεις το θάρρος της γνώμης σου. Και ακόμη πιο ωραίο να τη γράφουμε εμείς οι υπόλοιποι εκεί που ξέρουμε.
Διαβάζουμε: «…ο Καμύ χαρίζει το Πόλεμος και Ειρήνη με την εξής αφιέρωση: Το ωραιότερο βιβλίο που διάβασα ποτέ». Δεν θα βαρεθώ ποτέ να λέω το ίδιο πράγμα στις παρέες μου. Παρεμπιπτόντως είναι και η γνώμη του Άρνολντ Χάουζερ, σ’ αυτό το εξαιρετικό, τετράτομο έργο του «Η κοινωνική ιστορία της τέχνης». Ε, ας μη κρίνουμε τον Τολστόι από αυτό που είπε για τον Σαίξπηρ.
Διαβάζουμε: «… Δεν είναι εφικτή η συμφωνία μεταξύ αυτοχθόνων και Γάλλων της Αλγερίας… Ή θα υπάρχει ένας αλγερινός λαός που θα μιλάει αραβικά, που θα θρέφει τη σκέψη του, τα όνειρά του, από τις πηγές του Ισλάμ, ή τίποτα» (σελ. 563-564).
Αλήθεια, οι Άραβες είναι οι αυτόχθονες; Όλοι ξέρουν ότι αυτόχθονες είναι οι Καβύλοι. Οι Άραβες ήλθαν κάπου το 640, με τον Μωάμεθ. Το 1830 ήλθαν οι Γάλλοι. Οι Γάλλοι δεν έκαναν τίποτε άλλο στους Άραβες από ότι έκαναν οι Άραβες στους Καβύλους. Και το ότι οι Καβύλοι είναι οι πιο εξαθλιωμένοι κάτοικοι της Αλγερίας, όπως γράφει κάπου ο Καμύ, αυτό μάλλον δεν οφείλεται κυρίως στα 120 χρόνια γαλλικής κατοχής, αλλά στα 1300 χρόνια αραβικής κατοχής. Το γράφω αυτό ως κρητικός, γιατί κι εμείς στην Κρήτη ζήσαμε κάπου 130 χρόνια αραβικής κατοχής. Ευτυχώς ήλθαν οι βυζαντινοί και μας ελευθέρωσαν. Τους το αναγνωρίσαμε. Οι Κρήτες ήταν οι τελευταίοι μαχητές που εγκατέλειψαν την αλωμένη ήδη Κωνσταντινούπολη.
Διαβάζουμε: «…ο Καμύ ήταν στην καλύτερη περίπτωση ένας ιδεαλιστής ονειροπόλος» (σελ. 659). Πράγματι αυτή την εντύπωση σχηματίσαμε για τον Καμύ διαβάζοντας αυτό το βιβλίο: ότι ήταν ένας ιδεαλιστής ονειροπόλος.
Και τελειώνουμε:
Ο Καμύ έγραψε κάπου ότι ο πιο παράλογος θάνατος είναι ο θάνατος από αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Η μοίρα επιφύλαξε αυτόν τον παράλογο θάνατο για τον θεωρητικό του παράλογου. Σκοτώθηκε σε τροχαίο, το 1960, σε ηλικία 47 ετών.
Post a Comment