Book review, movie criticism

Thursday, October 30, 2014

Nigel Rodgers, Mel Thompson, Αχ, αυτοί οι φιλόσοφοι



Nigel Rodgers, Mel Thompson, Αχ, αυτοί οι φιλόσοφοι (μετ. Δέσπω Παπαγρηγοράκη), Μεταίχμιο 2014, σελ. 299

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Μια εικονοκλαστική βιογραφία οκτώ φιλοσόφων

Το έχω γράψει πολλές φορές ότι οι βιογραφίες μου αρέσουν, και όχι υποχρεωτικά οι βιογραφίες διασημοτήτων. Διαβάζοντας το βιβλίο των Nigel Rodgers και Mel Thompson «Αχ, αυτοί οι φιλόσοφοι» έκανα την παρακάτω συνειδητοποίηση:
Στις αυτοβιογραφίες μπορείς να βρεις βιογραφικά στοιχεία τα οποία ένας βιογράφος μπορεί να μη γνωρίζει. Πρόσφατα διάβασα την αυτοβιογραφία του Μπέρτραντ Ράσελ. Όμως ο αυτοβιογραφούμενος σίγουρα αποσιωπά γεγονότα και χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του που δεν τον κολακεύουν, όπως διαπίστωσα σ’ αυτήν.
Ο βιογράφος, αντίθετα, συνήθως είναι εικονολάτρης. Γιατί να καταπιαστεί με τη βιογραφία κάποιου αν δεν τον θαυμάζει; Παρά την εικονολατρία του όμως δεν μπορεί να μην είναι σε μεγάλο βαθμό αντικειμενικός, υποβαθμίζοντας όμως τις σκοτεινές πλευρές της προσωπικότητας που βιογραφεί, περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά. Το έχω εντοπίσει σε κάποιες βιογραφίες.
Μπορεί να υπάρξουν και εικονοκλαστικές βιογραφίες;
Σε ξεχωριστό τόμο δεν έχω συναντήσει μέχρι τώρα.
Λάθος, έχω συναντήσει, το θυμήθηκα τώρα. Λιλή Ζωγράφου, «Νίκος Καζαντζάκης, ένας τραγικός». Το βιβλίο το διάβασα πριν πολλά χρόνια, και το βρήκα γεμάτο χολή. Τώρα όμως που το σκέφτομαι θα το ξαναδιάβαζα ευχαρίστως. Όμως ποιος θαυμαστής του Καζαντζάκη θα είχε διάθεση να διαβάσει μια βιογραφία του η οποία επικεντρώνεται στα αρνητικά χαρακτηριστικά του; Το «Για να γίνει μεγάλος» της Έλλης Αλεξίου θα ήταν προτιμότερο.
Το «Αχ, αυτοί οι φιλόσοφοι» είναι το δεύτερο εικονοκλαστικό βιβλίο που διαβάζω. Έχει προηγηθεί το «Κρυφές ζωές μεγάλων συγγραφέων» του Robert Schnakenbert.  
Είναι κοινό μυστικό ότι οι διάσημοι έχουν συχνά δύστροπο χαρακτήρα. Είναι επηρμένοι, για να πούμε το λιγότερο, εριστικοί, νάρκισσοι, και συνήθως κάνουν τους γύρω τους να υποφέρουν.
Δεν είναι όλοι έτσι, τουλάχιστον οι φιλόσοφοι. Στο βιβλίο τους οι δυο συγγραφείς βιογραφούν τους Ρουσώ, Σοπενχάουερ, Νίτσε, Ράσελ, Βίτγκενστάιν, Χαϊντέγκερ, Σάρτρ και Φουκώ. Πάντως δεν ήταν όλοι τους παλιοχαρακτήρες. Ο Νίτσε και ο Φουκώ ήταν απλά ταλαιπωρημένες προσωπικότητες. Επίσης κάποιοι απουσιάζουν. Δεν βρήκαν στη ζωή τους αρκετά πράγματα επιλήψιμα ώστε να θεωρήσουν ότι άξιζε τον κόπο να ασχοληθούν μαζί τους; Ο Καντ, ο άγιος Καντ, είναι πιο παλιός, όχι όμως και ο Χέγκελ, χωρίς τον οποίο δεν ξέρουμε αν θα υπήρχε σήμερα ο μαρξισμός.
«Τα μεγάλα πνεύματα είναι ικανά για τα μεγαλύτερα ελαττώματα και τις μεγαλύτερες αρετές» (σελ. 16), παραθέτουν οι συγγραφείς μια ρήση του Ντεκάρτ στην εισαγωγή, ενώ στο υστερόγραφο, στην πρώτη παράγραφο, γράφουν:
«Υπάρχει ασφαλώς και μια άλλη πλευρά σε αυτή την ιστορία. Αν παρουσιάσαμε τους οκτώ “άτακτους” φιλοσόφους μας με καθόλου κολακευτικό τρόπο, ήταν μόνο για να δείξουμε πως μια ζωή με λογική δεν οδηγεί απαραιτήτως σε μια λογική ζωή. Η φιλοσοφική αδελφότητα δεν υπήρξε ποτέ άτρωτη στις ανθρώπινες αδυναμίες, ούτε και θα έπρεπε να περιμένουμε άνθρωποι με εξαιρετική ικανότητα σκέψης να έχουν εξίσου εξαιρετικά συναισθήματα ή σεξουαλικότητα. Όποια αφροσύνη κι αν αποκαλύπτεις στη ζωή τους, η προσφορά τους στην ανθρώπινη σκέψη είναι ανεκτίμητη» (σελ. 297).
Δεν θα συμφωνήσουμε ότι είναι ζήτημα αφροσύνης, είναι απλά ζήτημα χαρακτήρα.
Τώρα τι να κάνουμε, να παραθέσουμε κάποια από τα κουτσομπολιά; Καλύτερα να κλείσουμε με τους δεκαπεντασύλλαβους που εντοπίσαμε:
Θα ασκούσε η Μεσόγειος στον εικοστό αιώνα (σελ. 87).
Για λόγους διαφορετικούς απ’ ό,τι μέχρι τώρα (σελ. 102)
Και πάτησε στα βήματα του πρώην μέντορά της (σελ. 213). Η Χάνα Άρεντ ήταν αυτή, και ο μέντοράς της, και εραστής της ταυτόχρονα, ο Χάιντεγκερ. Όμως επί τη ευκαιρία ας κάνουμε μια εξαίρεση και να παραθέσουμε ένα μικρό απόσπασμα, που δίνει και το στίγμα του βιβλίου: «Να προσυπογράφεις όμως μιαν αντισημιτική πολιτική ιδεολογία, αφού έχεις απολαύσει τα πλεονεκτήματα της σχέσης με μιαν εβραία ερωμένη και έναν εβραίο μέντορα (τον Καρλ Γιάσπερς), ακούγεται σαν η χειρότερη αγνωμοσύνη (σελ. 233-234).   

  Συμπληρώνω καθυστερημένα, είδα και την ταινία του Derek Jarman, Wittgenstein (1993). Κάποια βιογραφικά στοιχεία δεν τα θυμόμουνα από την βιογραφία του Ray Monk, όπως π.χ. τη σχέση του με τον Κέυνς. Ξαναθυμήθηκα και την φράση του Βιτγκενστάιν «Τα όρια της γλώσσας είναι τα όρια του κόσμου».

Μπάμπης Δερμιτζάκης

Post a Comment