Book review, movie criticism

Thursday, October 23, 2014

Gus Van Sant, Good will hunting



Gus Van Sant, Good will hunting (1997)

Το Good Will hunting το είχα δει πριν χρόνια αλλά το είχα ξεχάσει. Το έργο μου το σύστησε ο φίλος μου ο Κορακιανίτης. Είπα να το δω αμέσως πριν το ξεχάσω.
Ο νεαρός είναι μια ιδιοφυία στα μαθηματικά και τέρας γνώσεων, αλλά εντελώς ιδιόρρυθμος. Θα τον ανακαλύψει ένας κορυφαίος καθηγητής του Χάρβαρντ και θα τον πάρει υπό την προστασία του, όπως καλλιώρα πήρε υπό την προστασία του ο Ράσελ τον Βιτγκενστάιν. Και οι δυο αναγνώρισαν ότι ο προστατευόμενός τους τούς ξεπερνούσε σε ικανότητες.
Ο δικαστής όμως, για να μην τον στείλει στη φυλακή, θέτει και έναν άλλον όρο, πέρα από το να συναντιέται με τον καθηγητή: να επισκέπτεται κάθε εβδομάδα ένα ψυχίατρο.
Κανείς δεν τον αντέχει, παρά μόνο ο Ρόμπιν Γουίλλιαμς. Κουβαλώντας κι αυτός τα δικά του ψυχολογικά προβλήματα, θα βοηθηθεί από αυτή τη σχέση με τη σειρά του. Ο νεαρός βλέπει έναν πίνακά του, μια βάρκα σε μια φουρτουνιασμένη θάλασσα, και θα τον σχολιάσει. Κάποια στιγμή ακούμε τον παρακάτω διάλογο:
«-σε λίγο θα κόψεις το αυτί σου
-Αλήθεια;
-Ναι.
-Να πάω και νότια Γαλλία και να λέγομαι μήπως Βίνσεντ;
-Έχεις ακούσει που λένε “στη μπόρα κάθε δενδράκι καταφύγιο”;
-Ναι
-Εσύ είσαι αυτός, οι ουρανοί άνοιξαν, τα κύματα σκάνε στη βάρκα σου, τα κουπιά έτοιμα να τσακιστούν, τα ’χεις κάνει πάνω σου και ψάχνεις λιμάνι να σωθείς. Γι’ αυτό θα ’γινες ψυχολόγος.
-Μπίνγκο».
Πάντα είχα τη βεβαιότητα ότι όποιος σπουδάζει ψυχολογία το κάνει για να γνωρίσει βαθύτερα τον εαυτό του και τα ψυχολογικά προβλήματα που τον κατατρύχουν. Κι εγώ, όταν στα εικοσιεφτά μου διάβαζα μετά μανίας ψυχολογία, για τον ίδιο λόγο το έκανα. Δυο χρόνια όμως ήταν αρκετά για να τον μάθω· ή τέλος πάντων να νομίσω ότι τον έμαθα. Ή έστω, για να μου περάσει η ανάγκη να γνωρίσω τον εαυτό μου. Τότε ξανοίχτηκα σε άλλα διαβάσματα.
Ένας γνωστός μου ψυχολόγος, όταν του έκανα την παρατήρηση ότι «Για να λύσεις τα ψυχολογικά σου προβλήματα σπούδασες ψυχολογία» είχε την παρρησία να το παραδεχτεί.
Σε ένα αυτοβιογραφικό κείμενο που έγραψα έβαλα ως υπότιτλο «Οι ρίζες της σύμπτωσης», κλέβοντάς τον από το ομώνυμο έργο του Άρθουρ Καίσλερ. Αναφερόμουν σε αυτό σε συμπτώσεις, κάποιες από τις οποίες, πολύ σημαντικές, είχαν να κάνουν με τη συγγραφή του και έγιναν κατά τη διάρκειά της, που κράτησε μόλις κάτι παραπάνω από μια μέρα.
Προσλαμβάνοντας το έργο κάτω από το γεγονός της πρόσφατης αυτοκτονίας του Ρόμπιν, και ενθυμούμενος το Patch Adams που ξαναείδα πρόσφατα όπου παίζει πάλι το ρόλο ενός θεραπευτή, αναρωτιέμαι αν είναι σύμπτωση που τέτοιοι ρόλοι βρήκαν τον Γουίλιαμς, ή μήπως ο ίδιος αναζήτησε υποσυνείδητα τέτοιους ρόλους. Αναδρομικά μπορούμε να υποθέσουμε τον υπαινιχτικό τους χαρακτήρα για το τέλος του, όπως και του Χεμινγουέι οι παρακάτω γραμμές από το «Για ποιον κτυπά η καμπάνα».
(Ο Ρομπέρτο, τραυματισμένος, περιμένει τους Φρανκιστές. «Μόρφασε, μούσκεμα στον ιδρώτα, γιατί το πόδι, στο σημείο που το νεύρο είχε πληγωθεί από το πέσιμο, πονούσε φρικτά τώρα. Βρε, δεν πα να ’ρθουνε, είπε. Δε θέλω να κάνω την ίδια πράξη που έκανε ο πατέρας μου. Εγώ θα την κάνω σωστά, αλλά προτιμώ χίλιες φορές να μην αναγκαστώ να το κάνω. Είμαι ενάντια σ’ αυτό» (σελ. 552).
Τελικά το έκανε, και με τον ίδιο τρόπο: αυτοκτόνησε με όπλο. Το νόμπελ δεν στάθηκε ικανό να αμβλύνει τα ψυχολογικά άγχη του· όπως και του Γιασουνάρι Καουαμπάτα εξάλλου. Ίσως υπάρχουν και άλλοι που δεν τους ξέρω. Νομπελίστες εννοώ, γιατί διάσημοι συγγραφείς που αυτοκτόνησαν ξέρω ότι υπάρχουν· και πρώτος και καλύτερος ο πατριώτης του Καουαμπάτα, ο Γιούκιο Μισίμα.
Αναρωτιέμαι, μπορεί να υπάρξουν αποσπάσματα από δικά μου κείμενα που να λειτουργήσουν υπαινιχτικά για ένα ενδεχόμενα παρόμοιο δικό μου τέλος;
Ίσως, αλλά ποιος θα τα ψάξει; Εγώ δεν είμαι ούτε κατά διάνοια Χεμινγουέη, και το μοναδικό μυθιστόρημα που έγραψα πριν 24 χρόνια, μη καταφέρνοντας να βρω εκδότη αποφάσισα να πληρώσω την έκδοσή του. Πάντως, αν παρ’ ελπίδα (μα τι λέω, κατ’ ελπίδα) θα άξιζε για κάποιον να ψάξει για κάτι τέτοιο, το παρόν κείμενο προσφέρεται μια χαρά.
Δεν το έγραψα, αλλά το θεωρώ αυτονόητο: υπάρχει και ρομάντζο στο έργο, με το «ρομαντικό» επιμύθιο: ο έρωτας είναι πάνω απ’ όλα.
Post a Comment