Book review, movie criticism

Tuesday, October 12, 2010

Γιάννης Νιωτάκης, Λογισμοί μελίφρονες

Γιάννης Νιωτάκης, Λογισμοί μελίφρονες, Ρόδος 2006

Κρητικά Επίκαιρα, Ιούλιος-Αύγουστος 2007

Μετά τις «Μοναχικές περιδιαβάσεις» (1994) και το «Ιδού ουρανός αδιάβατος» (2000) ο Γιάννης Νιωτάκης, πρόεδρος της Αδελφότητας Κρητών Ρόδου, μας παρουσιάζει την τρίτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Λογισμοί μελίφρονες».
Η συλλογή αυτή δεν είναι ακριβώς ποίηση. Υπάρχουν ποιήματα με την παραδοσιακή έννοια, που απλά παρεμβάλλονται σαν ρεφρέν σε κείμενα μορφικά πεζά, που όμως τα διαπνέει ένας έντονος λυρισμός, και που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν πεζοτράγουδα, όπως οι «Πεζοί ρυθμοί» του Ζαχαρία Παπαντωνίου στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Η αφηγηματικότητά τους θυμίζει Αίσωπο, ενώ η λυρικότητά τους μου έφερε στο νου τις «Λυρικές προσφορές» του Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ, μια από τις πρώτες μου μεταφραστικές απόπειρες, σε εκδόσεις Αναγνωστίδη.
Τα λυρικά αυτά κείμενα του Νιωτάκη, οιονεί ποιήματα, στηρίζονται αφηγηματικά σε ένα διάλογο. Διαλέγονται κυρίως δύο έμψυχα μεταξύ τους, όπως η σαύρα και η χελιδόνα, αλλά και ένα έμψυχο με ένα άψυχο, όπως π.χ. το σύννεφο και η χελώνα, ή ένα έντομο και ένα φυτό, όπως η μέλισσα και η μολόχα. Να δώσουμε ένα μικρό δείγμα, το «Δεν το ’χω για σένα» (σελ. 68).
«Δώσμου λίγο απ’ το νέκταρ σου» παρακάλεσε ένας γρύλος την ολάνθιστη ακακία στην άκρη του λιβαδιού. «Δεν το ’χω για σένα», του απάντησε εκείνη. «Το νέκταρ μου το φυλάω για τη μέλισσα που μου είπε πως είναι τόσο γλυκό». «Μα και μένα μου αρέσει», απάντησε ο γρύλος. «Κι εγώ το βρίσκω γλυκό». «Ναι», πρόσθεσε η ακακία, «μα η μέλισσα το μαζεύει για να κάνει το κερί των αγίων. Εσύ το θέλεις μόνο για να τραγουδάς».
Ο Λυρισμός του Νιωτάκη είναι βαθιά φυσιολατρικός. Η φυσιολατρία του είναι τόσο έντονη, τόσο κυρίαρχη, που μου θύμισε τη φυσιολατρία του Μανώλη Πρατικάκη, παρόλο που η φυσιολατρία η δική του είναι περισσότερο οντολογική. Ο Πρατικάκης απομονώνει τα όντα, τον αίγαγρο, το μαγγανοπήγαδο, το λαγήνι, τα τζιτζίκια κ.λπ. και τα αναδεικνύει σαν προσωκρατικός στη μοναδικότητά τους. Ο Νιωτάκης αντίθετα, σαν σοφιστής, τα βάζει να συζητάνε, όμως χωρίς αντιπαραθέσεις, αλλά σαν σε συμφωνία με μια παγκόσμια αρμονία. Από τις ελάχιστες, «μονοφωνικές» εξαιρέσεις, είναι «Το υπέρτατο ταξίδι», με αντικείμενο τον χοχλιό. «Ο χοχλιός δεν έχει φωνή. Αυτά όμως που θέλει να πει, τα γράφει με το σάλιο του πάνω στα σώματα που γλιστρά».
Όμως ακόμη κι εδώ ο διάλογος υποβόσκει. Το κείμενο τελειώνει: «Σαν ξημέρωσε, τα πουλιά που έφευγαν για τις νότιες χώρες, προσπαθούσαν να διαβάσουν τα μισοσβησμένα απ’ τον αγέρα γράμματα, να κρατούν το μήνυμα στον τόπο που πήγαιναν» (σελ. 56).
Πέρα όμως από τους φυσιολατρικούς διαλόγους υπάρχουν και διάλογοι επίσης γεμάτοι θυμοσοφία, αγάπη και τρυφερότητα ανάμεσα σε ανθρώπους: στον έφηβο ταξιδευτή και τον γέροντα, στον γυρολόγο και τον περαστικό, στον παππού και τον εγγονό, στην κοπέλα και τη θεία της, στον νέο και τη νέα. «Η φωτεινή σου παρουσία μου ’δινε φτερά. Φεύγω παίρνοντας μαζί μου το χαμόγελό σου. Το χαμόγελο αυτό που μου φέρνει ό,τι μπορώ να επιθυμήσω απ’ τον κόσμο… το παν. Ποτέ δεν θέλω να χάσεις το χαμογέλιο σου. Χωρίς αυτό ο κόσμος θα ’ναι τόσο φτωχός» (σελ. 77).
Με αυτά τα πλούσια σε πανίδα και χλωρίδα πεζοτράγουδά του ο Γιάννης Νιωτάκης διερευνά νέες εκφραστικές δυνατότητες και τρόπους για να διοχετεύσει τη λυρική του φλέβα. Με ευαισθησία και πρωτοτυπία διοχετεύει το ποιητικό του όραμα σε μια συλλογή που μαγεύει κάθε αναγνώστη.
Post a Comment