Book review, movie criticism

Sunday, November 8, 2009

Τζέημς Τζόυς, Οδυσσέας (συμπληρωμένο)

Τζέημς Τζόυς, Οδυσσέας (μετ. Σωκράτη Καψάσκη) Κέδρος 1990, σελ. 616

Δημοσιεύτηκε στην  «Όμορφη Πόλη» (Έντυπο της βραχύβιας Οικολογικής Εναλλακτικής Ομάδας Γαλατσίου) τ. 2,  Ιούλ-Αύγ. 1991)

  Εκδοτικό γεγονός της χρονιάς χαρακτηρίστηκε η έκδοση στα ελληνικά του «Οδυσσέα» του Τζέημς Τζόυς, σε μετάφραση Σωκράτη Καψάσκη, από τις εκδόσεις Κέδρος, σχεδόν 70 χρόνια από τότε που πρωτοδημοσιεύτηκε. Μια προσπάθεια τμηματικής  έκδοσης  του  «Οδυσσέα», πριν 15 περίπου χρόνια, έμεινε νομίζω ημιτελής,
   Ο «Οδυσσέας» αποτελεί ένα από τα έργα σταθμούς της πεζογραφίας όλων των αιώνων. Ένας  κριτικός, δεν θυμάμαι ποιος, το Χαρακτήρισε ως το αριστούργημα του 20ού αιώνα. Μετά τον «Οδυσσέα» οι συγγραφείς άρχισαν να γράφουν διαφορετικά, όπως μετά τον Αϊνστάιν οι φυσικοί  άρχισαν να σκέπτονται διαφορετικά. Καθώς οι αναφορές που γίνονται σ’ αυτόν, σε θεωρητικά και κριτικά κείμενα για τη λογοτεχνία, είναι συχνότατες, η ανάγκη γνωριμίας με το έργο γινόταν όλο και πιο επιτακτική.
  Ο «Οδυσσέας» είναι ένα «αστικό» έπος, όπως η Οδύσσεια είναι ένα ηρωικό έπος. Στην Οδύσσεια εκτίθενται οι περιπέτειες και τα ηρωικά κατορθώματα του Οδυσσέα και των συντρόφων του, που έλαβαν χώρα σε ένα διάστημα δέκα χρόνων. Στον «Οδυσσέα», στη χρονική διάρκεια μιας μέρας, συμπυκνώνονται όχι απλά χαρακτηριστικές «αστικές» στιγμές από τη ζωή του ήρωα (παρακολούθηση μιας κηδείας, επίσκεψη σε ένα μπαρ και σε ένα πορνείο, η δουλειά του στην εφημερίδα κ.λπ.) αλλά οι ίδιες οι κορυφώσεις του πολιτισμού μας. Αξιοποιώντας προπαντός την τεχνική του εσωτερικού μονόλογου, αλλά και του διάλογου, ο συγγραφέας θα κάνει εκτενείς αναφορές στους Έλληνες, στον Σαίξπηρ, στο σύγχρονο πολιτισμό κ.λπ.
  Ο εσωτερικός μονόλογος, ακολουθώντας τη ροή του «ελεύθερου συνειρμού», που επινοεί ο Φρόιντ και εφαρμόζει για θεραπευτικούς σκοπούς, και οι σουρεαλιστές για λογοτεχνικούς (αυτόματη γραφή), υπερβαίνει το χρόνο, καθώς το περιεχόμενο της συνείδησης παρουσιάζεται σε μια (φαινομενικά) άτακτη σειρά. Η ίδια υπέρβαση του χρόνου σαν γραμμική διευθέτηση γεγονότων υπάρχει και στον κινηματογράφο, νεαρή τέχνη τότε, μέσω της τεχνικής του μοντάζ, που επηρεάζει τον Τζόυς στην τεχνική της αφήγησης.
  Ο «Οδυσσέας» γνώρισε πολλές περιπέτειες. Αντίτυπα του κατάσχονται και απαγορεύεται τελικά σε Αμερική και Αγγλία, ενώ οι άνθρωποι των γραμμάτων μοιράστηκαν σε δύο στρατόπεδα: άλλοι υποδέχθηκαν το βιβλίο εχθρικά, ανάμεσα στους οποίους ήσαν η Βιρτζίνια Γούλφ, ο Αντρέ Ζιντ και ο Μπερνάρ Σω, και άλλοι με ενθουσιασμό, όπως ο Χεμινγουέι και ο Έλιοτ. Είναι χαρακτηριστικό του μεγάλου έργου να μην περνάει απαρατήρητο.
  Ο διχασμός στην υποδοχή του έργου οφείλεται, κατά τη γνώμη μου, στο ότι είναι προϊόν ενός εντελώς καινοφανούς και ριζοσπαστικού τρόπου γραφής, που το καθιστά δύσκολο στην ανάγνωση. Ο εσωτερικός μονόλογος οδηγείται εδώ στην ακραία του συνέπεια, στην (φαινομενική ωστόσο) αγνόηση του αναγνώστη. Ο τρελός του Γκόγκολ (Το Ημερολόγιο Ενός Τρελού), παρότι τρελός, μονολογεί καταληπτά για τον αναγνώστη. Δεν μπορεί να ειπωθεί το ίδιο και για τον «Οδυσσέα». Ο αναγνώστης είναι υποχρεωμένος να διαβάζει με την ίδια τεταμένη προσοχή που ο ψυχίατρος ακροάζεται ένα ακατάληπτο παραλήρημα.
  «Κουδουνίσματα από χάμουρα. Όλα για μια γυναίκα, νοικοκυριό και σπίτια, ιστοί από μετάξι, ασήμι, πλούσια εύγευστα φρούτα από τη Γιάφα. Ατζενταθ Νέταιμ. Όλα τα πλούτη της γης» (σελ. 267).
  Το νόημα δύσκολα συλλαμβάνεται σ’ αυτές τις ασύνδετες εικόνες, κυριολεκτικά εικόνες, καθώς τα ρήματα απουσιάζουν.
  «Είχε σώσει την κατά. Στενά παντελό. Υπέροχη ιδέ».
  Το κόψιμο των λέξεων, που μορφικά αναπαριστά την ελλειπτικότητα των συλλογισμών μας, εκφράζει σε ένα βαθύτερο επίπεδο μια αδιαφορία για επικοινωνία.
  Αυτή η αδιαφορία για επικοινωνία εκφράζει μια βαθιά ρήξη με την πραγματικότητα και ένα εσωτερικό εγκλεισμό, που στην ακραία παθολογική μορφή εκφράζεται σαν κατατονία. Η λογοτεχνική πράξη σε συγγραφείς που νιώθουν έτσι απέναντι στην πραγματικότητα είναι περίπου ένα σύμπτωμα. Απεγνωσμένοι συντηρούν την τελευταία γέφυρα.
  Ο σαρκασμός είναι το πιο ενδεδειγμένο ύφος για να εκφραστεί αυτή η ρήξη. Και αυτό νομίζω είναι το κυρίαρχο ύφος του «Οδυσσέα». Το τμήμα που αναφέρεται στην κηδεία είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό.
  Η κάποια βωμολοχία, για τα μέτρα της εποχής, εκφράζει το ίδιο αίσθημα ρήξης, και ήταν ίσως ένας από τους λόγους που οδήγησαν στην απαγόρευση του έργου. Στο ίδιο πνεύμα χρησιμοποιούνται και σύνθετες λέξεις όπως «μελαγχολικοχαριτωμένος», «μαλακοτριζατοπαπουτσωμένος».
  Δεν είναι τυχαίο ότι τέτοιου είδους σύνθετες λέξεις χρησιμοποιούνται και στην αργκό, τη γλώσσα όλων αυτών που αισθάνονται παρίες.
  Ο «Οδυσσέας» αποτελεί ένα όριο στη δυτικοευρωπαϊκή λογοτεχνία, τη λογοτεχνία της γηραιάς, κουρασμένης ηπείρου μας. Ο Τζόυς είναι ο τελευταίος μεγάλος πεζογράφος που έχει αναδείξει. Η μούσα της πεζογραφίας στο εξής φεύγει από την Ευρώπη και καταφεύγει σε άλλα μέρη του κόσμου, κυρίως στη Λατινική Αμερική. Εκεί οι άνθρωποι, τυραννισμένοι από την πραγματικότητα, ελπίζουν ακόμη να την αναμορφώσουν. Οι ταλαντούχοι συγγραφείς της Ευρώπης (και της Ελλάδας) εκφράζουν πια τα  υπαρξιακά τους άγχη με την ποίηση (δεν είναι τυχαίο που ο Έλιοτ θαυμάζει τον Τζόυς) που από την φύση της κρυπτική, γίνεται ακόμη κρυπτικότερη, συχνά αυτιστική (τον χαρακτηρισμό τον βρήκα στο βιβλίο του Μιχάλη Μερακλή για τη σύγχρονη ελληνική ποίηση).  Έτσι η καλή λογοτεχνία γίνεται πια υπόθεση ενός μυημένου κύκλου αναγνωστών και συγγραφέων, που επικοινωνούν με δικούς τους κώδικες, και που δεν εμπλέκονται με την πραγματικότητα. Για παράδειγμα, συγγραφείς του ύψους ενός Χάβελ ή ενός Γιόσα δεν θα ασχοληθούν ποτέ με την πολιτική. Από την άλλη, η πλατιά μάζα επαναπαύεται στα σήριαλ και την παραλογοτεχνία. Όμως, να μην αυταπατόμαστε. Δεν πρόκειται για τους τελευταίους  θύλακες αντίστασης σε μια παρακμή. Είναι σύμπτωμά της.

  Το παραπάνω κείμενο γράφηκε το 1991, ένα χρόνο πριν αποφασίσω να ασχοληθώ συστηματικά με τη βιβλιοκριτική. Ο Τζόυς ήταν από τους κορυφαίους στον κανόνα, μόλις είχε εκδοθεί η ελληνική μετάφραση του «Οδυσσέα», θεώρησα υποχρέωσή μου να τον διαβάσω.
  Δεν είναι βιβλίο που θα γοητεύσει τη μεγάλη μάζα των αναγνωστών. Πολλοί το έχουν στη βιβλιοθήκη τους χωρίς να το έχουν διαβάσει. Θυμάμαι που έκανα πλάκα με μια μαθήτριά μου στο Βαρβάκειο. Κάποτε στην τάξη η κουβέντα ήλθε στον «Οδυσσέα», και αυτή είπε ότι τον είχαν στη βιβλιοθήκη τους αλλά δεν τον είχε διαβάσει ακόμη. Κάθε φορά που συναντιόμασταν τυχαία στο διάδρομο τη ρωτούσα αν είχε ξεκινήσει να διαβάζει τον «Οδυσσέα». Αυτή γελούσε και μου έλεγε όχι. Ήταν ένα καλαμπούρι που κάναμε. Το πιο πιθανό είναι ότι ακόμη, 9 χρόνια μετά, δεν τον έχει διαβάσει.
  Και εγώ δεν τον διάβασα όλο. Με άφησε αρκετά αμήχανο. Και δεν τον διάβασα όλο, σκόπιμα. Διάβασα τα 14 πρώτα κεφάλαια, 492 σελίδες, αφήνοντας τα 4 τελευταία για αργότερα. Το βιβλίο δεν το απόλαυσα, όπως εννοεί τη λέξη ο Μπαρτ, το διάβασα με την περιέργεια του ερευνητή που μόλις άρχισε να ασχολείται συστηματικά με την πεζογραφία, και ήξερα ότι δεν επρόκειτο να το ξαναδιαβάσω. Επειδή όμως ο «Οδυσσέας» είναι ύφος και δεν θα έχανα κανένα τέλος, είπα να αφήσω αυτά τα κεφάλαια για αργότερα, όταν θα ήμουν πιο ώριμος, να δω πώς θα μου φαινόταν τότε.
  Μετά από 25 ολόκληρα χρόνια, το Πάσχα του 2016, εδέησα να τα διαβάσω.
  Δεν είχα πια την περιέργεια, ούτε υπήρχε το «παραξένισμα» του 1991. Το βιβλίο δεν μου άρεσε. Αλλά, θα επαναλάβω για μια ακόμη φορά, περί ορέξεως κολοκυθόπιτα. Δεν είμαι λάτρης του ύφους, είμαι λάτρης του στόρι, και αυτό το έχω δηλώσει ξεκάθαρα στις κριτικές μου για κινηματογραφικά έργα. Δεν θα αναγορεύσω βέβαια το προσωπικό μου γούστο σε μέτρο για την ανθρωπότητα και να πω ότι το έργο είναι για τα σκουπίδια όπως κάνουν πολλοί. Από τη στιγμή που υπάρχουν άνθρωποι, και μάλιστα κορυφαίοι του πνεύματος, που τους αρέσει, προφανώς έχει αξία. Είναι βιβλίο γραμμένο με τέχνη, απλά εμένα τυχαίνει να μη μου αρέσει. Το διάβασα με μεγάλη προσπάθεια, όπως πρόσφατα και την «Οδύσσεια» του Καζαντζάκη. Θα γράψω δυο λόγια όμως για τα υπόλοιπα τέσσερα κεφάλαια.
  Το 15 έχει μορφή θεατρικού έργου και περιεχόμενο φανταστικού. Εκεί διαβάζω, σε παρακείμενο: «(Ορκίζεται με το δεξί χέρι του πάνω στους όρχεις του)» (σελ. 534).
  Θυμάμαι, μαθητές, που βάζαμε κι εμείς το δεξί χέρι πάνω στους όρχεις μας όταν συναντούσαμε παπά, σαν μαγική τελετουργία για να μη μας βγάλει κανείς καθηγητής στο μάθημα. Θυμάμαι, κάποτε, τη φαρμακερή ματιά που μου έριξε ο παπα-Γιωργάκης, καθώς είχα την απρονοησία να μην τον αφήσω να προσπεράσει και με πήρε χαμπάρι.
  Το επόμενο κεφάλαιο έχει την κλασική μορφή ενός μυθιστορήματος, με διαλόγους και αφήγηση, αλλά ούτε που θυμάμαι τι πραγματεύεται. Αντιγράφω μια από τις υπογραμμίσεις μου σ’ αυτό.
  «Επειδή, αν δεν πίστευαν ότι θα πάνε κατ’ ευθείαν στον ουρανό μετά θάνατο, θα προσπαθούσαν να ζήσουν καλύτερα σ’ αυτή τη ζωή» (σελ. 662).
  Και, σχολιάζω εγώ, ένας τρόπος για να ζήσεις καλύτερα είναι να επαναστατήσεις ενάντια στους καταπιεστές. Δεν χρειάζεται να προσθέσω κι άλλα.
  Το προτελευταίο κεφάλαιο έχει τη μορφή συνέντευξης. Βλέπουμε ξεχωριστές παραγράφους (χωρίζονται με κενό) που ξεκινάνε με μιαν ερώτηση και στη συνέχεια έχουμε την απάντηση. Να δώσουμε ένα δείγμα, το πιο σύντομο.
  «Για ποιο πλάσμα η πόρτα εξόδου κατέστη και πόρτα εισόδου;
  Για μια γάτα» (σελ. 722).
  Και θυμήθηκα μια πραγματική ιστορία που μου είπε ο φίλος μου ο Χριστόφορος Χαραλαμπάκης. Εικονογραφεί το πόσο λίγο οι άνθρωποι του πνεύματος είναι ικανοί να χειριστούνε απλές καταστάσεις της ζωής.
  Ένας διάσημος καθηγητής, χήρος, είχε δυο γάτες, μια μεγάλη και μια μικρή. Πολλές φορές, καθώς κλεινόταν στο γραφείο του για να μελετήσει, νιαούριζαν απ’ έξω ζητώντας να τους ανοίξει. Ψάχνουν και οι γάτες για ανθρώπινη συντροφιά. Για να μην τον ενοχλούν λοιπόν φώναξε ένα μαραγκό και του είπε να ανοίξει στην πόρτα δυο τρύπες, μια μεγάλη για να περνάει μέσα η μεγάλη γάτα, και μια μικρή για να περνάει η μικρή γάτα.
  Υπάρχουν κάποια αποσπάσματα που είναι πολύ απολαυστικά, όμως για μένα τα περισσότερα ήταν βαρετά.
  Το 18ο και τελευταίο κεφάλαιο είναι ένα κεφάλαιο στο οποίο δεν συναντάς καμιά τελεία. Αυτό φαίνεται ζήλεψε και ο Μάρκες όταν έγραφε το «Φθινόπωρο ενός πατριάρχη». Σε έναν ανερμάτιστο εσωτερικό μονόλογο 50 σελίδων η Μόλι Μπλουμ μιλάει για τα σεξουαλικά της.
  Τελικά καλό είναι ένας μεταφραστής να ξέρει κι άλλες γλώσσες. Το έχω διαπιστώσει πάρα πολλές φορές. Τα «εμπαρατσάντα» (σελ. 790), «ουστέντ», «γκράτσιας» (σελ. 812) και «εστρελλάντος» (σελ. 812) προφέρονται διαφορετικά: embarazada-εμπαραθάδα, ousted-ουστέδ, gracias-γκράθιας, estrellados-εστρεγιάδος, με καστιλιάνικη προφορά. Τα ισπανικά τσεκαρισμένα στο πρωτότυπο. Είχα μια αμφιβολία μήπως ο Τζόυς τα μετέγραψε, και το συμβουλεύτηκα στο gutenberg project.
  Και, όπως πάντα, τελειώνουμε με τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους, που πιστώνονται βέβαια στο μεταφραστή.
Διάβασε μες στα μάτια μου το κάρωμα του ύπνου (σελ. 568)
Το βάρος του, τη μάζα του και την πυκνότητά του (σελ. 692)
Δεν έχεις ψυχή μέσα σου, μόνο φαιά ουσία (σελ. 770)
Κάτι μικρά μυξιάρικα, κάτι δεσποινιδούλες (σελ. 778)
Αυτού του αουτσάινερ που είχε έλθει πρώτο (σελ. 780)
Χτενίζουν τις κοτσίδες τους για την καινούρια μέρα (σελ. 814)      

Saturday, November 7, 2009

Μανώλης Πρατικάκης, Η μαγεία της μη διεκδίκησης

Μανώλης Πρατικάκης, Η μαγεία της μη διεκδίκησης, Καστανιώτης 1990 «Γράμματα και Τέχνες», Οκτώβρης-Δεκέμβρης 1992, τεύχος 67.


Ο Μανώλης Πρατικάκης, με την τελευταία του (ένατη) ποιητική συλλογή Η μαγεία της μη διεκδίκησης επιβεβαιώνει για άλλη μια φορά την θέση του σαν ένα από τους κυριότερους εκπροσώπους της σύγχρονης νεοελληνικής ποίησης.
Ο Πρατικάκης είναι ένας αισθαντικός και ευαίσθητος ποιητής. Ο ανιμιστικός, πανθεϊστικός λυρισμός του είναι φορτισμένες με μνήμες της παιδικής του ηλικίας, σε ένα νότιο ακρογιάλι της Κρήτης (κατάγεται από το Μύρτος της Ιεράπετρας) οι οποίες φαίνεται να καθορίζουν κυριαρχικά την κοσμοαντίληψη του σαν ποιητή, και τα πνευματικά του ενδιαφέροντα. Κυριαρχική θέση σ' αυτά έχουν οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι, οι αλλιώς ονομαζόμενοι και «φυσικοί» φιλόσοφοι. Αξίζει να θυμηθούμε τη γνωστή ρήση του Αριστοτέλη, ότι «δια το θαυμάζειν ήρξαντο φιλοσοφείν». Δεν ήταν η διανοητική περιέργεια, αλλά ο θαυμασμός, ένα στοιχείο κατεξοχήν θυμικό, αυτό που τους ώθησε στην φιλοσοφία. Και ο Πρατικάκης, κυριολεκτικά εκστασιασμένος, όλος μια αίσθηση, μπροστά στη φύση, οδηγείται απ' αυτήν σε μια οντολογία, θα έλεγα «Οικολογική», όπου δεν υπάρχει ιεραρχία των όντων, με τον άνθρωπο, επιθετικό και αλαζόνα, να κατέχει την κορυφή, αλλά μια οριζόντια παράταξη στοιχείων και πλασμάτων, που σαν τις μονάδες του Λάιμπνιτς αντανακλούν, μετέχοντας σ' αυτήν, τη μεγαλοσύνη του σύμπαντος: το σαλιγκάρι και το σταμνί, το πηγάδι, τα δένδρα, η πέρδικα, η ομπρέλα, οι βάτοι, ο αίγαγρος. «Αστράφτει το σύμπαν ακατάκτητο στα κέρατά του».
Η οντολογία όμως αυτή του Πρατικάκη δεν είναι η κατάληξη της ποίησης του. Τα ποιήματα του δεν είναι φιλοσοφικά, και μετά το De rerum natura του Λουκρήτιου δεν νομίζω να υπήρξε φιλοσοφική ποίηση. Πέρα από τις λυρικές εξάρσεις ενός νιτσεϊκού Ζαρατούστρα η φιλοσοφία υπήρξε συστηματική. Η οντολογία του αποτελεί το συνεκτικό ιστό, θα τολμούσα να πω το άλλοθι, για να ξεχυθεί μια γνήσια ευαισθησία, που ο χαρακτηρισμός ρομαντική ίσως να την αδικεί, λόγω των αρνητικών συνυποδηλώσεων με τις οποίες είναι φορτισμένη σήμερα η λέξη. Μια ευαισθησία που μόνο στην παθητικότητα προσεγγίζει την πλήρωσή της, και που οι λέξεις αποτελούν ένα όριο στην επαφή με τα πράγματα που αγωνίζεται να ξεπεράσει.

Ω, να βρω λέξεις που να τους είμαι απόλυτα πιστός. Να με βρουν λέξεις. Όχι λέξεις: Εφαρμογές πραγμάτων στον αισθητικό μου φλοιό.

Μια εκπνευματωμένη μεταφυσική φύση υπάρχει, σαν πρόθεση τουλάχιστον και στο Σολωμό της τελευταίας ποιητικής του περιόδου. Όμως η πρόθεσή του διαψεύδεται διαρκώς, θριαμβευτικά μάλιστα στο απόσπασμα «Ο πειρασμός» του τρίτου σχεδιάσματος των Ελεύθερων πολιορκημένων. Η εγκατάλειψη της αισθησιακής ρίμας του δεύτερου σχεδιάσματος δεν εξυπηρετεί ιδιαίτερα το σκοπό του, αφού, για
να μην υπάρξει αμφιβολία για τις προθέσεις του, βάζει και τον τίτλο «Ο πειρασμός». Ποτέ ο ανυποψίαστος αναγνώστης δεν θα θεωρούσε αυτή την διθυραμβική εξύμνηση της φύσης σαν ένα «πειρασμό» που απειλεί να αποτρέψει τους Ελεύθερους Πολιορκημένους από το υψηλό τους καθήκον. Και ο υποψιασμένος το ξεχνάει.
Ανάλογες προθέσεις έχει και ο Πρατικάκης, και η επίδραση του Σολωμικού έργου και μάλιστα στο ποίημα «Της φύσης», το οποίο περιέχει λέξεις και φράσεις - κλειδιά των προσωκρατικών (κρύπτεσθαι φιλεί, φιλότης, νείκος) δεν είναι άσχετη μ' αυτές. «Μ' ελέγχει ο βάτος που κρατώ, κρύβει φωτιά κι εκείνος» είναι ένας στίχος που αν τον εύρισκε ριγμένο μέσα στα χαρτιά του Σολωμού ο Πολυλάς δεν θα δίσταζε να τον θεωρήσει δικό του. Ο στίχος « με του φτερού το σάλαγο, και με κανέναν ήχο» των Ελεύθερων Πολιορκημένων, μαζί με τον τρελό χορό που στήνουν τα μελισσόπουλα του Ελύτη είναι οι μόνοι δάνειοι στίχοι που μπόρεσα να ανιχνεύσω στο έργο.
Ο Σολωμός και ο Ελύτης: Η τομή τους βρίσκεται ακριβώς στο έργο του Πρατικάκη.
Ο αισθαντικός, γήινα προσγειωμένος, μη επιθετικός, «μη διεκδικητικός» λόγος του Πρατικάκη φαίνεται χαρακτηριστικά, σε κάποιους «διδακτικούς» ή «αποφθεγματικούς» στίχους όπως: «Ν' αφαιρείς τις πράξεις σου από τις σκέψεις σου». «Να αφεθείς του ανέμου. Εκεί είναι η απάντηση. Να μιλάς μόνο σαν είναι αναπόφευκτο». «Η περιττή ευφράδεια είναι τραύλισμα». «Ο σοφός νους είναι σαν το νερό: παίρνει τις πιο χαμηλές θέσεις που οι άλλοι αποφεύγουν, κι όμως γεμίζει πρώτος τα χάσματα». «Τώρα πια μόνο στα όνειρα διεκδικώ το μερίδιο μου. Κι εκεί με ήσυχες παραβολές, με κλώνους χαμηλόφωνους». «Αύριο λέω να βαδίσω με τις ρίζες των δέντρων. Αυτή είναι η απόσταση».
Η σύγχρονη ποίηση έχει την τάση να εγκαταλείπει την ηχητική ποιότητα των λέξεων και των φράσεων, διαχέοντας τις σημασίες τους σε ένα ευρύ δίχτυ συνυποδηλώσεων. Πιστεύω ότι αυτό, όπως και ο κρυπτικός της χαρακτήρας, οφείλεται εν μέρει στο ότι προορίζονται για ανάγνωση. Η μουσικότητα του ποιήματος χάνεται όταν διαβάζεται, ενώ αντίθετα αναδεικνύεται με την απαγγελία. Πολλοί όμως επιμένουν ότι η εγκατάλειψη αυτή είναι λάθος, γιατί η ποίηση δεν είναι μόνο νόημα, ούτε μόνο ήχος, είναι ήχος και νόημα, και ο εξασκημένος αναγνώστης βρίσκει τον ήχο της, όπως με τον ελεύθερο ρυθμό της ανάγνωσης συλλαμβάνει πιο άνετο το νόημα της.
Ο Πρατικάκης φαίνεται να συμμερίζεται αυτήν την άποψη. Ένας υπόγειος ρυθμός, μια υποψία μέτρου, σκόρπιες παρηχήσεις, διαπερνούν τα ποιήματα του. Υπέροχο δείγμα είναι οι δύο πρώτοι στίχοι από το «Φυσερό του τεχνίτη».

Το σφυρί του χαλκιά συνομιλεί με το σίδερο κι ανασαίνει βαθιά το φυσερό του τεχνίτη.

Οι δάκτυλοι αναπαριστούν με θαυμαστό τρόπο το χτύπημα του σφυριού και το ρυθμό του φυσερού.
Η παρομοίωση και η μεταφορά αποτελούν τα κατ' εξοχήν εκφραστικά στοιχεία της ποίησης. Οι τολμηρές, όχι τετριμμένες, «ανοίκειες» μεταφορές χαρακτηρίζουν πάντα τη μεγάλη ποίηση. Ένα χαρακτηριστικό δείγμα. Και το κύμα: η τρυφερή χαίτη της κίνησης.
Ή εκείνη του Αίγαγρου:
Ένα απόλυτο ποίημα που σβήνεται, γράφεται, που δέχεται ατέλειωτες αναγνώσεις καθώς ξεδιπλώνεται πολυσέλιδο δάσος παραπέμποντας παντού

Ο Μανώλης Πρατικάκης με την τελευταία του ποιητική συλλογή Η μαγεία της μη διεκδίκησης αναδεικνύεται, αν όχι ο ποιητής των οικολόγων, πάντως ο κατ' εξοχήν οικολόγος ποιητής. Ο ποιητικός του λόγος δεν είναι απλά ένα επιφώνημα θαυμασμού μπροστά στην ομορφιά της φύσης. Είναι και μια διεισδυτική, «φιλοσοφική » ματιά στην ουσία των όντων και των πραγμάτων, και μια ελεγεία μπρος στην καταστροφή τους. Και προ παντός μια προειδοποίηση: «(τα δέντρα) Όμως καμιά φορά πεισμώνουν όταν ο άνθρωπος τα βασανίζει. Αγριεύουν τότε, συστρέφονται, φτύνουν τον καρπό Εκδικούνται το χέρι που τα καίει. Ρίχνουν χωριά μες στις πλημμύρες. Με δέντρινα μυαλά νομοθετούνε. Με θεσπίσματα αφανίζουνε φυλές•.
Ο Πρατικάκης στη συλλογή αυτή μιλάει για το «ελάφι» (τα εισαγωγικά είναι για τίτλους ποιημάτων) «το κυνήγι του αγριογούρουνου», τον «Αίγαγρο», «τα δέντρα», «το σαλιγγάρι», «τους βάτους», την πέρδικα, τα πουλιά κ.λπ., με μια τέτοια ευαισθησία σαν να είναι απόλυτα ταυτισμένος μ’ αυτά.
Όμως η οικολογία δεν εξαντλείται στη φυσιολατρία. Στα ποιήματά του προβάλλει μια μη επιθετική, «μη διεκδικητική», όπως λέει η τίτλος, μη ανταγωνιστική στάση απέναντι στη ζωή και στα πράγματα. Ο σοφός νους είναι σαν το νερό: παίρνει τις πιο χαμηλές θέσεις που οι άλλοι αποφεύγουν, κι όμως γεμίζει πρώτος τα χάσματα», λέει σε ένα του ποίημα.
Πρόκειται για μια συλλογή που αξίζει να διαβαστεί από οικολόγους και μη.

Friday, November 6, 2009

Άρη Σφακιανάκη, Οι παράξενες συνήθειες της οικογένειας Μόρφη

Άρη Σφακιανάκη, Οι παράξενες συνήθειες της οικογένειας Μόρφη, Κρητικά Επίκαιρα, Μάης 1991.

Ο Άρης Σφακιανάκης βρίσκεται στους αντίποδες της Μάρως Βαμβουνάκη. Αναφερόμαστε στο «Οι παράξενες συνήθειες της οικογένειας Μόρφη». Ενώ η Βαμβουνάκη φαίνεται να αξιοποιεί στο έπακρο την παράδοση του ρεαλισμού, από την οποία αντλεί τη μυθολογία της, ο Σφακιανάκης κινείται μέσα στο σύγχρονο πνεύμα της αφηγηματικής πεζογραφίας, ένα πνεύμα σουρεαλιστικό, όχι με την έννοια της αυτόματης γραφής, όπως εμφανίσθηκε μετά το κίνημα του Μπρετόν στις αρχές του αιώνα, και που περισσότερο κατέκτησε την ποίηση παρά την πεζογραφία, αλλά με ένα τρόπο ανάλογο μ' αυτό της σουρεαλιστικής ζωγραφικής: Εξωπραγματικότητα των εικόνων και των μύθων. Ήταν ένα αναγκαίο καταφύγιο της πεζογραφίας, αφού ο κινηματογράφος, σαν νεοσσός του κούκου, την εκτόπισε από το χώρο της αφηγηματικής τέχνης, κερδίζοντας το ενδιαφέρον μιας συντριπτικά μεγαλύτερης μάζας κοινού.
Αυτό βέβαια έχει να κάνει και με τη συντριβή των οραμάτων και τον συνακόλουθο αναχωρητισμό, και φυσικά με το μειωμένο κοινωνικό βάρος, των αφηγηματικών τουλάχιστον συγγραφέων. Ο κριτικός και ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός ανήκουν ήδη στο παρελθόν, και η αφηγηματική λογοτεχνία έχει πάψει πια να συμμαχεί με κάθε απόπειρα κοινωνικής μεταρρύθμισης ή ανατροπής. Αποτελεί απλά ένα ξόρκι της πραγματικότητας καταφεύγοντας στο όνειρο και στο φανταστικό. Βέβαια, αποτελεί πάλι μια αντανάκλαση της πραγματικότητας, στο βαθμό που το όνειρο είναι μια διαμεσολαβημένη έκφραση της πραγματικότη¬τας, είτε σαν λογοκριμένη έκφρασή της από το υπερεγώ είτε σαν συμβολική «ποιητική» αναπαράσταση της. Εξάλλου, αν ο μύθος, σαν δράση και συμπεριφορά των ηρώων, είναι υπερρεαλιστικός, ο ψυχισμός των ηρώων, αλλά και η αναλογία καταστάσεων στη βάση μιας «βαθιάς δομής», είναι ρεαλιστικές, με την ευρεία έννοια ότι ανήκουν στην πραγματικότητα.
Η στροφή είχε τόση επιτυχία ώστε την ακολούθησε και ο κινηματογράφος. Αν και βλέπω ετεροχρονισμένα ταινίες στην τηλεόραση (αν είναι να περάσω έξω τη βραδιά μου προτιμώ πάντα το θέατρο) έχω εν τούτοις δυο παραδείγματα μιας τέτοιας στροφής. Το ένα είναι «Ο άνθρωπος πουλί», όπου δείχνεται στο τέλος ο ήρωας να καταφέρνει να πετάει, ενέργεια που τον θεραπεύει από την κατατονική του κατάσταση. Το άλλο δεν το είδα ετεροχρονισμένα, αλλά στο σινεμά, γιατί πρόκειται για ένα σκηνοθέτη που δεν μπορώ να τον περιμένω στην τηλεόραση, τον Ακίρα Κουροσάβα. Μιλώ φυσικά για τα «Όνειρα», που σαν τίτλος τέθηκε μάλλον για να προειδοποιήσει τον θεατή. Ο Ταρκόφσκι, δέσμιος και αυτός της ρεαλιστικής παράδοσης, δίνει επίφαση ρεαλισμού στον σουρεαλισμό του χρησιμοποιώντας νευρωσικούς ήρωες. Μόνο στο «Σαλιάρη» (για ευνόητους λόγους προτιμήθηκε η από το αγγλικό μετάφραση Σολάρις) χρησιμοποιεί απερίφραστα τον σουρεαλισμό, μια και υπάρχει ήδη το είδος της επιστημονικής φαντασίας, ένας παρακινηματογράφος στα χνάρια της παραλογοτεχνίας, όπως και το θρίλερ.
Σ’ αυτό το σουρεαλιστικό κλίμα κινούνται και οι μύθοι στα διηγήματα του Σφακιανάκη. Το τελευταίο μάλιστα είναι αντάξιο της φαντασίας ενός Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, ο οποίος φαίνεται να τον επηρεάζει ακόμη και στους τίτλους - μακρινάρια των διηγημάτων του. Το σασπένς, εγγενές στο είδος, είναι σε όλα τα διηγήματα πολύ έντονο. Ένας αχαλίνωτος, σχεδόν διεστραμμένος ερωτισμός, γίνεται δεκτός ακόμη και από τους ελάχιστα διατεθειμένους να τον δεχτούν εξαιτίας της στιλιστικής ικανότητας του συγγραφέα. Οι μακρές περίοδοι είναι χαρακτηριστικό της γραφής του, που σε ένα διήγημα μάλιστα το αξιοποιεί εντάσσοντάς το στην οικονομία του έργου, σαν ένα είδος πεζογραφικού συμβολισμού, όπου η μορφή υποβάλλει το περιεχόμενο. Μπορεί όμως να τις ελέγχει. Στα σουρεαλιστικά του πετάγματα είναι λιγότερο τολμηρός (σε διηγήματα, κατά τα άλλα, πολύ τολμηρά) σε σύγκριση, π.χ. με το εξαίσιο «Ο φόβος της έκρηξης» του Ανδρέα Μήτσου όπου το σουρεαλιστικό στοιχείο εκτείνεται όχι μόνο στην πλοκή, αλλά πολύ περισσότερο στην ίδια την εικονοπλασία, πράγμα που απαιτεί πολύ προσεκτική ανάγνωση, σαν να διαβάζεις ένα ποίημα. Τη σύγκριση βέβαια δεν την εννοώ αξιολογικά, μια και ο σουρεαλισμός δεν είναι ένας προκρούστης. Απλώς ήθελα να δείξω την τάση αυτή αναφερόμενος σε μια άλλη θαυμάσια συλλογή διηγημάτων.

Wednesday, November 4, 2009

Μάρω Βαμβουνάκη, Ντούλια

Μάρω Βαμβουνάκη, Ντούλια (Κρητικά Επίκαιρα, Μάης 1991)

Από παλιά κάνουμε έκκληση απ’ αυτήν εδώ τη στήλη να μας στέλνουν οι συγγραφείς τα βιβλία τους για να τα παρουσιάζουμε. Όχι γιατί πληρωνόμαστε με το κομμάτι, και όσο περισσότερα παίρνουμε τόσο το καλύτερο για μας. Απλούστατα, μέσα απ’ αυτήν εδώ τη στήλη φιλοδοξούμε να φέρουμε σε επαφή τα έργα κρητών συγγραφέων με ένα κοινό στο οποίο τα έργα αυτά θα περνούσαν απαρατήρητα. Τη στήλη αυτή τη θεωρούμε σαν μια μικρή συμβολή στην πολιτιστική ανάπτυξη του τόπου μας, και αν τέτοια θέλουν να τη θεωρούνε και οι συγγραφείς, ας μην αμελούν να μας στέλνουν τα βιβλία τους. Ιδιαίτερα μάλιστα όταν πρόκειται για εξαίρετα ταλέντα, όπως η Μάρω Βαμβουνάκη (πρόσφατα παραχώρησε συνέντευξη στα Κρητικά Επίκαιρα) και ο Άρης Σφακιανάκης. Τα βιβλία τους «Ντούλια» και «Οι παράξενες συνήθειες της οικογένειας Μόρφη» τα βρήκα στην Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων, στα γραφεία της οποίας συναντιώμαστε μια ομάδα φιλοσοφίας από εκπαιδευτικούς. Τα δανείστηκα, και αν ενδιαφέρει την κα Βαμβουνάκη να το μάθει, χρειάστηκε να κόψω τις σελίδες του βιβλίου της για να το διαβάσω. Άγνωστο αν τους
καταχώρησαν και στα «βιβλία που λάβαμε».
Τη φορά που τα βρήκα και τα δανείστηκα συζητάγαμε για τη θεωρία της Τέχνης του Πλάτωνα. Ο Πλάτωνας εξοβελίζει τους καλλιτέχνες, εικαστικούς, λογοτέχνες, μουσικούς κ.λπ. γιατί η τέχνη τους είναι μίμηση της μιμήσεως που αποτελεί η πραγματικότητα, η οποία πραγματικότητα δεν είναι παρά αντανάκλαση των ιδεών. Είχε μια, αν μου επιτρέπει ο Πλάτωνας από τον κόσμο των ιδεών όπου κατοικεί, «απλοϊκή» αντίληψη περί μιμήσεως. (Το απλοϊκή το βάζω σε παρένθεση γιατί το ζήτημα έχει αρκετές πλευρές που δεν είναι του παρόντος να τις αναλύσουμε, μια και ο Πλάτωνας ασφαλώς δεν ήταν απλοϊκός). Οι μαρξιστές που θεωρούν την τέχνη κι αυτοί σαν μίμηση, ή ακριβέστερα αντανάκλαση, της πραγματικότητας, έχουν περισσότερο δίκιο. Οι καλλιτέχνες με τα έργα τους μας γνωρίζουν την εποχή μας, συχνά εναργέστερα από ότι ένας κοινωνιολόγος.
Την εποχή μας; Όχι ακριβώς. Μας δείχνουν την αντίληψη τους για την εποχή μας, που σε τελευταία ανάλυση όμως είναι η εποχή μας, μια και η αντίληψη τους για την εποχή μας συνιστά τμήμα της εποχής μας. Και ο αναγνώστης ή ο κριτικός άραγε «γνωρίζει», μέσω του έργου, αυτή την αντίληψη του καλλιτέχνη; Όχι ακριβώς, απλά αποκτάει μια «αντίληψη» της αντίληψής του, συνειδητής ή ασυνείδητης (μια και το έργο συχνά ξεφεύγει από τις προθέσεις του δημιουργού, θυμηθείτε τι έλεγε ο Καζαντζάκης για τα 24 στρατιωτάκια κλπ.) που συναρτάται, σε σημαντικό βαθμό λέει ο Σεφέρης, από την επάρκεια του.
Πετάω σπερματικές ιδέες για την αντίληψή μου περί τέχνης και περί λογοτεχνικής κριτικής, σε περίπτωση που διαφωνήσουν οι συγγραφείς για την κριτική μου. Ο κριτικός δεν είναι σαν ένας εργάτης χρυσωρυχείου, που ανάλογα με την ικανότητα του στο σκάψιμο βγάζει περισσότερο ή λιγότερο χρυσάφι, ή δεν βγάζει καθόλου. Είναι και αυτός ένας λογοτέχνης, ένας μεταλογοτέχνης, που καταθέτοντας την δική του αισθαντικότητα απέναντι στο έργο ακονίζει περισσότερο ή λιγότερο τις ευαισθησίες άλλων αναγνωστών. Και αν η ανυπαρξία λογοτεχνικής κριτικής στις μέρες μας (Ο Γκουστάβ Λεμπόν στο έργο του Η ψυχολογία των όχλων ανιχνεύει το φαινόμενο στη Γαλλία ήδη από τον περασμένο αιώνα) οφείλεται κυρίως σε μια πρωτοφανή έπαρση του κοινού, που νομίζει ότι τα ξέρει όλα, έτσι και το κριτικό κείμενο, σαν μεταλογοτεχνία, μόνο τους συναδέλφους κριτικούς μπορεί να ενδιαφέρει, και δυο τρεις άλλους.
Έχοντας μαθητεύσει στην σημειολογία του Προπ, όταν διαβάζω αφηγηματική λογοτεχνία ψάχνω για τις δομές των μύθων, την κοινότητα στις υποθέσεις. Έτσι πίσω από την Ντούλια βρήκα την Αννα Καρένινα και την Μαντάμ Μποβαρύ. Αρχετυπικές μορφές: Η γυναίκα που παρατάει το σύζυγο, ο οποίος συμβολίζει περίπου την αρχή της πραγματικότητας, στην Ντούλια πιο ανάγλυφα από ότι στα δύο άλλα έργα. Ο Εραστής, που συμβολίζει την αρχή της ηδονής, ή, αν θέλετε, την «ύβριν». Κατόπιν έρχεται η «Άτη», η εγκατάλειψη, η πτώση, η δίκαιη τιμωρία. Τέλος η κάθαρση, όρος φροϋδικός και αριστοτελικός, που συντελείται με την αυτοκτονία.
Ο μύθος δεν μ' αρέσει, γιατί τον θεωρώ έκφραση της επιβολής του άνδρα σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία. Παρόλο που τον χειρίζονται με διαφορετικές προθέσεις οι τρεις συγγραφείς, υπάρχει έντονο το υπόστρωμα του φαλλοκρατισμού. Και για τις προθέσεις της Βαμβουνάκη έχω μια αμφιβολία.
Η αποδοχή του έργου από τον αναγνώστη δεν είναι μόνο θέμα επάρκειας (η οποία μπορεί να υπολογισθεί ποσοτικά, σαν μεγαλύτερη ή μικρότερη) αλλά και θέμα
κοινωνικής οπτικής, ταξικής ή ηλικιακής θέσης ή δεν ξέρω τι άλλο. Σαν καλός κριτικός που θέλω να ταυτίζομαι (για να ανιχνεύω) με περισσότερες από μία οπτικές, παρουσιάζω εδώ δύο.
Η Ντούλια, βαρεμένη από τη μονότονη, μικροαστική ζωή της και τον περιποιητικό σύζυγο της (μια παλιά φίλη μου εκφράστηκε κάποτε για τον άνδρα της, ότι είναι καλός μέχρι αηδίας) τα παρατάει και καταφεύγει σαν χίπισσα σε ένα χωριουδάκι στο Λυβικό, στη νότια Κρήτη. Μετά από λίγο άλλη πλήξη, βρίσκει όμως τον γκόμενο, κλασικό τύπο καμακιού, και χωρίς ίχνος αξιοπρέπειας και με ένα μαζοχισμό που θα τον ζήλευε και ο Μαζόχ, όσο πιο άγρια της φέρεται, ή μάλλον όσο πιο πολύ την ξυλοφορτώνει, τόσο πιο πολύ τον αγαπάει. Όταν την παρατάει αποπειράται να αυτοκτονήσει, σώζεται όμως. Ο άνδρας της την δέχεται, και ενώ της δίνεται η ευκαιρία της μεταμέλειας, να επανενταχθεί στην πραγματικότητα, αυτή επιμένει στην αναζήτηση του άπιστου εραστή. Κανένα αριστοτελικό έλεος, δεν νιώθω γι' αυτή την η ηρωίδα. Ήθελε τα κι ήπαθέ τα, και δεν μετανοεί.
Μια άλλη ανάγνωση, βλέπει στην Ντούλια την απεγνωσμένη αναζήτηση της ευτυχίας πέρα από τα μέτρα του πραγματικού. Στην προηγούμενη ανάγνωση αυτή η αναζήτηση εγγράφεται σαν νευρωσική, σ' αυτή εδώ σαν φαντασιακή, ριζοσπαστική, επαναστατική. Το ασυμβίβα¬στο του χαρακτήρα της την τοποθετεί «βελτίονα ή καθ' ημάς», όπως θέλει ο Αριστοτέλης τους τραγικούς του ήρωες, και σαν ματαιωμένοι (frustrated) και εμείς, της αναγνωρίζουμε το δικαίωμα της για ένα μερίδιο στην ευτυχία, οπότε αυτόματα καθίσταται τραγική ηρωίδα. Μια άλλη ανάγνωση συμπληρωματική, θα έβλεπε το έργο σαν ένα δοκίμιο πάνω στη ματαίωση, αλλά και στην ανθρώπινη επιμονή.
Όποια ανάγνωση κι αν επιλέξουμε, η εικόνα της εποχής, η αντανάκλαση που λέγαμε στην αρχή, είναι σαφής. Σαφής και η διαγραφή του ανθρώπινου ψυχισμού, τουλάχιστον για την περίοδο μετά το τέλος της μητριαρχίας. Και επειδή θέλω να αποδεσμεύω τον εαυτό μου από τις προθέσεις του δημιουργού, έχω και ένα διαφορετικό τρόπο ανάγνωσης, τον τεμαχισμένο. Τα σημερινά αφηγηματικά έργα τα αντιμετωπίζω σαν «εικόνες από μια έκθεση», μια και σε μεγάλο βαθμό, ίσως παρά τις προθέσεις των δημιουργών, είναι τέτοια. Ο Μπέργκμαν στο «Σκηνές από ένα γάμο» το αναγνωρίζει απερίφραστα. Εδώ βρίσκω τρεις τέτοιες εικόνες. Την εικόνα της τελματωμένης, αστικής ζωής, την εικόνα της φυγής, της αυτονομίας και της μοναξιάς, και τέλος την εικόνα του ερωτικού πάθους, σαν σύμβολο μιας απεγνωσμένης αναζήτησης της ευτυχίας στο ένστικτο και όχι στη λογική.
Και φυσικά, σαν γνήσιος αιρετικός μαρξιστής, και σαν καθηγητής, μαγεύομαι περισσότερο από την σάρκα που ντύνει τον «μυθικό», αφηγηματικό σκελετό. Η ποιητική χρήση των λέξεων με τις απροσδόκητες εικόνες και μεταφορές, η ισορροπημένη, καλοζυγιασμένη φράση (πού τα αγχωτικά μακρινάρια του Σφακιανάκη) η ντοσκογιεφσκική ψυχολογική διείσδυση που αναδει¬κνύεται αντιστικτικά στους σύντομους διάλογους, η αφηγηματική τεχνική του απροσδόκητου, άλλο να περιμένεις κι άλλο να σου έρχεται, όπως σ' αυτό το θαυμάσιο, απροσδόκητο, αντικομφορμιστικό τέλος. Σε όσα βιβλία θυμάμαι το τέλος τους, πρόκειται για θαυμάσια βιβλία, όπως εκείνο το «Τετέλεσται. Κι ήταν σαν να 'λεγε, όλα αρχίζουν» του τελευταίου πειρασμού. Το τέλος της Ντούλιας θα το θυμάμαι και αφού θα έχω ξεχάσει την υπόθεση. Όμως σταματάω εδώ, φοβούμενος την ψαλίδα του εκδότη, αφού το κείμενο αυτό ήδη έχει πάρει υπερβολική έκταση.

Tuesday, November 3, 2009

Ελένη Σαββάκη, «Οι παράλληλοι εαυτοί μας και το βουβό δεξί ημισφαίριο»

Δημοσιεύτηκε στα Kρητικά Επίκαιρα την Τετάρτη 28 Μαρτίου 1990

Ελένη Σαββάκη, «Οι παράλληλοι εαυτοί μας και το βουβό δεξί ημισφαίριο», Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Από τις «Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης» κυκλοφόρησε το βιβλίο της Ελένης Σαββάκη «Οι παράλληλοι εαυτοί μας και το βουβό δεξί ημισφαίριο». Το βιβλίο δεν μας το έστειλαν, αλλά το βρήκα σε βιβλιοπαρουσίαση στο «Περισκόπιο της Επιστήμης». Οι «Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης» χρηματοδοτούνται από τους ομογενείς της Αμερικής, και έχουν μια προσφορά με πολύ αξιόλογα βιβλία, τα οποία διακινούνται από τις εκδόσεις «Τροχαλίας». Θα παρακαλούσαμε τους υπεύθυνους να μην μας σνομπάρουν, αλλά να μας στέλνουν τα βιβλία τους. Από τις εκδόσεις τους μόνο το «Για μια ποιητική του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού» του Γ.Μ. Σηφάκη λάβαμε, του οποίου κάναμε μια εκτενή παρουσίαση - λίγο ανορθόδοξη, είναι αλήθεια - το περασμένο καλοκαίρι...
Το μεγάλο προσόν, που διαθέτει το βιβλίο της κ. Σαββάκη είναι, ότι, χωρίς να υστερεί σε επιστημονικότητα, είναι με τέτοιο τρόπο γραμμένο, ώστε να γίνεται πολύ εύκολα, και μάλιστα στο σύνολο του, κατανοητό από άτομα μη ειδικότητας. Η βασική θέση του βιβλίου είναι, ότι το παραμελημένο βουβό δεξί ημισφαίριο έχει μια αξιόλογη λειτουργία, καθώς είναι υπεύθυνο, ανάμεσα στα άλλα, για την συνθετική σκέψη, την αντίληψη χώρου, τα αισθήματα, τις συγκινήσεις, τη δημιουργικότητα, τη φαντασία και την καλλιτεχνική έκφραση.
Όμως το ημισφαίριο αυτό παραμελείται από το εκπαιδευτικό μας σύστημα, καθώς τα εκπαιδευτικά του προγράμματα στηρίζονται σε λεκτικό υλικό, απευθυνόμενα στο αριστερό ημισφαίριο, που ελέγχει το λόγο. Ακόμη και τα λεγόμενα «εποπτικά μέσα», που υποτίθεται, ότι πρέπει να συνοδεύουν τον διδακτικό λόγο, ελλείπουν από τα σχολεία μας, και σαν εκπαιδευτικός μπορώ να σας το διαβεβαιώσω από πρώτο χέρι. Η εκπαιδευτική τηλεόραση είναι πια θεσμός εδώ και μερικά χρόνια, όμως μόνο ατομική χρήση μπορεί να γίνει από τους μαθητές, μια και τα σχολεία δεν διαθέτουν ούτε τηλεόραση, ούτε βίντεο, που αποτελεί το απαραίτητο συμπλήρωμα για τη σωστή αξιοποίηση των εκπαιδευτικών εκπομπών. Παρολαυτά εμείς δεν απελπιζόμαστε, πάντα θα διεκδικούμε το 15% για την Παιδεία.
Και μια και η κ. Σαββάκη προπαγανδίζει το δεξί ημισφαίριο, το βιβλίο της είναι γεμάτο σχήματα και εικόνες, που απευθύνονται στην ολιστική εποπτεία του δεξιού ημισφαιρίου. Ένα άλλο πλεονέκτημα που έχει το βιβλίο, είναι ότι παρουσιάζει τα σημεία επαφής ανάμεσα στην νευρολογία, κοινωνιοβιολογία, ψυχολογία και κοινωνιολογία, επιστήμες που όλες τους μελετούνε, τουλάχιστον κάποιες από τις παραμέτρους της ανθρώπινης συμπεριφοράς, τονίζοντας πόσο σημαντική είναι μα διεπιστημονική προσέγγισή της.
Καλά, δεν έχει και κανένα ελάττωμα το βιβλίο; Κάθε βιβλιοκριτικός, που σέβεται τον εαυτό του, θα πρέπει να βρίσκει και κάποια λάθη. Το πρώτο, που βρήκα είναι ότι η λέξη «νοραδρενεργικές» πρέπει να προηγείται της συντομογραφίας ΝΑ, γιατί ο μέσος αναγνώστης είναι δύσκολο να υποψιαστεί τι σημαίνει. Ακόμη πιστεύουμε, ότι η «μετασχηματιζόμενη γραμματική» του Τσόμσκι μάλλον είναι μετασχηματιστική γραμματική, τουλάχιστον κατά τον Μπαμπινιώτη. Η γραμματική της «βαθιάς δομής» μετασχηματίζει και δεν μετασχηματίζεται. Τέλος ο εαυτός μας είναι ομιλών κι όχι ομιλούν (ομιλών, ομιλούσα, ομιλούν). Στην Κρήτη μπορεί να λέμε «μιλείς», όμως στη δημοτική είναι «μιλάς». Να συμπληρώσω τέλος μια επιβεβαίωση, που βρήκα σ' αυτό το βιβλίο, σε κάποια θέση μου, που εκτέθηκε στο άρθρο «Σκέψεις και σχόλια για τη γλώσσα», Νεοελληνική Παιδεία τεύχος 13. Εκεί υποστηρίξαμε, υπερθερματίζοντας, την άποψη του κ. Μπαμπινιώτη, ότι το οπτικό σημαίνον (το οποίο παριστάνει σε σχετικό σχήμα με διακεκομμένη γραμμή) έχει πλήρη ισοτιμία με το ακουστικό, του οποίου δεν αποτελεί απλή μεταγραφή, σε γλώσσες όπως οι ιδεογραφικές. Η αντίληψή μου για την ισοτιμία αυτή πιστεύω, ότι ενισχύεται από αυτό που παραθέτει η κ. Σαββάκη στο βιβλίο της, ότι η γωνιώδης έλικα του αριστερού ημισφαιρίου είναι υπεύθυνη για την αντίληψη μόνο της συλλαβικής γραφής και όχι για την αντίληψη της ιδεογραφικής γραφής (η υπογράμμιση δική της). Ίσως η «ολιστική» ανάγνωση της ιδεογραμματικής γραφής να εδράζεται στο δεξί ημισφαίριο, και ένα σχετικό εύρημα (το οποίο ή δεν έχει γίνει ακόμα ή δεν το έχει υπόψη της η κ. Σαββάκη) δεν θα με εξέπληττε καθόλου. Και αν θυμάμαι καλά κάτι, που άκουσα από τον κ. Τσολάκη σε σεμινάριο που διοργάνωσε η «Νεοελληνική Παιδεία», η ικανότητα των γιαπωνέζων να φτιάχνουν ανθοδέσμες ίσως ενισχύεται από την «ολιστική» αντίληψη, που τους καλλιεργεί η ιδεογραφική γραφή τους.

Monday, November 2, 2009

Γρηγόρη Σηφάκη, Για μια ποιητική του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού

Γρηγόρη Σηφάκη, Για μια ποιητική του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού, Κρητικά Επίκαιρα, Τετάρτη 5 Ιουλίου 1989, η πρώτη μου εκτεταμένη, καθόλου όμως «σοβαρή» βιβλιοκριτική. Τι να κάνω, αργότερα συμμορφώθηκα.

Από τις «Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης» κυκλοφόρησε το βιβλίο του Γ. Μ. Σηφάκη, καθηγητή της αρχαίας Ελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης «Για μια ποιητική του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού».
Από τη δεύτερη κιόλας παράγραφο του προλόγου κατάλαβα ότι το βιβλίο θα ήταν πολύ ενδιαφέρον. Και από πού το κατάλαβα; Από μια αναφορά στην «Ποιητική» του Αριστοτέλη. Αυτός ο άνθρωπος, είπα, για να έχει τόσο περί πολλού τον Αριστοτέλη, πρέπει να είναι πολύ αξιόλογος.
Όταν μελετούσα αρχαία τραγωδία, για να γράψω τη μελέτη μου για την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, οδηγήθηκα στον ίδιο θαυμασμό για τον Αριστοτέλη. Όμως το κείμενο αυτό δεν κατάφερε να βρει εκδότη. Η μόνη λύση ήταν να το μικρύνω και να το δώσω σαν άρθρο. Έκοψα, λοιπόν, τον Αριστοτέλη, ο οποίος μια χαρά βρίσκεται στην «Ποιητική» του, ενώ το δικό μου κείμενο έπρεπε να βρει και αυτό το δρόμο της δημοσιότητας. Τελικά δημοσιεύθηκε πέρυσι στο φθινοπωρινό τεύχος της «Νεοελληνικής Παιδείας».
Η μέθοδος, που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας στη μελέτη του, είναι αυτή της σημειολογίας (ή σημειωτικής, διαλέγετε και παίρνετε. Εγώ, όμως, προτιμώ τον όρο σημειολογία, όπως λέγω ψυχολογία και όχι ψυχωτική, ανθρωπολογία και όχι ανθρωπική. Επίσης προτιμώ τον όρο χρωματοσώματα παρά χρωμοσώματα, όπως λέμε το συρματοπλέγματα και όχι συρμοπλέγματα. Οι ξένοι μπορούν να χρησιμοποιούν όπως θέλουν τη γλώσσα μας για να φτιάχνουν τους όρους τους, όμως, εμείς πρέπει να χρησιμοποιούμε όρους, που βρίσκονται σε συμφωνία με τους κανόνες σύνθεσης κ.λπ. της γλώσσας μας. Η μόνη παραχώρηση που θεωρώ, ότι πρέπει να γίνει είναι για λέξεις που έχουν περάσει πια σε γενική χρήση. Έτσι με ξενίζει η λέξη μαρξικός, έστω και αν η λέξη μαρξιστικός είναι λάθος. Είναι καιρός να καθιερώσουμε τους όρους σημειολογία χρωματοσώματα πριν περάσουν σε γενική χρήση οι αντίστοιχοί τους σημειωτική και χρωμοσώματα).
Δεν είμαι ειδικός σημειολόγος, αλλά η εφαρμογή της σημειολογίας μου φάνηκε άψογη. Η μελέτη του κ. Σηφάκη ήταν εξαιρετικά διεισδυτική και κατατοπιστική. Οι αντιρρήσεις που έχω, έχουν να κάνουν γενικά με την πληρότητα της σημειολογίας και της γλωσσολογίας σαν μεθόδων προσέγγισης σε λογοτεχνικά κείμενα.
Είναι ιστορικό φαινόμενο, όταν ένας επιστημονικός κλάδος κάνει κάποιες προόδους, να καπελώνει όλους τους άλλους. Έτσι έγινε με την μηχανική τον 17ο αιώνα, που καπέλωσε την βιολογία και ανθρωπολογία του Ντεκάρτ, έτσι έγινε με την βιολογία σήμερα, που καπελώνει, που καπελώνει σε μεγάλο βαθμό την κοινωνιολογία. Η δομική γλωσσολογία, όμως, του Σωσύρ φαίνεται, ότι το παράκανε. Δεν λέω, φωτίζει αρκετούς τομείς από μια διαφορετική οπτική γωνία, αλλά τους συσκοτίζει από άλλες. Η έννοια σημείο στη σημειολογική ανάλυση ενός λογοτεχνικού κειμένου (και ιδιαίτερα ενός εικαστικού έργου) αναρωτιέμαι κατά πόσο είναι έγκυρη. Στη γλώσσα εντάξει, υπάρχουν αρχές που χωρίζουν το γλωσσικό continuum σε σημεία, όμως στα λογοτεχνικά κείμενα ή στις ζωγραφικές επιφάνειες ο χωρισμός του continuum γίνεται λίγο πολύ αυθαίρετα. Uses and abuses of linguistics, όπως θα μπορούσε να είχε πει ο H.S. Eysenck (Χρήσεις και καταχρήσεις στη γλωσσολογία. Για τους μη αγγλομαθείς
αναγνώστες Η.S. Eysenck έγραψε τρία βιβλία με τους τίτλους Sense and nonsense in psychology, Uses and abuses in psychology και Fact and fiction in psychology. Εγώ χρησιμοποίησα το «χνάρι», κατά την ορολογία του Σηφάκη, που σχηματικά θα το παρίστανα σαν +A+A-X όπου Χ=επιστημονικός κλάδος.
Μια άλλη αντίρρησή μου είναι ότι οι σημειολόγοι εκστασιάζονται με τις κανονικότητες (χνάρια, τύποι, φόρμουλες για τον κ. Σηφάκη, αφηγηματικές δομές κατά Greimas κ.α.) παραβλέποντας έτσι τις ιδιαιτερότητες. Αυτό βρίσκεται, βέβαια, σε συμφωνία με την εποχή μας, όπου υπάρχει η τάση η ποιότητα να εξοβελίζεται σαν μη μετρήσιμη, ενώ αυτό που υπολογίζεται είναι οι μετρίσιμες, ποσοτικές σχέσεις. Ακόμη, οι αφηγηματικές δομές μου φαντάζουν σαν προκρούστεια κλίνη, όπου ξαπλώνεται το άτυχο αφηγηματικό έργο, το τραβάνε από δω, το κόβουν από κει, μέχρι να συμφωνήσει το καημένο (καμιά φορά φτιάχνουν λίγο και το κρεβάτι). Μια ανάλυση από την άποψη της αφηγηματικής δομής δεν θα πει αρκετά διαφορετικά πράγματα για τους «Επτά Σαμουράι» και το «Και οι επτά ήσαν υπέροχοι», δυο γνωστά κινηματογραφικά έργα με ίδιο μύθο. Όμως από άποψη ποιότητας απέχουν, όσο η μέρα με τη νύχτα το ένα από το άλλο. Αυτό το είχα εκφράσει με ένα χοντρό και ταυτόχρονα χαριτωμένο τρόπο στον φίλο που με μυούσε στην σημειολογία κάποτε. Του είχα πει συγκεκριμένα, ότι ο σκελετός της γιαγιάς μου με τον σκελετό της Ορνέλα Μούτι δεν έχουν μεγάλες διαφορές. Αλλά κι αν έχουν, αυτό είναι άραγε που μετράει; Και, όμως, κατά τα άλλα, εκστασιαζόμαστε με τις δομές. Συγκρίνεται τους γυμνούς όγκους των κτιρίων του Λε Κορμπυζιέ με τις περίτεχνες λεπτομέρειες των νεοκλασσικών μας κτιρίων. Παρόλα αυτά μια κοινωνιολογική ή μια ψυχολογική προσέγγιση των αφηγηματικών δομών, για μένα θα είχε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Να μην προχωρούμε απλώς σε διαπιστώσεις, όπως κάνουν οι αμερικάνοι (με σκοπό, σε τομείς όπως η κοινωνιολογία, να ελέγξουν θεσμούς, συμπεριφορές, κλπ.) αλλά και σε ερμηνείες, όπως κάνει η πιο ζωντανή αρχαιοελληνική και κατ’ επέκταση δυτικοευρωπαϊκή μας παράδοση.
Μια άλλη αντίρρησή μου είναι ότι οι σημειολογικές αναλύσεις μοιάζουν πολύ με ιατρικά εγχειρίδια, ή, εν πάση περιπτώσει, με επιστημονικά κείμενα. Τις λογοτεχνικές
αναλύσεις του Λούκατς τις απολαμβάνω σαν λογοτεχνία, ή σαν μεταλογοτεχνία αν θέλετε. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με τα σημειολογικά κείμενα, που μου φαίνονται ξηρά και ανιαρά. Αν λάβουμε μάλιστα υπόψη και την ιδιαίτερη ορολογία τους, γίνονται ολότελα απρόσιτα στον απληροφόρητο αναγνώστη. Όρους όπως μορφή - περιεχόμενο δεν χρειάζεται και μεγάλη προσπάθεια να τους καταλάβει κανείς, μια και είναι λέξεις της καθημερινής γλώσσας. Δεν συμβαίνει, όμως, το ίδιο με τους όρους σημαίνον - σημαινόμενο.
Εδώ λέω να κλείσω, μη με κόψει πάλι ο Βαρβέρης, όπως μου έκοψε τον Κασσώτικο γάμο. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερος καημός από το να σου κόβουνε τα κείμενα - εκτός ίσως από το να σε κόβουνε στην τηλεόραση, όπως θα ομολογούσε και ο «ψηλός», που τη στιγμή που διαβάζετε αυτές τις γραμμές ελπίζω να μην έχει γίνει πρωθυπουργός. Θα μου πείτε γιατί αυτός ο φόβος. Μα θα τον ψηφίσουν κάτι λιγότερο από ένας στους δύο Έλληνες. Και αυτός ο κάτι λιγότερο από ένας Έλληνας, δεν θα είναι από τα γόνατα και πάνω, αλλά από το λαιμό και κάτω, χωρίς το κεφάλι, όπου εδράζεται ως γνωστόν το μυαλό. Θα μου πείτε, και το ΠΑΣΟΚ θα το ψηφίσουν κάτι λιγότερο από ένας στους δύο. Συμφωνώ. Και αυτός επίσης θα είναι από το λαιμό και κάτω. Τα αποτελέσματα αυτών των εκλογών έδειξαν, ότι δυο στους δυο δεν έχουν κεφάλι. Όσο για μας τους άλλους (που έχουμε κεφάλι εννοώ) «δειλοί - μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, προσμένουμε ίσως κάποιο θάμα».
Θα μου πείτε, τι σχέση έχουν όλα αυτά με τον Σηφάκη. Μα και βέβαια έχουν. Η δεύτερη αρχή της διαλεκτικής, λέει, ότι τα πάντα αλληλοσυσχετίζονται. Εκτός κι αν αμφιβάλλετε για την διαλεκτική.
Μετά από όλα αυτά, ελπίζω να ψηφίσατε Οικολόγους - Εναλλακτικούς. Πάντως μη νομίσετε, ότι όλα αυτά τα έγραψα για να κάνω πολιτική προπαγάνδα για τους «Πράσινους». Εξάλλου οι εκλογές όταν διαβάσετε (αν διαβάσετε) αυτές τις γραμμές, θα έχουν ήδη γίνει. Οι λόγοι ήταν οι εξής: α) να βρω αφορμή να σας θυμίσω το βιβλίο μου «Περιβάλλον, διατροφή και ποιότητα ζωής», που εκδόθηκε πριν λίγους μήνες από τις εκδόσεις «Θυμάρι» και το οποίο, από περισσή μετριοφροσύνη, απέφυγα να παρουσιάσω στα «Βιβλιοκρητικά». β) Να καλύψω το μεράκι μου, μια και ο εκδότης δεν μου πρόσφερε στήλη για χρονογράφημα-ευθυμογράφημα γ) να κάνω μια εναλλακτική κριτική (εκτός από οικολόγος είμαι και εναλλακτικός). Και η ουσία του Εναλλακτισμού είναι η αμφισβήτηση θεσμών, δομών και κατεστημένης (ολότελα ανούσιας, αν και πιο βαθιάς ίσως και εμπεριστατωμένης) κριτικής. Σε περίπτωση που ο κ. Σηφάκης δεν με καταλαβαίνει, του ζητώ ταπεινά συγγνώμη (Λέω σε περίπτωση...). Επαναλαμβάνω, ότι το έργο του είναι θαυμάσιο, δ) Ήταν ένας τρόπος, κάνοντας την πλάκα μας, να υλοποιήσουμε την γραμμή των «Κρητικών Επικαίρων», όλοι οι αναγνώστες να τα διαβάζουνε όλα. Και χωρίς λίγο καλαμπούρι, αυτή η μακροσκελής «βιβλιοκρητική» θα ήταν ολότελα μη διαβαστή. Όσο για την κριτική μου στη σημειολογία, μην την πάρετε και πολύ στα σοβαρά. Ακόμη ψάχνομαι...

Sunday, November 1, 2009

Γιώργος Βοϊκλής, «Οικολογισμός» και «Ξεχασμένα μονοπάτια».

Γιώργος Βοϊκλής, «Οικολογισμός» και «Ξεχασμένα μονοπάτια».

Οι παρακάτω βιβλιοκριτικές δημοσιεύτηκαν στη Νέα Οικολογία τον Οκτώβριο του 1992

Ο Γιώργος Βοϊκλής είναι από τα πιο παλιά και γνωστά στελέχη του οικολογικού χώρου. Παλιό μέλος της Νέας Αριστεράς, ήταν η ψυχή της στροφής της στους οικολογικούς προβληματισμούς και της μετεξέλιξης της φυσιογνωμίας της, που οδήγησαν και στη μετονομασία της σε Ένωση για την Ποιότητα της Ζωής (ΕΠΟΙΖΩ). Το κείμενό του, με τίτλο «Σύγχρονα παγκόσμια προβλήματα», με τις γενικές οικολογικές κατευθύνσεις που περιείχε, δημοσιευμένο στο τεύχος του Αυγούστου του 1976 της Επιθεώρησης της Νέας Αριστεράς, ήταν για μας τότε κάτι το νέο και αποκαλυπτικό. Αυτό το κείμενο είναι ένα από τα πολλά του Γιώργου Βοϊκλή που δημοσιεύονται στο καινούργιο του βιβλίο Οικολογισμός (Εναλλακτικές Εκδόσεις).
Πολλοί από τους προβληματισμούς του συγγραφέα αποτελούν σήμερα απλές και γνωστές αλήθειες για τον αναγνώστη που είναι εξοικειωμένος με τη σχετική αρθρογραφία και βιβλιογραφία. Όμως αξίζει να διαβαστούν κυρίως για το ύφος τους, καθώς έχουν τη φρεσκάδα μιας σκέψεις που έπαιξε ρόλο σκαπανέα στον προοδευτικό χώρο.
Ο συγγραφέας κατατάσσει τα κείμενα του σύμφωνα με μια θεματική λογική: για τους παλιούς και νέους φίλους πιστεύω ότι καλύτερη είναι η ανάγνωσή τους κατά χρονολογική σειρά. Ανασυστήνουν έτσι κατά κάποιο τρόπο την πορεία της οικολογικής σκέψης στη χώρα μας, με τις επί μέρους εμφάσεις και τα προβλήματα που την απασχόλησαν. Για κάποιον όμως που είναι νεομυημένος στην οικολογική σκέψη, είναι προτιμότερη η ανάγνωσή τους με τη σειρά που τα παραθέτει ο συγγραφέας.
Ο Γιώργος Βοϊκλής ασχολήθηκε κυρίως με τα καταναλωτικά προβλήματα (υπεύθυνος του καταναλωτικού συνεταιρισμού της ΕΠΟΙΖΩ), έναν τομέα που μέχρι στιγμής έτυχε δυσανάλογα μικρής προσοχής από το οικολογικό κίνημα, και εύλογα ένα μέρος του βιβλίου περιέχει σχετικά κείμενα.
Ως δείγμα γραφής απ' αυτό το βιβλίο παραθέτουμε τον επίλογο από ένα κείμενο του 1985, μια κριτική στα αριστερά κόμματα, που με τον οικολογικό τους μαϊντανό κοιτάζουν να απορροφήσουν τους συμπαθούντες του χώρου, οι οποίοι άλλωστε πυκνώνουν και μέσα στις ίδιες τις γραμμές τους: «Άλλωστε, στην εσωτερική δομή και λειτουργία τους κυριαρχούν οι αντιδημοκρατικές ιεραρχικές δομές που, εκτός του ότι αντιφάσκουν με τις δημοκρατικές διεκδικήσεις τους σε κοινωνικό επίπεδο, νεκρώνουν τη δημιουργικότητα των κοινω¬νικών δυνάμεων που παγιδεύονται στους μηχανισμούς τους».
Τα Ξεχασμένα μονοπάτια, το τέταρτο βιβλίο του Γιώργου Βοϊκλή (το πρώτο του, το Κοινωνικό πρόβλημα στον σύγχρονο καπιταλισμό εκδόθηκε το 1977 και το δεύτερο, το Τέλος της άνοιξης, το 1990) βγήκε σχεδόν ταυτόχρονα με τον Οικολογισμό την άνοιξη που μας πέρασε, από τη «Νεανική βιβλιοθήκη» των εκδόσεων Καστανιώτης. Στο βιβλίο αυτό περιέχονται μια σειρά κείμενα, εν είδει χρονογραφημάτων, αρκετά από τα οποία δημοσιεύτηκαν στη Νέα Οικολογία. Ο Γιώργος Βοϊκλής στο βιβλίο του αυτό μας παρουσιάζει μια άλλη του πλευρά: την όψη ενός ευαίσθητου ανθρώπου, που τον συγκινούν σκηνές και όψεις της καθημερινότητας, στις οποίες διεισδύει με οξυδέρκεια και χιούμορ.
Το βιβλίο του Γιώργου Βοϊκλή ξυπνά τη νοσταλγία της ελληνικής υπαίθρου των παιδικών μας χρόνων (μας θυμίζει την Αστραδενή της Ευγενίας Φακίνου), η οποία έχει χάσει σήμερα τη μοναδική φυσιογνωμία της, καθώς έχει κατακλυσθεί πλέον, όπως και ο αστικός χώρος, από τις αξίες και τη βαρβαρότητα της καταναλωτικής κοινωνίας. Τα Ξεχασμένα μονοπάτια δεν είναι μόνο τα μονοπάτια των βουνών, που τα παρέκαμψαν οι αυτοκινητόδρομοι. («Ακόμα και οι ντόπιοι ανεβαίνουν τώρα πια με τα αγροτικά τους στα ξωκλήσια που γιορτάζουν, μετατρέποντας σε πάρκινγκ τα ξέφωτα, όπου κάποτε στήνανε χορό», γράφει πολύ χαρακτηριστικά ο συγγραφέας στο κείμενο με τον ομώνυμο τίτλο). Είναι τα μονοπάτια που μας συνδέουν ακόμη με την παράδοση και τον πολιτισμό, μονοπάτια που πρέπει να τα ανακαλύψουμε και πάλι, πριν αλλοτριωθεί εντελώς η ζωή μας.
Είναι η άλλη πλευρά του ποταμού, την οποία ο Γιώργος Βοϊκλής προσπαθεί να δείξει στη σημερινή νεολαία που δεν τη γνώρισε, προσκαλώντας την να διασχίσει τις γέφυρες που την ενώνουν με το παρελθόν. Όχι για μια επιστροφή στο χτες, καθώς η ιστορία δεν γυρίζει πίσω, αλλά για μια επανενσωμάτωση των πιο υγιών στοιχείων αυτού του παρελθόντος στη ζωή μας.
Μπάμπης Δερμιτζάκης
Η ΝΕΑ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ • ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1992