Book review, movie criticism

Wednesday, October 15, 2014

Γιάννης Βαρουφάκης, Μιλώντας στην κόρη μου για την οικονομία

Γιάννης Βαρουφάκης, Μιλώντας στην κόρη μου για την οικονομία, Πατάκης 2014, σελ. 207

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Ένα εκλαϊκευτικό βιβλίο πάνω στην οικονομία

 Θα ξεκινήσω ανορθόδοξα, παραθέτοντας ένα απόσπασμα από τον πρόλογο του βιβλίου του Will Durant «Η περιπέτεια της φιλοσοφίας».
 «…ένας καθηγητής φιλοσοφίας σε πανεπιστήμιο των μεσοδυτικών πολιτειών με ενημέρωσε ότι δίδασκε τον Καντ επί δεκαπέντε χρόνια και δεν είχε καταλάβει το νόημα της φιλοσοφίας του μέχρι που διάβασε αυτό το εισαγωγικό κεφάλαιο» (xxi).
Με αυτό θέλω να πω πως δεν υποτιμώ καθόλου τα εκλαϊκευτικά βιβλία. Ακόμη, να επαναλάβω άλλη μια φορά πως μου αρέσει κατά καιρούς να διαβάζω βιβλία πάνω σε θέματα που δεν με απασχολούν άμεσα, για να φρεσκάρω και να διευρύνω μια εικόνα που έχω γι’ αυτά.
Θυμάμαι έναν αφορισμό του Όσκαρ Ουάιλντ: Όταν οι κριτικοί διαφωνούν ο καλλιτέχνης είναι σίγουρος για τον εαυτό του. Θα μπορούσα να τον παραφράσω λέγοντας: Όταν οι οικονομολόγοι διαφωνούν, μπορείς να δυσπιστείς σ’ αυτά που λένε. Και οι οικονομολόγοι διαφωνούν όπως και οι φιλόσοφοι, γιατί απλούστατα η οικονομία δεν είναι επιστήμη, όπως υποστηρίζει ο Βαρουφάκης: «Τα οικονομικά μοιάζουν περισσότερο με την Αστρολογία παρά με την Αστρονομία», μας λέει. Ο λόγος είναι πως  «…δεν υπάρχει περίπτωση να δημιουργήσουμε ένα εργαστήριο εντός του οποίου να ελέγξουμε τις σημαντικές μας υποθέσεις για το πώς π.χ. θα εξελισσόταν το 2010 η ελληνική οικονομία αν, αντί να πάρει το μνημονιακό δάνειο, το ελληνικό δημόσιο κήρυττε στάση πληρωμών», για να προσθέσει λίγο πιο κάτω: «Δυστυχώς, η συντριπτική πλειοψηφία των συναδέλφων μου, των οικονομολόγων, επιλέγουν να προσποιούνται ότι είναι επιστήμονες, κι έτσι καταλήγουν να θυμίζουν αστρολόγους, θεολόγους ίσως, που επιστρατεύουν μαθηματικές αποδείξεις για την ύπαρξη του θεού, ιερατεία που επενδύουν στην άγνοια και στην προκατάληψη ανθρώπων οι οποίοι ζουν υπό καθεστώς άγχους για την επιβίωση και φόβου για το τι θα τους ξημερώσει». (σελ. 202-203).
Μα να το κάνουν τόσο εσκεμμένα;
Μάλιστα. Οι αριστεροί οικονομολόγοι προτείνουν άλλες λύσεις από τους δεξιούς. Η καλύτερη περίπτωση είναι να τοποθετούνται στη δεξιά ή στην αριστερά ανάλογα με τις λύσεις που προτείνουν.
Όλη αυτή την εισαγωγή την έκανα για να νομιμοποιήσω ορισμένες ενστάσεις που έχω πάνω σε κάποια πράγματα που λέει ο Βαρουφάκης.
Από ένα σημείο μπορείς να φέρεις μόνο μια παράλληλη σε μια ευθεία μας λέει ο Ευκλείδης. Όμως ο Ρήμαν μας λέει πως αυτό ισχύει για τη γη, γιατί στον άπειρο διαστημικό χώρο από ένα σημείο μπορείς να φέρεις άπειρες παραλλήλους σε μια ευθεία. Έτσι, αυτό που υποστηρίζει ο Βαρουφάκης για το πώς υποδουλώθηκαν η Αφρική, η Αυστραλία και η Αμερική από τους Ευρωπαίους φαίνεται να ισχύει («συσσώρευση πλεονάσματος και δημιουργία μεγάλων κρατικών, επεκτατικών οντοτήτων»), δεν φαίνεται όμως να ισχύει για το πώς υποδουλώθηκαν οι χώρες του Μαγκρέμπ και του Ζαγκρέμπ στους Άραβες, ή για τις κατακτήσεις των Μογγόλων και των Τούρκων. Απεναντίας αυτό που φαίνεται να ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις είναι οι πολεμικές καινοτομίες, που δεν έχουν να κάνουν υποχρεωτικά με τη δημιουργία πλεονάσματος. Βέβαια τον Βαρουφάκη τον ενδιαφέρει η Δύση και η ιστορία της μετά την Αναγέννηση.
  Με ξένισε στα αρχικά κεφάλαια η χρήση της έννοιας «βιωματική αξία» σε αντιπαράθεση με την έννοια της «ανταλλακτικής αξίας». Στην πρώτη χρήση της την κατανοώ, καθώς μιλάει για την βιωματική αξία ενός ηλιοβασιλέματος ή ενός καλού ανέκδοτου, αργότερα όμως περίπου την ταυτίζει με αυτή που θυμόμουνα εγώ από τα μαρξιστικά διαβάσματα της εφηβείας μου ως αξία χρήσης. Αργότερα σχεδόν τις ταυτίζει σε φράσεις όπως «…η διαφορά μεταξύ της ανταλλακτικής και της βιωματικής, ή της χρηστικής αξίας…» (σελ. 175).
Διαβάζουμε:
  «Οι κοινωνίες της αγοράς δίνουν αποκλειστική έμφαση στις ανταλλακτικές αξίες, οι οποίες, ως αποτέλεσμα, όλο και υπερισχύουν επί των βιωματικών αξιών» (σελ. 148).
Υπερίσχυσαν και σε μένα που αποφάσισα να πουλήσω τα χωράφια που μου κληροδότησαν οι γονείς μου προκειμένου να ξεπληρώσω τα χρέη μου, παρά την βιωματική αξία που είχαν για μένα.
Δεν το μετάνιωσα. Σήμερα, μετά την κρίση, κάποιοι αναγκάζονται να τα πουλήσουν για κομμάτι ψωμί.
Όμως μια και δεν υπάρχει περίπτωση να γράψω ποτέ κανένα δοκίμιο, ούτε καν αρθράκι, για την οικονομία, δράττομαι της ευκαιρίας να γράψω δυο λόγια για τις πεποιθήσεις μου όσον αφορά την αξία χρήσης ή χρηστική αξία.
Οι χρηστικές αξίες δεν είναι ίδιες για όλους. Ένα παντελόνι και ένα αμάξι έχουν για όλους την χρηστική αξία του να μην κυκλοφορείς γυμνός και να πηγαίνεις στη δουλειά σου, για άλλους όμως έχουν επί πλέον την χρηστική αξία της κοινωνικής επίδειξης. Δεν είμαι από αυτούς, και στην περίπτωσή μου δεν ισχύει το «όσα δεν φτάνει η αλεπού…». Έχω μια στόφα φιλοσοφική, και όλοι όσοι έχουμε τέτοια στόφα κρύβουμε ένα Διογένη κυνικό μέσα μας.
Ακόμη:
Άλλη χρηστική αξία έχει για μένα η τηλεφωνία και άλλη για κάποιον άλλο. Για την συντριπτική πλειοψηφία έχει μικρή αξία, και έτσι επιλέγουν παρόχους που προσφέρουν φτηνά το προϊόν τους. Εγώ όμως που ζω με το διαδίκτυο προτιμώ να πληρώνω κάτι παραπάνω, γιατί το προϊόν που μου προσφέρεται είναι καλύτερο και το χρησιμοποιώ πολύ περισσότερο από ό,τι πολλοί άλλοι. Στο πατρικό μου όμως στην Κρήτη, που ζω μόνο δυο μήνες το χρόνο, επιλέγω κι εγώ έναν φτηνό πάροχο. Όλο το μάρκετινγκ στηρίζεται στο να πείσουν τον καταναλωτή για τη μεγάλη χρηστική αξία ενός προϊόντος και την μικρή ανταλλακτική του (ενώ τους λέω ότι δεν βλέπω τηλεόραση μου τα πρήζουν με το Nova και πόσο φτηνά το προσφέρουν). Στην καλύτερη περίπτωση, γιατί υπάρχει και η χειρότερη: να σε πείσουν για την χρηστική αξία ενός προϊόντος που στην πραγματικότητα σου είναι άχρηστο.
Ο Βαρουφάκης αναλύει διεξοδικά αυτό που ονομάζει ως «δανεισμό αξίας από το μέλλον», το να δανείζουν δηλαδή οι τράπεζες χρήμα που δεν έχουν αλλά που ευελπιστούν ότι θα εισπράξουν μελλοντικά. Αυτό κινεί την οικονομία, αλλά αν για κάποιους λόγους δεν το εισπράξουν έχουμε αλυσιδωτές αντιδράσεις που οδηγούν στην κρίση και στο κραχ. Διαβάζουμε:
  «Επιστρέφοντας στη δεκαετία του 1920, συμπεραίνουμε ότι, αν τα κράτη εμπόδιζαν τις τράπεζες να δημιουργήσουν νέο χρήμα από το πουθενά, το βιομηχανικό θαύμα που άλλαξε τον κόσμο θα είχε εμποδιστεί και οι κοινωνίες της αγοράς θα είχαν αποτελματωθεί. Από την άλλη, αφήνοντάς τες να δρουν ανεξέλεγκτα, δημιούργησαν τόσο νέο χρήμα, ώστε, μαζί με τα νέα εργοστάσια και τους ουρανοξύστες, δημιουργήθηκαν τεράστιες φούσκες, το σκάσιμο των οποίων το 1929 παρέσυρε την ανθρωπότητα στον βούρκο της βαρβαρότητας. Σχεδόν η ίδια ακολουθία γεγονότων έπληξε την ανθρωπότητα ξανά, το 2008» (σελ. 192).
Η ένστασή μου:
Παρόλο που, όπως λέει στην εισαγωγή του, «αποφάσισα να μην εστιάσω στην ελληνική καθημερινότητα των τελευταίων θλιβερών ετών – στα μνημόνια, στη φτώχεια, στην αναξιοπρέπεια που ζούμε από το 2010», φοβάμαι ότι το παραπάνω απόσπασμα δημιουργεί την παρανόηση ότι η κρίση που περνάει η Ελλάδα οφείλεται κυρίως σ’ αυτό.
Όμως δεν οφείλεται κυρίως σ’ αυτό. Η κρίση οφείλεται κυρίως στην διαφθορά των πολιτικών μας (όχι όλων) που οξύνει την παθογένεια της δημοκρατίας. Τα κόμματα δανείζονται αφειδώς για να ικανοποιούν πελάτες ώστε να τους ξαναψηφίζουν και να βγαίνουν στην εξουσία, από την οποία κερδίζουν χρήματα. Και αν βέβαια τα χρήματα που δανειζόμασταν πήγαιναν κυρίως στους πελάτες θα λέγαμε χαλάλι, κοσμάκης τα νέμεται. Στην πραγματικότητα το μεγαλύτερο μέρος της πίττας από τον εξωτερικό δανεισμό πήγε σε καταθέσεις στην Ελβετία.
Πώς θα μπορούσαν να πληρωθούν τα δανεικά;
Μα με τους φόρους. Όμως οι μεγάλοι φοροδιαφεύγουν (λίστα Λαγκάρντ), οπότε η κυβέρνηση δεν είχε άλλη επιλογή από το να βάλει κι άλλους φόρους και να μειώσει μισθούς και συντάξεις. Χάνει βέβαια πελάτες, όμως η τρόικα μόνο με αυτό τον όρο μας δανείζει φτηνό χρήμα, γιατί πιστεύει ότι μόνο έτσι θα βγούμε από το τέλμα της κρίσης. Η τρόικα δεν έχει τη λογική του Βαρουφάκη αλλά τη λογική του μέσου οικογενειάρχη: Χρωστώ, άρα σφίγγω το ζωνάρι μου για να ξεπληρώσω.
Και η αλυσιδωτή αντίδραση έρχεται. Ο πρώτος κρίκος είναι οι τράπεζες που «δανείζονται από το μέλλον», όμως με αυτό το ζοφερό μέλλον δεν μπορούν να εισπράξουν τα δανεικά. Για να μην καταρρεύσουν πρέπει να αναχρηματοδοτηθούν. Με ποιο χρήμα; Μα με το χρήμα του κοσμάκη. Αυτό περιορίζει ακόμη περισσότερο τις αγοραστικές (εδώ δεν λέμε καταναλωτικές) του δυνατότητες και πάει λέγοντας.
Τα λέει και ο Βαρουφάκης αυτά, προσθέτοντας: «… Σε αντάλλαγμα (για την αναχρηματοδότηση), οι τραπεζίτες χρηματοδοτούν την προεκλογική εκστρατεία των φιλικά ισταμένων προς αυτούς πολιτικών» (σελ. 80).
Και εδώ έχω πάλι μιαν αντίρρηση: χρηματοδοτούν την προεκλογική εκστρατεία όλων των πολιτικών. Έτσι όποιοι και να βγουν στην εξουσία, τους έχουν στο χέρι.
Να προσθέσω παρεμπιπτόντως και κάτι ακόμη: δεν πιστεύω καθόλου ότι η κρίση είναι  πρωτίστως κρίση αξιών, όπως διατείνονται μερικοί (ο Βαρουφάκης δεν ανήκει σ’ αυτούς). Αυτοί που το πιστεύουν το πιστεύουν για έναν από τους παρακάτω τρεις λόγους, ή και για τους τρεις. Πρώτον, η αντίληψη αυτή είναι πιο σικ. Δεύτερον, έχουν αλλοτριωμένη συνείδηση (ελιά, ελιά, και Κώτσο βασιλιά). Και τρίτον, οι καταναλωτικές τους δυνατότητες και συνήθειες δεν μειώθηκαν στο ελάχιστο, απλά μειώθηκε το ποσό των χρημάτων που βάζουν κάθε χρόνο στην άκρη, «για τα γεράματα».
Εστίασα στις αντιρρήσεις μου, και γι’ αυτό θέλω να τονίσω τελειώνοντας πόσο κατατοπιστικό είναι αυτό το βιβλίο πάνω στα ζητήματα της οικονομίας, ειδικά γι’ αυτούς που δεν έχουν ιδιαίτερη επαφή με το θέμα. Και δεν εννοώ μόνο τους έφηβους, στους οποίους απευθύνεται ο Βαρουφάκης. Σ’ αυτούς που αγοράζουν τις κυριακάτικες εφημερίδες και περνάνε το πρωινό της Κυριακής διαβάζοντάς τις, θα συνιστούσα μια Κυριακή να μην τις αγοράσουν αλλά να αγοράσουν και να διαβάσουν το βιβλίο του Βαρουφάκη. Τόσο τα χρήματα όσο και ο χρόνος τους θα έπιαναν περισσότερο τόπο.

Μπάμπης Δερμιτζάκης

Post a Comment