Book review, movie criticism

Tuesday, October 26, 2010

Γιάννης Ξανθούλης, Ο χάρτινος Σεπτέμβρης της καρδιάς μας

Γιάννης Ξανθούλης, Ο χάρτινος Σεπτέμβρης της καρδιάς μας

Στον "Χάρτινο Σεπτέμβρη της καρδιάς μας" (Καστανιώτης 1989)
παίζεται το "διαβατήριο δράμα" προς την ενηλικίωση των εφήβων
μέχρι τώρα ηρώων του Ξανθούλη. Αν ο ήρωας στο "Ροζ που δεν
ξέχασα" είναι ίδιος ο μοναξιασμένος ήρωας του Σκορσέζε στον
"ταξιτζή", ο ήρωας του Χάρτινου Σεπτέμβρη είναι ίδιος με τον
"ένοικο" του Πολάνσκι. Ο συγγραφέας τον παρακολουθεί σε μια
πορεία διάλυσης των νεύρων του, που αρχίζει με το θάνατο της
δίχρονης κόρης του και καταλήγει στην απόπειρα αυτοκτονίας
του μπροστά στον άντρα που αγαπάει η γυναίκα του, κι ας
παντρεύτηκε εκείνον, μετά την απόφασή της να τον εγκαταλείψει.
Το μυθιστόρημα αυτό θέτει το εξής πρόβλημα δομής: Πρόκειται
άραγε για μια ιστορία που ξεκινάει in media res, ή είναι μια
ιστορία ευθύγραμμης αφήγησης, όπου τα πριν γεγονότα, αυτά της
παιδικής φιλίας που κατέληξε σε έρωτα προς τη Φανή, τα
αφηγείται ο ήρωας σαν ανάμνηση, ενώ τα επόμενα συγκεντρώνονται
σε λίγες σελίδες στο τέλος; Ίσως θα πρέπει να ορισθούν με
μεγαλύτερη ακρίβεια τα κριτήρια. Στην πραγματικότητα η
συναισθηματική ένταση του ήρωα κάνει το έργο, αν και οι
συγκρούσεις σ' αυτό είναι ελάχιστες και παρά την αποτυχία της
απόπειρας αυτοκτονίας του αφηγητή, να συγγενεύει περισσότερο
με το δράμα παρά με το μυθιστόρημα. Το μυθιστόρημα συγγενεύει
με το ρεαλισμό ενώ το δράμα, με τη συναισθηματική ένταση που
εκφράζεται ή προκαλείται μέσα από τις συγκρούσεις των
ηρώων, οι οποίες μπορούν, περισσότερο από τις αναμνήσεις και
τις φαντασιώσεις να παρασταθούν σκηνικά, αφίσταται. Αυτός ίσως
είναι ένας από τους λόγους που ο ρεαλισμός στο δράμα
εγκαταλείφθηκε τόσο γρήγορα, για να κυριαρχήσει σήμερα το
θέατρο του παράλογου, μια εξέλιξη που αφηνόταν ανοικτή ήδη από
το "Ονειρόδραμα" του Στρίνμπεργκ. Το δράμα μπορεί να
παρουσιάσει στη δίωρη παράστασή του μόνο "φέτες ζωής", τις πιο
ενδιαφέρουσες, όπου κυριαρχούν οι εντονότερες συγκρούσεις και
επικρατεί η μεγαλύτερη ένταση αισθημάτων. Το μυθιστόρημα
αντίθετα φιλοδοξεί να δώσει ένα συνολικό πίνακα ζωής, άσχετο
αν και αυτό επικεντρώνεται σε παρόμοιες φέτες. Και η απόδοση
του συνολικού πίνακα επιβάλλει μια πιο "ρεαλιστική"
κατάληξη, όπως συμβαίνει και στη ζωή. Γι αυτό και οι κεντρικοί
ήρωες συνήθως επιβιώνουν. Ίσως αν ο Ξανθούλης είχε κάνει το
έργο του δράμα, ο ήρωας να μην είχε βγει ζωντανός απ' την
απόπειρα αυτοκτονίας του. Όμως επιβιώνει, όπως όλοι μας από τις
ερωτικές απογοητεύσεις της νεότητάς μας, αποφασίζοντας να μπει
"στην ευγενική τροχιά της ενηλικίωσης"(σελ.156).
Ξαναπαντρεύεται, κάνει δυο παιδιά, και επικοινωνεί και με τον
Αντώνη και με τη Φανή σαν καλοί φίλοι που πάντα υπήρξαν.
Οι σεξουαλικές μονομανίες και αθυροστομίες εγκαταλείπουν
περισσότερο ,μετά το πεθαμένο λικέρ, τη μυθοπλασία και το ύφος
του συγγραφέα, όπως και η τολμηρή μέχρι εκζήτησης ποιητική
γλώσσα. Το γκροτέσκ κάνει και εδώ απλά μια σύντομη εμφάνιση
στο τέλος, όχι όμως με τη μορφή παραίσθησης,(οι παραισθήσεις,
που κυνηγούν τον ήρωα από την αρχή είναι
ηχητικού χαρακτήρα),αλλά με τη μορφή ονείρου, που θα αποτελεί
στο εξής σ' όλα τα έργα του Ξανθούλη το ρεαλιστικό ένδυμα με
το οποίο θα περιβάλει το γκροτέσκ του .
Το καινούριο στο έργο αυτό του Ξανθούλη είναι ότι για πρώτη
φορά αξιοποιεί υφολογικά την πολυσημία των λέξεων και των
συνειρμών που δημιουργούν, κάτι που ορισμένοι "πρωτοποριακοί"
κάνουν σε βαθμό κατάχρησης. Η "θεία" και η "θεία φωνή"
(σελ.86)."Ιούλιος, Ιούλιος Καίσαρ, καισαρική τομή, τομή
οριζόντιος στο βάθος του ορίζοντα..."(σελ.89)."Μάτι" και
"αυγό μάτι" (σελ.90-91).
Τέλος, όπως και στο προηγούμενο έργο, η ιστορία κινείται σε
συγκεκριμένο χώρο και χρόνο. Ο χρόνος όμως αυτός είναι όχι
τόσο ιστορικός, με κοινωνικοπολιτικά δηλαδή στοιχεία, όσο
ημερολογιακός, με τραγούδια σουξέ και κινηματογραφικά έργα της
εποχής που ανακαλούν σε μας τους παλιότερους αναγνώστες την
εφηβεία και τη νεότητά μας. Η αναφορά στο "τελευταίο ταγκό"
του Μπερτολούτσι δυστυχώς, πέρα από τη λειτουργία της σαν
επιθετικός προσδιορισμός μιας εποχής, δεν αξιοποιείται
παραπέρα. Ο συγγραφέας θυμάται, όπως όλοι, την ερωτική σκηνή του
Μάρλον Μπράντο με την Μαρία Σνάιντερ, ενώ η ομοιότητα της
ιστορίας του με την ιστορία του ήρωά του, η απελπισία και η
παράνοια που ακολουθεί την εγκατάλειψη, αγνοείται.
Post a Comment