Book review, movie criticism

Sunday, March 10, 2024

Paolo and Vittorio Taviani, Θαυμάσιος Βοκάκιος (Maraviglioso Voccaccio, 2015)

 

Paolo and Vittorio Taviani, Θαυμάσιος Βοκάκιος (Maraviglioso Voccaccio, 2015)

 


  Η Weirdwave και ο κινηματογράφος ΑΝΔΟΡΑ, θέλοντας να τιμήσουν το σπουδαίο Πάολο Ταβιάνι που την προ-περασμένη Πέμπτη (29 Φεβρουαρίου) έφυγε από κοντά μας, αύριο Δευτέρα 11 Μαρτίου διοργανώνουν αφιέρωμα στους αδερφούς Ταβιάνι, με τις τρεις τελευταίες ταινίες τους.

  ΘΑΥΜΑΣΙΟΣ ΒΟΚΑΚΙΟΣ (120’) / 17.45 μ.μ.

  ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ (84’) / 20.00 μ.μ.

 και η τελευταία ταινία του Πάολο Ταβιάνι, την οποία αφιέρωσε στον αδερφό του Βιτόριο:

 ΛΕΟΝΟΡΑ ΑΝΤΙΟ (90’) / 21.40 μ.μ.

 

 

Θα ξεκινήσω απ’ αυτό:

  Με εξέπληξε απίστευτα η απίστευτα χαμηλή βαθμολογία που έχει η ταινία στο IMDb, μόλις 5,8. Θα με ενδιέφερε να ξέρω τη γνώμη των κριτικών, όμως στην αγγλική βικιπαίδεια δεν αναφέρεται τίποτα. Έψαξα και στην ιταλική και είδα ότι είναι ίδια με την αγγλική, κάποια αποτελεί μετάφραση της άλλης.

  Εγώ έβαλα 8.

  Οι αδελφοί Ταβιάνι μου αρέσουν εξαιρετικά. Και αυτή η ταινία δεν αποτελούσε εξαίρεση. Ίσως μάλιστα μου άρεσε περισσότερο από άλλες ταινίες τους, καθώς αποτελεί μεταφορά, έστω και χαλαρή, ιστοριών από το «Δεκαήμερο», που ο Βοκκάκιος ξεκίνησε να το γράφει το 1948, τη χρονιά που άρχισε η πανούκλα, και το τέλειωσε το 1353.

  Έξυπνα οι Ταβιάνι επιλέγουν ιστορίες οι οποίες, θα έλεγε κανείς, καλύπτουν μεγάλο μέρος από το ειδολογικό φάσμα του κινηματογράφου.

  Να το γράψω πριν συνεχίσω, η ταινία ήταν φοβερά επίκαιρη στην πρώτη καραντίνα, τότε που τα εμβόλια δεν είχαν βγει ακόμη, ο ιός δεν είχε εξασθενίσει όπως έγινε αργότερα με τις μεταλλάξεις, και υπήρχε μια εκατόμβη νεκρών.

  Όχι μόνο στην Φλωρεντία, αλλά παγκόσμια.

  Μια παρέα νέων, αγοριών και κοριτσιών, φεύγουν από την Φλωρεντία που πλήττεται άγρια από την πανούκλα, και καταφεύγουν σε μια εξοχική βίλλα.

  Πώς θα περάσουν τον καιρό τους;

  Όχι με όργια, όπως μπορεί να φανταστεί όποιος έχει δει την ομώνυμη ταινία του Παζολίνι (την είδα φοιτητής, θα την ξαναδώ όμως μόνο με την ευκαιρία κάποιας προβολής της ή επανέκδοσής της). Απλά αφηγούνται ιστορίες.

  Η πρώτη ιστορία είναι romance.

  Η δύναμη της αγάπης.

  Έχει προσβληθεί από την πανούκλα, είναι ετοιμοθάνατη. Τι ετοιμοθάνατη, έχει πεθάνει.

  Ο άντρας της βιάζεται να τη θάψουν. Την πηγαίνουν στην κρύπτη μιας εκκλησίας. Ακολουθεί από κοντά ο άντρας που την αγαπά. Πηγαίνει εκεί που την έχουν αποθέσει πριν την θάψουν. Ξαπλώνει δίπλα της. Τη φιλάει.

  Νεκρόφιλος;

  Καθόλου.

  Ξαφνικά συνειδητοποιεί ότι δεν είναι πεθαμένη. Τη μεταφέρει στο σπίτι του.

  Ο άντρας της την έχει χάσει οριστικά, την κέρδισε ο άντρας που την έσωσε, με τη μεγάλη αγάπη του.

  Και πάλι η υπεροχή της λογοτεχνίας απέναντι στον κινηματογράφο (ναι, δεν άντεξα τον πειρασμό, διάβασα τις ιστορίες).

  Στην ταινία δεν το είχα καταλάβει, στην ιστορία λέγεται με σαφήνεια: Όταν μετά τα φιλιά θέλησε να της χαϊδέψει το στήθος, αισθάνθηκε τον αδύναμο σφυγμό της καρδιάς της και κατάλαβε ότι ήταν ζωντανή.

  Είναι έγκυος, και γεννάει το παιδί.

  Και αυτό που καταστρέφει το romance: γενναιόδωρα την επιστρέφει στον σύζυγό της, βαφτίζει το παιδί τους και γίνεται οικογενειακός τους φίλος.   

  Α, ναι, και δεν την κτύπησε η πανούκλα, αλλά προσβλήθηκε από κάποια αρρώστια.

  Στην ταινία τελικά είναι romance, όχι στην ιστορία του «Δεκαήμερου».

  Όμως ένας άλλος νεαρός θα κερδίσει και την αγάπη της γυναίκας, χήρας πια. Κατάλαβε και αυτή το μέγεθος της αγάπης του όταν είδε ότι θυσίασε το αγαπημένο του γεράκι για να της κάνει το τραπέζι, γιατί δεν είχε τίποτα καλύτερο να της προσφέρει.

  Ας είναι φτωχός. Είχε ξοδέψει όλη του την περιουσία σε φιέστες, προσπαθώντας να τη συγκινήσει. Τώρα που την πιέζουν τα αδέλφια της να παντρευτεί, αρνείται κάθε υποψήφιο, θέλει μόνο αυτόν.

  Η τρίτη ιστορία είναι κωμωδία.

  Κάποιος ζωγράφος λέει στον χαζούλη νεαρό, που είναι ζωγράφος κι αυτός, ότι με το ηλιοτρόπιο, που είναι λέει μια ξεχωριστή πέτρα που βρίσκεται στο τάδε ποτάμι, μπορεί κανείς να γίνει αόρατος.

  Πείθει τους δυο φίλους του, ζωγράφοι και αυτοί, να πάνε στο ποτάμι να την ψάξουν. Είχαν ακούσει το παραμύθιασμα που του έκανε ο άλλος ζωγράφος.

  Βρίσκει μια μαύρη πέτρα.

  Αυτή είναι.

  Και του σκαρώνουν τη φάρσα: κάνουν πως δεν τον βλέπουν. Πετάνε πάνω του πέτρες, τάχα στην τύχη.

  Δασκαλεύουν και τους χωριανούς, κάνουν και αυτοί πως δεν τον βλέπουν.

  Μου θύμισε την ιστορία με την εφεντίνα Καβαλίνα στον «Καπετάν Μιχάλη» του Καζαντζάκη.

  Ο γυναίκα του όμως τον βλέπει.

  -Μάγισσα, κατάστρεψες τη μαγική δύναμη της πέτρας.

  Και την αρχίζει στο ξύλο.

  Στην ιστορία ο νεαρός αυτός μαζεύει ένα σωρό πέτρες. Μια από όλες είναι η μαγική. Στην ταινία η γυναίκα του ετοιμάζεται να του καταφέρει την βαριά πέτρα, την υποτίθεται μαγική, στο κεφάλι, κάτι που δεν υπάρχει στην ιστορία.

  Όχι, λέει η αφηγήτρια στην ταινία, τελικά δεν τον κτύπησε.

  Ένας νεαρός στην παρέα αρπάζει ένα καρπούζι και το σπάει πάνω στο κεφάλι του.

  Η τέταρτη ιστορία είναι δράμα, για την ακρίβεια τραγωδία, σαν την «Ερωφίλη» του Χορτάτζη.

  Ο πατέρας της σκοτώνει τον αγαπημένο της και της στέλνει, μέσα σε ένα κύπελο που εκείνος της είχε χαρίσει, την καρδιά του.

  Αυτή αυτοκτονεί πίνοντας δηλητήριο. 

  Μετανιωμένος, βάζει και τους θάβουν δίπλα δίπλα.

  Στην ταινία ο πατέρας είναι ένας πλούσιος κατασκευαστής και ο νεαρός ο αγαπημένος του ψυχογιός. Στην ιστορία είναι πρίγκηπας. Ο Βοκάκιος, με το στόμα της κοπέλας, μιλάει αρκετά για την κοινωνική ανισότητα, τόσο άδικη, που ευνοεί τους πλούσιους και τους ευγενείς, ενώ αυτό που πρέπει να εκτιμάται είναι η ευγένεια ψυχής και όχι της καταγωγής.

  Στην «Ερωφίλη», οι γυναίκες κατασπαράζουν τον βασιλιά για το ανοσιούργημά του.

  Μια ιερόσυλη κωμωδία είναι η τελευταία ιστορία.

  Μια μοναχή, αλλά και η ηγουμένη, έχουν στην κάμαρά τους τους γκόμενούς τους.

  Ο Βοκάκιος καταδικάζει την τακτική να αφιερώνουν τα κορίτσια από μικρά, ίσως από τη γέννησή τους, στο θεό, κλείνοντάς τα σε μοναστήρια για να γίνουν καλόγριες όταν μεγαλώσουν. Αυτό δεν υπάρχει στην ιστορία.

  Τα ρώτησαν αν θέλουν;

  Μου άρεσε πολύ αυτή η ταινία, τόσο πολύ, που αποφάσισα να διαβάσω το «Δεκαήμερον».

  Έψαξα στο διαδίκτυο.

  Μια έκδοση των εκδόσεων Δαρεμά, παμπάλαια δηλαδή, είναι εξαντλημένη.

  Ούτε ο φίλος μου ο Γιάννης ο Πανουτσόπουλος την έχει στο παλαιοβιβλιοπωλείο του (ας το διαφημίσουμε, https://www.booksistor.gr/ ). Βρήκα όμως σε pdf μια καθαρευουσιάνινη μετάφραση, έκδοση του 1884. Μόνο ο πρώτος τόμος. Συγκρίνοντας με την αγγλική μετάφραση, πρέπει να είναι περίπου το ένα έκτο του πρωτότυπου. Από αυτή διάβασα τις ιστορίες που μετέφεραν οι Ταβιάνι, για να κάνω τη σύγκριση. Θα διαβάζω και τις υπόλοιπες, σιγά σιγά.

 

No comments: