Book review, movie criticism

Saturday, December 18, 2021

Χριστίνα Χρυσανθοπούλου, Χαμένες πλατείες

Χριστίνα Χρυσανθοπούλου, Χαμένες πλατείες, Κέδρος 2021, σελ. 92

 


Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

 

Ταλαιπωρημένες ψυχές πρωταγωνιστούν στα διηγήματα της συλλογής

 

  Οι «Χαμένες πλατείες» είναι μια σειρά από επτά διηγήματα, με τα δυο μεγαλύτερα σε έκταση να προσεγγίζουν τη νουβέλα. Το ένα απ’ αυτά δίνει τον τίτλο στη συλλογή.

  Είναι και το πιο ενδιαφέρον κατά τη γνώμη μου, και το πιο πρωτότυπο. Είναι σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση και αφηγητής είναι ένας σκύλος. Αφηγείται τις περιπέτειές του με διάφορα αφεντικά, δίνοντας ταυτόχρονα την ψυχογραφία τους.

  Ένα μόνο παρόμοιο διήγημα έχω συναντήσει, πολύ σύντομο, και το ανάρτησα στην ιστοσελίδα μου στο Πανελλήνιο Σχολικό Δίκτυο τότε που ήμουν σχολικός σύμβουλος με την παρώτρυνση στους συναδέλφους να το διδάξουν. Έχει τίτλο, Αγαπητέ φίλε και αφέντη.

  Το άλλο έχει τίτλο «5,9».

  Τι είναι αυτό το 5,9;

  Ρίχτερ.

  Θα καταπλακωθεί στο σεισμό, όμως δεν θα πεθάνει. Τα σωστικά συνεργεία θα καταφέρουν τελικά να τη σώσουν. Παρακολουθούμε την αγωνία της.

  Αλώβητη;

  «Δεν νιώθω το πόδι μου», είναι η τελευταία πρόταση του διηγήματος.

  Μια συγγενής διαμαρτία στο πόδι τής στοίχισε την οικογένειά της. Χρόνια αργότερα θα επισκεφθεί τη μητέρα της, και τότε θα γίνει ο σεισμός.

  Ταλαιπωρημένες ψυχές θα δούμε να παρελαύνουν στα περισσότερα διηγήματα της Χρυσανθοπούλου, με τραγικές ιστορίες. Η τραγικότητα δεν έγκειται στη δυστυχία καθαυτή αλλά στην πτώση, στη «μεταβολήν εις δυστυχίαν», όπως μας λέει ο Αριστοτέλης. Στο πρώτο διήγημα, «Α-στερητικό», διαβάζουμε:

  «Σπίτι, δάνεια, αυτοκίνητο, εξοχικό. Σκαλίζει την πληγή με το θριαμβευτικά μεγάλο νύχι του, απολαμβάνοντας την αύξηση του περιμέτρου της, την οποία αισθάνεται τόσο κοντά, σαν να τη βλέπει. Ταξίδια, εξοχικό, ψώνια, δάνεια. Και μετά, απόλυση, ανεργία, απελπισία, απόγνωση» (σελ. 16).

  Κατάληξη σε δομές φιλοξενίας αστέγων.

  «Ντροπή σου! Ολόκληρη γυναίκα να κατουριέσαι στον ύπνο σου. Θα σε κλείσω στην τουαλέτα, να δω, θα το ξανακάνεις;» (σελ. 20).

  Αυτό από το δεύτερο διήγημα, «Κατακτώντας το αυτονόητο».

  Τη θυμάμαι που κυλούσαν τα κάτουρα στα πόδια της. Μια όμορφη συμμαθήτριά μας, δεν θυμάμαι σε ποια τάξη του δημοτικού. Το παρατηρούσαμε με αποστροφή και ειρωνεία. Χρόνια αργότερα καθώς θυμόμουνα τη σκηνή ένιωθα τύψεις. Τώρα καταλάβαινα το ψυχικό μαρτύριο που θα περνούσε εκείνη τη στιγμή και τη συμπονούσα, δυστυχώς αναδρομικά.

  Συγκινητικό και το «Ρολόι», με ένα ανάπηρο παιδί και έναν πατέρα όλο φροντίδα από πάνω του.

  Το «Όνειρο ήτανε;» ξεφεύγει από τα υπόλοιπα διηγήματα σαν συναισθηματικό κλίμα.

  «Γιατί τουρκόφωνος ήταν ο φίλος μου. Τούρκο, όχι, δεν τον λέω, κι έχω τους λόγους μου.

  Istambul? τον ρώτησα.

  Constantinople, αντιγύρισε.

  Μεθυσμένος είναι, αλλά κάτι θέλει να μου πει, σκέφτηκα. Ρε μπας και είναι δικός μας; Διόλου απίθανο.

  You, muslim? τον ρώτησα.

  Χαμογέλασε. Έλαμψε το μάτι του. Ίδιο φεγγάρι.

  Kemal my name, Dimitri my heart, μου είπε. Ένωσε τα δάχτυλα σε σχήμα σταυρού και τα φίλησε. Ανατρίχιασα, θόλωσε το μάτι από το δάκρυ. Και του φίλου μου το ίδιο» (σελ. 31).

  Δεν υπάρχει κανείς που να μην έχει διαβάσει για τους κρυπτοχριστιανούς που υπάρχουν στην Τουρκία.

  Με το «Βουνό» ξαναγυρνάμε στο γνωστό κλίμα.

  «Τότε την κρίση πανικού την είχε αποδεχτεί τόσο προβλέψιμα που τώρα σχεδόν ντρέπεται για την στατιστικά ορθή αντίδρασή της. Αν ξανάρθει, ορκίζεται, θα την αγκαλιάσει όπως της αξίζει και θα της πει πως την ευγνωμονεί. Τώρα ξέρει να διαβάζει τα σημάδια: Μετακινήσου, κοίτα χάρτες, κοίτα πυξίδες που σου υπόσχονται λάγνους προορισμούς και συναρπαστικές εξορμήσεις» (σελ. 61).

  Και αυτό το πρωτότυπο αφηγηματικά:

  «Τρέφει μια βεβαιότητα πως, αν το έκανε [να αγκάλιαζε τον παππού Ανδρέα], εκείνος δεν θα απορούσε. Θα αντιδρούσε, σαν αυτή η αγκαλιά να ήταν κάτι που συνηθίζουν μεταξύ τους και θα της έλεγε: Ξέρω, καταλαβαίνω, ξεκουράσου» (σελ. 61-62).

  Και το διήγημα τελειώνει:

  «Τη βλέπει να έρχεται από μακριά… Κάθεται δίπλα του. Ούτε που πρόσεξε αν φοράει φουστάνι ή κάποιο από τα στενά παντελόνια της. Εκείνη σκύβει και, ξερνώντας σχεδόν έναν αναστεναγμό ανακούφισης, τον αγκαλιάζει. Οι άλλοι κοιτούν παράξενα. Ο ίδιος όχι. Αντιδρά σαν ετούτη η αγκαλιά να ’ναι κάτι που συνηθίζουνε. Ακουμπάει το χέρι στην πλάτη της και της λέει: «Ξέρω, καταλαβαίνω, ξεκουράσου».

  Μια αγκαλιά είναι πάντα παρηγορητική. Και είναι η πιο στενή επαφή δυο σωμάτων μετά τη σεξουαλική.

  Πολύ ωραία τα διηγήματα αυτά της Χρυσανθοπούλου, ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδα.

 

No comments: