Book review, movie criticism

Tuesday, October 19, 2010

Αλέξης Πανσέληνος, Βραδιές μπαλέτου

Αλέξης Πανσέληνος, Βραδιές μπαλέτου

Οι "Βραδιές μπαλέτου" (Κέδρος 1991) είναι το τρίτο και
τελευταίο μέχρι στιγμής βιβλίο του Αλέξη Πανσέληνου, ένα
εκτενές, σχεδόν όσο και η "Μεγάλη πομπή", μυθιστόρημα, 450
σελίδων.
Με το βιβλίο αυτό φαίνεται για άλλη μια φορά πως οι
πεζογράφοι της μεταπολίτευσης δεν έχουν ξεμπερδέψει ακόμη με
τον εμφύλιο, τον οποίο κουβαλάνε σαν ιστορική μνήμη (ο
Πανσέληνος και πραγματική, αφού γεννήθηκε το 1943) μέσα τους. Ο
συγγραφέας, αφηγούμενος την ιστορία των τριών φίλων, του
Μορφονιού, του Μαρκέα και του Παρασκευαΐδη, έχει σαν στόχο να
αφηγηθεί την ιστορία όχι της αριστεράς, αλλά των αριστερών. Ο
Μορφονιός επέστρεψε στη δεξιά, ο Μαρκέας έγινε δηλωσίας, και ο
Παρασκευαΐδης ένας λογοτέχνης τρίτης κατηγορίας. Και οι τρεις
είναι τώρα γέροι ραμολιμέντα, που ξεροσαλιάζουν μπροστά στην
Κάτια, τη νεαρή μπαλαρίνα. Δίπλα σ' αυτούς, ο καταχραστής των
οικονομικών του κόμματος Στεργιάδης, ο οποίος κερδίζει την
καρδιά της Ελπίδας, που χωρίζει τον Μαρκέα μετά τη δήλωσή
του, κι ας έκανε αυτός τα πάντα προκειμένου να αποτρέψει την
εκτέλεσή της. Καταλύτης της ιστορίας, ατομικής και
συλλογικής, φαίνεται να λέει ο Πανσέληνος, δεν είναι η
ιδεολογία, αλλά από τη μια η ιδιοτέλεια και από την άλλη η
στενοκεφαλιά.
Ενώ το γκροτέσκ πνέει τα λοίσθια στο έργο αυτό του
Πανσέληνου με μια σύντομη εμφάνισή του, μόλις τριώμισι σελίδων
στο τέλος του έργου πριν τον επίλογο, ο σαρκασμός και το
χιούμορ κάνουν για πρώτη φορά την εμφάνισή τους, και
λυπούμαστε που το δεύτερο το βρήκαμε σε λίγες μόνο
σελίδες,53-55 και στον επίλογο. Στα "Παπούτσια για πέταμα" της
Μαριάννας Τζιαντζή, με παρόμοια θεματολογία και ίδια έκταση, το
χιούμορ διαπερνά όλο το έργο.
Παρά τις ωραιότατες σελίδες που υπάρχουν στο έργο, όπως οι
παραπάνω, η σκηνή της κηδείας, κάποια αποσπάσματα του
ημερολογίου του Μορφονιού κλπ, υπάρχει μια αδυναμία στη
σύνθεση. Το έργο ξεκινάει με τριτοπρόσωπη αφήγηση, εστιασμένη
στο πρόσωπο της Κάτιας Γεροδήμου, της μπαλαρίνας. Πλέκεται μια
συνομωσία από το Μορφονιό, για να γίνει σολίστας, που θα την
ρίξει στο κρεβάτι του. Η συνομωσία αποτυγχάνει. Ο Μορφονιός
πεθαίνει αφήνοντάς την κληρονόμο ενός ακινήτου. Αυτή δέχεται
πιέσεις από την οικογένειά του να αποποιηθεί την κληρονομιά.
Σαν όρο για να το σκεφτεί, βάζει το να διαβάσει το
ημερολόγιο που άφησε ο Μορφονιός στους δυο φίλους του, για να
δει αν ο γέρος ήταν ερωτευμένος μαζί της.
Μετά την σελίδα 132,η ιστορία παγώνει, και η εστία
ενδιαφέροντος μετατοπίζεται στους τρεις φίλους, στην ιστορία
τους, μέσω του ημερολογίου του Μορφονιού. Ένα ημερολόγιο όμως
είναι κυρίως "λόγος της ημέρας", όπου αφηγείται κανείς
τελευταία επεισόδια του βίου του, όχι αναμνήσεις από ένα
μακρινό παρελθόν. Ακόμη, οι αφηγήσεις αυτές γίνονται συνήθως με
ένα αφρόντιστο, καθημερινό ύφος, πράγμα που ο Πανσέληνος
ακολουθεί με συνέπεια στην αρχή. Καθώς όμως οι τέτοιου είδους
σελίδες δεν μπορούν να υπερβούν ένα ορισμένο ποσοστό στο
σύνολο του βιβλίου, για να μη λειτουργήσουν αρνητικά στην
προσπάθεια να το πλουτίσουν υφολογικά, ο συγγραφέας κάνει στη
συνέχεια, στα περισσότερα κείμενα, το λόγο του Μορφονιού
λογοτεχνικό. Καθώς η ασυνέπεια λειτουργεί τώρα σε δυο
επίπεδα, θα διαδεχθούν σταδιακά τα ημερολογιακά σημειώματα μια
πρωτοπρόσωπη και μια τριτοπρόσωπη αφήγηση, όπου αφηγητές και
εστία ενδιαφέροντος θα είναι οι δυο φίλοι. Οι σύγχρονοι
λογοτέχνες εξάλλου κάνουν ένα συνεχές zapping ανάμεσα στα
ύφη, στον αφηγητή, στο χρόνο της ιστορίας κλπ, λες και στον
σύγχρονο αναγνώστη μετά από κάθε ερέθισμα δημιουργείται
γρήγορα μια αναστολή στον εγκεφαλικό φλοιό του, και για να
συνεχισθεί η διέγερσή του, αλλιώς το ενδιαφέρον του, πρέπει να
υπάρχει μια ταχύτατη εναλλαγή στα ερεθίσματα.
Σ' όλο αυτό το διάστημα ο αναγνώστης θα προσπαθήσει να
καλλιεργήσει την κατά σύμβαση συμπάθεια που απαιτείται για να
παρακολουθήσει την ιστορία τους, αφού στην αρχή του βιβλίου οι
τρεις ήρωες είχαν τεθεί ανταγωνιστικά στο πρόσωπο στο οποίο η
εστίαση της αφήγησης είχε καλλιεργήσει το ενδιαφέρον και τη
συμπάθειά μας : την Κάτια Γεροδήμου. Οι αρνητικοί ήρωες
εξάλλου είναι χωρίς αναγνωστικό ενδιαφέρον, και αυτός, όπως
έχουμε γράψει αλλού, είναι ίσως ο κύριος λόγος που ένας τόσο
σπουδαίος συγγραφέας όπως ο Αλέξανδρος Κοτζιάς έχει ένα τόσο
δυσανάλογα περιορισμένο κοινό.
Το νήμα της ιστορίας θα το ξαναβρούμε στον επίλογο ο
οποίος, σε αντίθεση με τους συνήθεις προλόγους άλλων
έργων, κερδίζει την παράσταση. Μετά το παρατεταμένο ορντέβρ, το
κυρίως γεύμα αποδεικνύεται νοστιμότατο μεν, αλλά λίγο.
Βέβαια ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την ιστορία του
προσχηματικά, για να δώσει προσωπογραφίες, να σχολιάσει
γεγονότα και καταστάσεις. Εξάλλου αυτός είναι σχεδόν ο κανόνας
στη σύγχρονη πεζογραφία. Μας ξεγέλασε όμως. Μας προετοίμασε να
διαβάσουμε μια ιστορία με σασπένς, την οποία όμως εγκατέλειψε
στην αρχή, για να μας διηγηθεί ιστορίες ενός απώτατου
παρελθόντος, ενός παρελθόντος που, αν αντανακλώ σωστά το μέσο
αναγνώστη, δεν συγκινεί και τόσο πια. Οι πρωταγωνιστές της ζωής
είναι τώρα οι Κάτιες Γεροδήμου - και οι θεατές, δηλαδή οι
αναγνώστες, άτομα της ηλικίας της - και όχι τα φαντάσματα του
παρελθόντος που οδεύουν σε μια προϊούσα γεροντική
άνοια. Έτσι, η εντύπωση που αποκομίζει κανείς από το έργο, είναι
ωραίες ψηφίδες ενός όχι ικανοποιητικού συνόλου.
Post a Comment