Book review, movie criticism

Thursday, October 11, 2012

Νίκος Καζαντζάκης, Καπετάν Μιχάλης



Νίκος Καζαντζάκης, Καπετάν Μιχάλης, Εκδόσεις Ελ. Καζαντζάκη 1974, σελ. 495

  Μετά τον «Αλέξη Ζορμπά» (1946) ο Καζαντζάκης έγραψε τους «Αδελφοφάδες», που όμως, για άγνωστους λόγους (σε μένα τουλάχιστον) δεν εκδόθηκε παρά μετά τον θάνατό του. Ακολουθεί ο «Καπετάν Μιχάλης» (1953). Ο ξεχωριστός Ζορμπάς παραχωρεί τη θέση του στον ηρωικό Καπετάν Μιχάλη. Ως πρότυπα ο Καζαντζάκης έχει πραγματικά πρόσωπα, τον Γιώργη Ζορμπά και τον πατέρα του. Όμως τα πρόσωπα αυτά είναι καθημερινοί άνθρωποι, που ξεχωρίζουν βέβαια από μια φλόγα ψυχής. Το ίδιο και ο Μανωλιός στον «Χριστό ξανασταυρώνεται» που ακολουθεί. Στη συνέχεια όμως ο Καζαντζάκης δεν θα ασχοληθεί με τις ξεχωριστές ψυχές αλλά με τις ξεχωριστές προσωπικότητες, όπως ο Χριστός στον «Τελευταίο Πειρασμό» και ο Άγιος Φραγκίσκος στον «Φτωχούλη του θεού».
  Παρόλο που το έργο δεν αναφέρεται σε καμιά κρητική επανάσταση (για τον ελάσσονα ξεσηκωμό του 1989 με τον οποίο τελειώνει το βιβλίο δεν μπόρεσα να βρω ιστορικά στοιχεία στο διαδίκτυο) μπορεί να θεωρηθεί ένα έπος της Κρήτης· ή καλύτερα ένα έπος της κρητικής ψυχής. Ηθογραφώντας ο Καζαντζάκης παρουσιάζει ταυτόχρονα και το μεγαλείο της.
  Μέσα στο έπος ο Καζαντζάκης υφαίνει και μια ερωτική ιστορία. Στην ιστορία αυτή συμπλέκονται μια τουρκάλα, η Εμινέ, και τρεις άντρες: ο άντρας της ο Νουρήμπεης, ο καπετάν Μιχάλης και ο καπετάν Πολυξίγκης. Ο Νουρήμπεης μπλέκεται σε μια μονομαχία. Σκοτώνει μεν τον αντίπαλό του, όμως αυτός προλαβαίνει και τον πληγώνει στα γεννητικά του όργανα. Αυτό θα τον οδηγήσει στην αυτοκτονία, ενώ η γυναίκα του πιο πριν είχε οδηγηθεί στην αγκαλιά του καπετάν Πολυξίγκη. Όμως αυτή τον καπετάν Μιχάλη θέλει, και το ίδιο τη θέλει κι αυτός, όσο και αν προσπαθεί να πνίξει το αίσθημα αυτό μέσα του. Όταν μαθαίνει ότι την συνέλαβαν η τούρκοι, παρατάει το πολιορκημένο μοναστήρι με λίγους συντρόφους του και σώζει την Εμινέ, την οποία μεταφέρει σε ασφαλές μέρος. Όταν επιστρέφει, το μοναστήρι έχει καταληφθεί από τους τούρκους και έχει καεί. Νοιώθει ενοχές. Πώς θα τις πνίξει; Με δυο τρόπους. Θα σκοτώσει την Εμινέ, και δεν θα καταθέσει τα όπλα, σε μια πράξη αυτοκτονίας.
  «Ελευτερία ή…
  Μα δεν πρόφτασε να τελειώσει· μια μπάλα μπήκε μέσα στο στόμα του· μια άλλη πέρασε από το δεξό του μελίγγι και βγήκε από το ζερβό· κι ο καπετάν Μιχάλης έπεσε κάτω τ’ ανάσκελα και σκόρπισαν οι μυαλοί του στις πέτρες».
  Έτσι τελειώνει το έργο.
  Για τον Καζαντζάκη η γυναίκα αποτελεί εμπόδιο στους υψηλούς στόχους που βάζει ο άντρας στη ζωή του. Μπορεί να είναι μούσα για τους ποιητές και τους καλλιτέχνες, όμως για τον άνθρωπο της δράσης αποτελεί ένα βαρύδι που τον βουλιάζει, που δεν τον αφήνει να προχωρήσει.
  Για χρόνια θαύμαζα αυτή την επινόηση του Καζαντζάκη, να σκοτώσει ο Καπετάν Μιχάλης τη γυναίκα που αγαπούσε. Μέχρι που διάβασα ότι το ίδιο πράγμα έκανε και ένας σουλτάνος· όταν συνειδητοποίησε ότι ήταν ερωτευμένος με μια γυναίκα από το χαρέμι του τη σκότωσε. Δεν μπόρεσα να το βρω στο διαδίκτυο, αλλά πρέπει να ήταν κάποιος Μωάμεθ, ίσως ο πορθητής.
  Η αντίληψη αυτή έχει μια βάση. Στην κινέζικη όπερα του Πεκίνου «Αντίο παλλακίδα μου», βασισμένη σε ιστορικό γεγονός, η παλλακίδα, για να μην έχει την έγνοια της ο αγαπημένος της σε μια αποφασιστική μάχη στην οποία ήταν σχεδόν αδύνατο να νικήσουν, αυτοκτονεί.
  Στο τέλος του έργου ο Καζαντζάκης μπάζει πάλι τον αγαπημένο του προβληματισμό, το νόημα της ζωής. Το συζητάει ο ετοιμοθάνατος καπετάν Σήφακας με τους τρεις γέρους καπετάνιους που ήλθαν να τον αποχαιρετήσουν.
  Ο καπετάν Σήφακας, πατέρας του καπετάν Μιχάλη, βάζει τον εγγονό του το Θρασάκι να του μάθει στα γεράματα την αλφαβήτα. Έχει το σκοπό του. Τον μαθαίνουμε στο τέλος. Παίρνει μπογιά και γράφει σε όλους τους τοίχους στα σπίτια του χωριού «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ». Όμως όταν γράφει πάνω στον τοίχο του τζαμιού, πέφτει από τη σκαλωσιά και πληγώνεται θανάσιμα. Μπορεί και να τον τιμώρησε ο Αλλάχ.
 Και θυμήθηκα ένα έργο που είδα πρόσφατα, The first grader, «Το πρωτάκι», όπου ένας επαναστάτης Μάου Μάου στην Κένυα θέλει στα γεράματά του να μάθει γράμματα, αντιμετωπίζει όμως ένα σωρό προβλήματα στην προσπάθειά του αυτή.
  Το καλοκαίρι έγραφα στο blog μου κατωχωρίτικες ιστορίες. Ο Καζαντζάκης χώνει μέσα στο μυθιστόρημά του καστρινές ιστορίες, όπως (δεν αντιγράφω, δεν τσεκάρισα τις σχετικές σελίδες): -Γυναίκα, πες μου σε παρακαλώ την αλήθεια, βλέπεις ότι είμαι ετοιμοθάνατος, είναι όλα μας τα παιδιά δικά μου; -Κι αν δεν πεθάνεις; Κι αν δεν πεθάνεις;
  Και μιαν άλλη.
  -Βρε συ, δεν βαρέθηκες όλο να πίνεις, να πίνεις, να πίνεις;
  -Κι εσύ δεν βαρέθηκες όλο να μην πίνεις, να μην πίνεις, να μην πίνεις;
  Υπάρχουν αρκετές άλλες.
  Διαβάζοντας το παρακάτω απόσπασμα θυμήθηκα και μια κατωχωρίτικη ιστορία, που όμως δεν την έχω γράψει.
  «Και πρώτη πρώτη η κυρά-Μαστραπάδαινα έλυσε τον άντρα της, τον άγιον άνθρωπο, τον κουδουνά, από το στύλο του κρεβατιού, όπου τον έδενε κάθε βράδυ, γιατί τον ζήλευε· μην πάει, λέει-ξέρει αυτή τους άντρες!-και κατεβεί κρυφά και βρει, κάτω στην κουζίνα, τη δούλα τη χοντρο-Ανεζίνα, με τ’ αγελαδίσια μαστάρια. Τον έδενε λοιπόν κάθε βράδυ στο στύλο του κρεβατιού και τον έλυνε όταν αυτός κάποτε τη νύχτα την ξυπνούσε να πάει προς νερού του· μα πάλι το σκοινί έμενε δεμένο στον αστράγαλό του, κι η Μαστραπάδαινα το κρατούσε σφιχτά από την άλλη άκρα, μην τύχει και της ξεφύγει ο λεγάμενος και πάρει τον κακό δρόμο» (σελ. 56).
  Ο Μοναχογιός (δεν θυμάμαι το όνομά του) πέθανε όταν εγώ ήμουν πολύ μικρός. Ήταν πολύ γέρος. Συνήθιζαν να τον πειράζουν ρωτώντας τον: -Μοναχογιέ, τρως τα μακαρούνια; Και αυτός απαντούσε –Ούχι.
Ούχι, όχι όχι. Για να ακούσουν αυτό το «Ούχι» τον πήραζαν οι χωριανοί.
  Αυτός ο Μοναχογιός λοιπόν είχε μια πολύ όμορφη γυναίκα, και όπως έδενε η Μαστραπάδαινα τον άντρα της, έτσι την έδενε κι αυτός. Αυτό μόνο ξέρω. Αν κάποτε έλυσε το σκοινί, δεν μου είπαν. Αλλά μάλλον όχι, όπως και ο Μαστραπάς, γιατί θα ακουγόταν. Έτσι δεν είναι να απορεί κανείς που ένα από τα αντώνυμα του «παντρεμμένος-η» στην Κρήτη είναι και το «ελεύθερος-η». Όταν το πρωτοάκουσα έμεινα έκπληκτος. «Όταν ήμουνα ελεύθερη…», είπε μια γυναίκα σε κάποια αποσπερίδα στην οποία με είχε πάρει και εμένα η μάνα μου. Από τότε άκουσα πολλές φορές τη λέξη με αυτή τη σημασία, του ανύπαντρος-η. 
  Αυτό θα πει να είσαι κρητικός. Ακόμη και το γάμο τον νοιώθει σαν μια μορφή σκλαβιάς. 
  Οι ξεσηκωμοί σημαίνουν σκοτωμούς. Αυτό όμως δεν θολώνει τον ανθρωπισμό του Καζαντζάκη, που σε δυο σημεία γράφει: «(Ο γούμενος του Αφέντη Χριστού): Κακή δουλειά ’ναι αυτή, να σκοτώνεις ανθρώπους· ας είναι κι άπιστοι Αγαρηνοί, συλλογίζουνταν· μα δε φταίμε εμείς, σου το λέω ορθά κοφτά, δε φταίμε εμείς· λευτέρωσέ μας, θεέ μου, να ησυχάσουμε» (σελ. 337). Δεν θυμάμαι όμως σε ποια σελίδα γράφει για έναν τούρκο που περιποιόταν χωρίς διάκριση τούρκους και χριστιανούς άρρωστους ή πληγωμένους.
  Βρήκα και τρία αποσπάσματα που κολλάνε σε τρεις από τις ιστορίες «Του τάφου» που έγραψα το καλοκαίρι. Θα τα χώσω μέσα σ’ αυτές, όπου και θα παραπέμψω: 10η ιστορία, «Ο αδιάβαστος παπάς», 27η ιστορία, «Η σιέστα» και 29η ιστορία, «Ο φόβος των φαντασμάτων». Επίσης, πριν ξαναδιαβάσω το βιβλίο, πήρα το απόσπασμα στο οποίο οι τρεις φίλοι πηδάνε το φέρετρο του Μανούσακα, αυτόν που σκότωσε ο Νουρήμπεης, και το ενσωμάτωσα στην 10η ιστορία «Του τάφου» που έχει τίτλο «Το ξενύχτισμα του νεκρού». Τέλος το παραπάνω απόσπασμα με τη Μαστραπάδαινα, το ανάρτησα πριν λίγο σαν ξεχωριστή κατωχωρίτικη ιστορία.
  Διαβάζουμε:
  «(Ο ανηψιός του καπετάν Μιχάλη, ο Κοσμάς, επιστρέφει στο Ηράκλειο από το εξωτερικό όπου βρισκόταν). Χαμηλά του φαίνονταν τα σπίτια, οι φαρδιοί δρόμοι στένεψαν, οι παλιοί φίλοι του έλεγαν ένα λόγο, δυο λόγια, κι άδειαζαν. Αυτοί που, έφηβοι, περπατούσαν, σα να ’καναν γιουρούσι, στα στενά σοκάκια του Μεγάλου Κάστρου τα δειλινά, και τις νύχτες, στο φεγγάρι, συζητούσαν με πάθος για το Θεό, για την πατρίδα και για τη μοίρα του κόσμου, τώρα πώς μπερδεύτηκαν σε γυναίκες, σε παιδιά, στις έγνοιες του ψωμιού, κι η εφηβική αρμάδα είχε βουλιάξει μέσα σε μια σπιτίσια σκάφη!» (σελ. 421).
  Και θυμήθηκα το ποίημα του Σεφέρη, «Ο γυρισμός του ξενιτεμένου», για το οποίο έχω κάνει μια ανάρτηση, όπου παραθέτω τη μουσική του Μαρκόπουλου και τους στίχους.
  Διαβάζω: «…ξεροκαύκαλο βουτηγμένο στο λαδόξιδο…» (σελ. 349).
  Καλά κρατώ την παράδοση. Ένα γεύμα μου, σχεδόν κάθε μέρα, είναι ξεροκαύκαλο, κρητικός ντάκος, περιχυμένος με λάδι και ξύδι.
  Διαβάζοντας το βιβλίο θυμήθηκα με συγκίνηση λέξεις, φράσεις και εκφράσεις ξεχασμένες από χρόνια. Στη σημερινή εποχή είναι αδιανόητη μια καινούρια «Βαβυλωνία». Όμως, παρόλο που δεν είμαι καθόλου κολλημένος στην παράδοση (με εξαίρεση τον ντάκο, τη λύρα, και κάποια πράγματα ακόμη), αυτή η εξέλιξη με θλίβει. Κάθε φορά που βρίσκομαι στην Κρήτη μου αρέσει να μιλώ κρητικά. Σαν να γυρίζει ένας διακόπτης στο μυαλό μου, μου έρχονται στο νου και χρησιμοποιώ λέξεις που εδώ στην Αθήνα μου είναι ξεχασμένες, εκπλήσσοντας πολλές φορές τους φίλους μου. Εισέπραξα τώρα το καλοκαίρι και τα συγχαρητήρια ενός πωλητή στην Ένωση Γεωργικών Συναιτερισμών, που ενώ με έκοψε για αθηναίο, και του το επιβεβαίωσα, είδε πως μιλούσα κρητικά, σε αντίθεση με άλλους «αθηναίους».
  Τον «Καπετάν Μιχάλη» πρέπει να τον διαβάσει κάθε κρητικός. Όποιος δεν τον διαβάσει δεν του πρέπει να λέγεται κρητικός.


 

Κατωχωρίτικες ιστορίες, 22η Ιστορία, Το δέσιμο



Κατωχωρίτικες ιστορίες, 22η Ιστορία, Το δέσιμο

Διαβάζοντας το παρακάτω απόσπασμα από τον «Καπετάν Μιχάλη» θυμήθηκα και μια κατωχωρίτικη ιστορία.
  «Και πρώτη πρώτη η κυρά-Μαστραπάδαινα έλυσε τον άντρα της, τον άγιον άνθρωπο, τον κουδουνά, από το στύλο του κρεβατιού, όπου τον έδενε κάθε βράδυ, γιατί τον ζήλευε· μην πάει, λέει-ξέρει αυτή τους άντρες!-και κατεβεί κρυφά και βρει, κάτω στην κουζίνα, τη δούλα τη χοντρο-Ανεζίνα, με τ’ αγελαδίσια μαστάρια. Τον έδενε λοιπόν κάθε βράδυ στο στύλο του κρεβατιού και τον έλυνε όταν αυτός κάποτε τη νύχτα την ξυπνούσε να πάει προς νερού του· μα πάλι το σκοινί έμενε δεμένο στον αστράγαλό του, κι η Μαστραπάδαινα το κρατούσε σφιχτά από την άλλη άκρα, μην τύχει και της ξεφύγει ο λεγάμενος και πάρει τον κακό δρόμο» (σελ. 56).
  Ο Μοναχογιός (δεν θυμάμαι το όνομά του) πέθανε όταν εγώ ήμουν πολύ μικρός. Ήταν πολύ γέρος. Συνήθιζαν να τον πειράζουν ρωτώντας τον: -Μοναχογιέ, τρως τα μακαρούνια; Και αυτός απαντούσε –Ούχι.
Ούχι, όχι «όχι». Για να ακούσουν αυτό το «Ούχι» τον πήραζαν οι χωριανοί.
  Αυτός ο Μοναχογιός λοιπόν είχε μια πολύ όμορφη γυναίκα, και όπως έδενε η Μαστραπάδαινα τον άντρα της, έτσι την έδενε κι αυτός. Αυτό μόνο ξέρω. Αν κάποτε έλυσε το σκοινί, δεν μου είπαν. Αλλά μάλλον όχι, όπως και ο Μαστραπάς, γιατί θα ακουγόταν. Έτσι δεν είναι να απορεί κανείς που ένα από τα αντώνυμα του «παντρεμμένος-η» στην Κρήτη είναι και το «ελεύθερος-η». Όταν το πρωτοάκουσα έμεινα έκπληκτος. «Όταν ήμουνα ελεύθερη…», είπε μια γυναίκα σε κάποια αποσπερίδα στην οποία με είχε πάρει και εμένα η μάνα μου. Από τότε άκουσα πολλές φορές τη λέξη με αυτή τη σημασία, του ανύπαντρος-η. 
  Αυτό θα πει να είσαι κρητικός. Ακόμη και το γάμο τον νοιώθεις σαν μια μορφή σκλαβιάς.

Tuesday, October 9, 2012

Chuan ju, Όπερα του Si Chuan

Εκτός από την όπερα του Πεκίνου (jing ju) υπάρχουν και πολλές τοπικές όπερες. Εδώ είναι ένα απόσπασμα, με μια θαυμάσια όρχηση, από μια όπερα chuan ju, αλλιώς όπερα του Si Chuan, από εκεί που ήταν ο "Καλός άνθρωπος".


Monday, October 8, 2012

Emily Greyson, Κάθε χρόνο το Μάη



Emily Greyson, Κάθε χρόνο το Μάη (μετ. Βίκυ Σταματάκη), Εμπειρία-Εκδοτική 1999, σελ. 204

  Το βιβλίο μού το παράγγειλε η κυρία από την Αλβανία που μου καθαρίζει το σπίτι. Της είχα πει ότι έχω ένα βιβλιοπωλείο από το οποίο αγοράζω βιβλία με πολύ καλή έκπτωση. Να το πω και σε σας, είναι ένα υπόγειο πίσω από την εκκλησία της Ζωοδόχου πηγής. Κάποια πελάτισσά της της το είχε συστήσει σαν πάρα πολύ καλό. Το αγόρασα λοιπόν, και είπα ότι είναι κρίμα να της το δώσω χωρίς να το διαβάσω. Εξάλλου με παρέσυρε και το «ευπώλητο» του βιβλίου, με όλη την αμφισημία που έχει η λέξη· έστω και μετά από 13 χρόνια, δεν είναι λίγο να βρίσκεται στην 50η χιλιάδα.
  Το βιβλίο είναι μια ερωτική ιστορία, αν και αυτό δεν λέει τίποτα, αφού τα περισσότερα μυθιστορήματα μιλάνε για έρωτες. Τι να είναι όμως αυτό που το έκανε τόσο δημοφιλές ώστε να μεταφραστεί και στα ελληνικά, και φαντάζομαι και σε άλλες ξένες γλώσσες; 
  Πάντα πίστευα ότι ένα καλό σασπένς κάνει ένα μυθιστόρημα πολύ ελκυστικό. Και στο βιβλίο αυτό έχουμε αμέσως από την αρχή ένα σασπένς που οξύνει πολύ την περιέργεια του αναγνώστη. Ένας ηλικιωμένος κύριος επισκέπτεται την εκδότρια μιας εφημερίδας της πόλης τους και ζητάει να της αφηγηθεί την ερωτική του ιστορία για να την γράψει στην εφημερίδας της. Και για να της κεντρίσει το ενδιαφέρον της δείχνει ένα κιόσκι που φαίνεται από το παράθυρο, και της λέει ότι κάθε χρόνο, εδώ και χρόνια, στις 27 του Μάη συναντάει εκεί για μια ώρα περίπου την γυναίκα που αγαπά· και που τον αγαπά βέβαια κι αυτή, γιατί αλλιώς δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μια τέτοια συνάντηση.
  Δεν δείχνει να ενδιαφέρεται. Τόσοι και τόσοι έχουν παρουσιαστεί για να της αφηγηθούν την ερωτική τους ιστορία με την ελπίδα ότι θα τη δουν δημοσιευμένη στην τοπική εφημερίδα, και ξέρει ότι πρέπει να είναι ιδιαίτερα επιλεκτική.
  Όμως η περιέργεια την τρώει. Την επόμενη μέρα, κατά το απόγευμα, που είναι η μέρα και η ώρα της συνάντησης, περνάει από το κιόσκι. Δεν είναι κανείς. Πηγαίνει μέσα και βλέπει ένα χαρτοφύλακα κάτω από ένα παγκάκι. Προφανώς κάποιος τον έχει αφήσει εκεί. Πηγαίνει, τον σηκώνει, και βλέπει πάνω του τα αρχικά του κυρίου που την επισκέφτηκε την προηγουμένη. Ποντάρισε στην περιέργειά της, και τον άφησε για να τον βρει. Τον ανοίγει και βλέπει ότι έχει μέσα κασέτες και άλλο υλικό, κυρίως φωτογραφικό.
  Πηγαίνει στο γραφείο της, βάζει τις κασέτες στο κασετόφωνό της, και δεν πέφτει έξω. Ο κύριος αυτός αφηγείται την ιστορία του. Και όσο ακούει τόσο μεγαλώνει το ενδιαφέρον της. Δεν θα γυρίσει στο σπίτι, παίρνει τηλέφωνο την οικονόμο της που προσέχει την κόρη της και της λέει να κοιμηθεί εκεί.
  Φαντάστηκα ότι επρόκειτο για μια εγκιβωτισμένη ιστορία όπου αντί για τα συνηθισμένα χειρόγραφα είχαμε κασέτες, όμως δεν είναι έτσι. Υπάρχει ένας τριτοπρόσωπος αφηγητής ο οποίος αφηγείται την ιστορία του ηλικιωμένου κυρίου, με παρέμβλητα ιντερμέτζα στα οποία αφηγείται την ιστορία της εκδότριας, η οποία είναι ανύπαντρη μητέρα. Ο αγαπημένος της πανικοβλήθηκε όταν του ανακοίνωσε ότι είναι έγκυος και της ζήτησε να κάνει έκτρωση, αλλιώς η σχέση τους θα σταματούσε εκεί. Τι να θυσιάσει, τον έρωτά της ή τον καρπό που είχε μέσα στην κοιλιά της; Το μητρικό ένστικτο υπερίσχυσε.
  Στην ερωτική αυτή ιστορία βλέπουμε για άλλη μια φορά το μοτίβο της σταχτοπούτας: η φτωχή κοπέλα που παντρεύεται τον πλούσιο νεαρό. Βέβαια ο πατέρας του δεν είναι βασιλιάς όπως ο Ηράκλης στον «Ερωτόκριτο», όπου και εκεί έχουμε το μοτίβο της σταχτοπούτας αντεστραμμένο, για να φυλακίσει το γιο του και να εξορίσει την κοπέλα, μπορεί όμως να κάνει κάτι άλλο, και το κάνει: τον αποκληρώνει. Για την ακρίβεια, ένα ποσό που είχε καταθέσει σε τραπεζικό λογαριασμό για να το εισπράξει όταν θα γινόταν εικοσιενός χρονών το αποσύρει.
  Στο μεταξύ οι δυο ερωτευμένοι ταξιδεύουν στην Ευρώπη με τα χρήματα ενός οικογενειακού κειμηλίου του νεαρού, κληρονομιά από τον παππού του. Καθώς τα χρήματα τελειώνουν, όταν ο νεαρός κλείνει τα εικοσιένα πηγαίνει να εισπράξει αυτό το ποσό. Φυσικά δεν βρίσκει τίποτα. Αρχίζει να εργάζεται ως σεφ, καθώς η μαγειρική είναι η αγάπη του και το ταλέντο του. Ζουν στερημένοι, αλλά ερωτευμένοι. Και ενώ όλα πηγαίνουν μια χαρά μπαίνει στη μέση ένα άλλο μοτίβο και τους τα χαλάει: το μοτίβο της αγάπης προς τους γονείς, κυρίαρχο στο γιαπωνέζικο θέατρο. Ο πατέρας της κοπέλας αρρωσταίνει και η κόρη του πρέπει να τον περιποιηθεί. Ο νεαρός την ακολουθεί. Συνέρχεται ο πατέρας, αλλά ηλικιωμένος και χήρος καθώς είναι χρειάζεται την περιποίηση της κόρης του. Δεν μπορούν να επιστρέψουν στην Ευρώπη. Ο νεαρός μαραζώνει δουλεύοντας σε μια καντίνα, όπου φτιάχνει σάντουιτς. Η κοπέλα τον παροτρύνει να επιστρέψει, μέχρι να καλυτερέψουν τα πράγματα. Αυτό και γίνεται. Ταλαντούχος καθώς είναι, θα βρεθεί κάποια στιγμή ιδιοκτήτης ενός από τα καλύτερα εστιατόρια του Λονδίνου. Αλλά έχουν δώσει μια υπόσχεση: να συναντιόνται κάθε χρόνο, στις 27 του Μάη, σ’ αυτό το κιόσκι. Μετά πηγαίνουν και κάνουν έρωτα. Αυτό θα τηρήσουν ακόμη και όταν αυτή αποφασίζει να παντρευτεί, όχι από έρωτα αλλά για να έχει την προστασία ενός άντρα, πράγμα που αναγκάζει και τον φίλο της να ενδώσει και αυτός στο φλερτ μιας χωρισμένης γυναίκας, και να παντρευτεί ένα μήνα μετά. Όμως, και εδώ είναι το ενδιαφέρον της ιστορίας, καθώς εξακολουθούν να αγαπιούνται τηρούν το ραντεβού τους, χωρίς να κάνουν φυσικά έρωτα πια, παρά τη ζήλεια των συζύγων τους, μέχρι το θάνατο της γυναίκας. Μια μέρα πριν το ραντεβού της επόμενης χρονιάς που φυσικά δεν θα πραγματοποιηθεί, ο άντρας πηγαίνει στην εκδότρια για να της αφηγηθεί την ιστορία του. Είναι μια δυνατή ερωτική ιστορία που δεν θέλει, και δεν πρέπει, να ξεχαστεί. Μια αληθινή ιστορία, διαβάζουμε στο εξώφυλλο.
  Πού βρίσκεται κατά τη γνώμη μου το μεγαλείο αυτής της ερωτικής ιστορίας;
  Στο ότι, μετά το γάμο τους, δεν υπάρχει σεξ. Δεν θα απατήσουν τους συζύγους τους, όμως καθώς αγαπιούνται εξακολουθούν να βλέπονται, για χρόνια, ακόμη και όταν έχουν αποκτήσει πια εγγόνια-αυτή δηλαδή, γιατί αυτός δεν μπόρεσε να κάνει παιδί, έχοντας όμως σαν παιδί του την κόρη της γυναίκας του.
  Είναι δυνατόν να διατηρηθεί έρωτας χωρίς σεξ; Αυτό μας λέει η Γκρέισον, είναι δυνατόν. Πόσοι άνδρες δεν υποκρίνονται τους ερωτευμένους για να κάνουν σεξ; Τα φανταράκια πρώτα και καλύτερα. Ένας έρωτας όμως στον οποίο δεν υπάρχει πια σεξ είναι υπεράνω πάσης υποψίας. Αυτός ο έρωτας φαντάζομαι είναι που έχει τόσο συγκινήσει, και έχει κάνει το μυθιστόρημα αυτό τόσο δημοφιλές.

Tuesday, October 2, 2012

Michael Haneke, All his films (up to now)



Michael Haneke, All his films (up to now)

Θα ξεκινήσω παραθέτοντας την τελευταία παράγραφο από μια κριτική μου για την ταινία του David Wnendt, Die Kriegerin.
  «Είχα να διαβάσω γερμανικό βιβλίο κάπου 20 χρόνια, από τότε που χρειαζόμουν τα γερμανικά για την εκπόνηση του διδακτορικού μου. Δεν είμαι σίγουρος γιατί, μάλλον όμως εξαιτίας της Κατοχής, είχα μια έμφυτη απέχθεια για τη γλώσσα και τους ανθρώπους. Ντρεπόμουνα γι’ αυτό, αλλά τα αισθήματα δεν μπορούμε να τα ελέγξουμε. Μετά που ήλθε η Μέρκελ και το Focus ένοιωθα τα αισθήματα αυτά να δικαιώνονται. Όμως και πάλι αισθανόμουν πώς δεν είναι σωστό, και αποφάσισα να ξαναασχοληθώ λίγο με τη γλώσσα διαβάζοντας ένα γερμανικό βιβλίο-θα κάνω ανάρτηση γι’ αυτό μόλις το τελειώσω. Και επί τη ευκαιρία είπα να δω και κάποιες γερμανικές ταινίες που είχα».
  Μετά από δυο ταινίες είπα να πάρω πακέτο τον Michael Haneke, κάτι που λέω να κάνω και με άλλους σκηνοθέτες. Προς το παρόν το έχω κάνει μόνο με ιρανούς. Έχω ήδη γράψει για το Caché και τη «Λευκή κορδέλα», τώρα θα δω και τις υπόλοιπες που έχω και θα γράψω γι’ αυτές. Και ξεκινάμε με την «Έβδομη ήπειρο».
  Η έβδομη ήπειρος (1989).
  Βλέποντας την ταινία θυμήθηκα μια μεταφορά που χρησιμοποιούσα παλιά σε κριτικές μου: «Εικόνες από μια έκθεση», παραπέμποντας διακειμενικά στο ομώνυμο έργο του Μουσόργκσκι. Στην ταινία βλέπουμε εικόνες από τη ζωή μιας οικογένειας, ενός ζευγαριού και της κόρης τους. Οι εικόνες αυτές δεν μας δημιουργούν καμιά συμπάθεια για το ζευγάρι. Εκτός των άλλων βλέπουμε μάλλον να καταπιέζουν τη μικρή κόρη τους. Να πρόκειται άραγε για μια κριτική της αστικής τάξης, κάτι ανάλογο με την «Λευκή κορδέλα»; Πάντως ο Χάνεκε φαίνεται να είναι περισσότερο εκπρόσωπος ενός κινηματογραφικού νατουραλισμού παρά ενός κινηματογραφικού κριτικού ρεαλισμού.
  Σε μια έκθεση μπορείς να καθίσεις μπροστά σε ένα πίνακα όση ώρα θέλεις. Τους κινηματογραφικούς «πίνακες» όμως του Χάνεκε είσαι υποχρεωμένος να τους υποστείς μέχρι τέλους. Το τέλος της ταινίας, με τους γονείς να καταστρέφουν το σπίτι τους πριν αυτοκτονήσουν κρατάει ατέλειωτα, ιδιαίτερα το πλάνο όπου ρίχνουν μέσα στη λεκάνη κομματιασμένα χαρτονομίσματα. Αυτό το «τέντωμα» του χρόνου δίνει μια ξεχωριστή δραματικότητα στην ταινία· μια ταινία όμως που με άφησε σε αμηχανία. Ποια είναι η «θέση» της ταινίας; Βλέποντας αυτό το αντιπαθητικό ζευγάρι δεν ένοιωσα καθόλου τον «έλεο» που ίσως να ήθελε να μας υποβάλλει ο Χάνεκε· γιατί αλλιώς το χρονικό τράβηγμα αυτής της αυτοκτονίας δεν θα είχε νόημα.
  Ξαναδιαβάζοντας τώρα και αυτό που έγραψα για το Caché, βλέπω ότι και εκεί οι ήρωες είναι αντιπαθητικοί (πιο κάτω θα παραθέσω τον σύνδεσμο). Όσο για την «Λευκή κορδέλα», το θυμόμουνα ότι σχεδόν όλα τα πρόσωπα είναι αντιπαθητικά.
Benny’s video (1992)
  Σε αντίθεση με την «Έβδομη ήπειρο» εδώ υπάρχει σασπένς. Ένας ανήλικος νεαρός, παίζοντας, σκοτώνει ένα κορίτσι της ηλικίας του. Οι γονείς του θα προσπαθήσουν να κρύψουν το συμβάν. Ο πατέρας θα τεμαχίσει το σώμα του νεκρού κοριτσιού σε μικρά κομμάτια και θα το ρίξει στη λεκάνη της τουαλέτας. Όμως ο νεαρός στο τέλος πηγαίνει στην αστυνομία και ομολογεί την πράξη του.
  Και εδώ ο Haneke, ενώ θα μπορούσε να μας δείξει έναν ανεύθυνο ανήλικο, μας δείχνει ένα κακό νεαρό. Και δεν το λέω αυτό από το γεγονός ότι, όταν πληγώνεται η κοπέλα από τον πυροβολισμό, δεν φροντίζει να καλέσει πρώτες βοήθειες αλλά πανικόβλητος την αποτελειώνει για να μη φωνάζει, αλλά από το επεισόδιο με τον νεαρό συμμαθητή και φίλο του, που του δίνει μια γροθιά, εντελώς άδικα, με αποτέλεσμα να τιμωρηθεί από τον καθηγητή.
  Σκληρή ταινία και αυτή. Και βρέθηκα πάλι στο πρόβλημα της αφηγηματικής προσδοκίας. Από τον Haneke περιμένω ένα έργο σινεφίλ, δηλαδή κοινωνικό, ένα έργο με θέση. Δεν ήταν τίποτα τέτοιο. Κατατάσσοντάς το όμως εκ των υστέρων στις ταινίες θρίλερ, κατέληξα στο συμπέρασμα πως είναι πολύ καλό.
71 Fragmente einer Chronologie des Zufalls (1994)
  Τελικά αυτό που έγραψα πιο πριν για «εικόνες από μια έκθεση» ισχύει περισσότερο για τα 71 κομμάτια, υποκαθιστώντας τη λέξη «εικόνες» με τη λέξη «Fragmente» που βρίσκονται στον ίδιο παραδειγματικό άξονα· κομμάτια από τη ζωή κάποιων ανθρώπων, με τα οποία ο Χάνεκε δεν έχει κυρίως σαν στόχο να τους προσωπογραφήσει αλλά για το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν αυτά καθ’ αυτά. Ο συνδετικός μίτος είναι εντελώς προσχηματικός, και μας δίνεται από την αρχή, σε κείμενο· ένας νεαρός πηγαίνει σε μια τράπεζα, πυροβολεί και σκοτώνει τρεις πελάτες, και στη συνέχεια αυτοκτονεί. Η δραματοποίηση της ιστορίας δίνεται στο τέλος, όπου τα πρόσωπα που παρουσιάζονται στα «κομμάτια» μπαίνουν μέσα στην τράπεζα τότε που συμβαίνει το τραγικό γεγονός.
  Code: unbekannt (2000)
  Ο άγνωστος κώδικας είναι κι αυτός εικόνες από μια έκθεση, επίσης Fragmente. Μόνο που τα κομμάτια εδώ είναι πιο μεγάλα. Ο γαλλικός τίτλος είναι πιο δηλωτικός του περιεχομένου της ταινίας: Code inconnu: Récit incomplet de divers voyages. Εξάλλου στην ταινία μιλάνε κυρίως γαλλικά (η υπόθεση του έργου διαδραματίζεται στο Παρίσι), και επίσης ρουμάνικα και Μαλινέζικα. Θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε ότι πρωταγωνίστρια είναι η Ζιλιέτ Μπινός. Υφολογικά, βλέπουμε και εδώ όπως και στα προηγούμενα έργα το χρονικό τράβηγμα των πλάνων, ειδικά στη σκηνή με τις ρακέτες, το χώρισμα των σκηνών με μια μαύρη εικόνα, και η άφθονη παράθεση τηλεοπτικών ειδήσεων που τοποθετούν χρονικά το πλαίσιο των γεγονότων, που είναι όμως πολύ ενδιαφέρουσες καθ’ αυτές, και αναφέρονται κυρίως στον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία.
  Να μιλήσω πάλι για ζητήματα αφηγηματικών προσδοκιών.
  Ένα στοιχείο ανάμεσα στα άλλα που δημιουργεί μια αφηγηματική προσδοκία σε ένα κινηματογραφικό έργο είναι και η γνώση των προηγούμενων έργων του σκηνοθέτη. Τα τρία προηγούμενα έργα του Χάνεκε είχαν ένα αιματοβαμμένο τέλος. Ένα ανάλογο τέλος περίμενα να βρω και εδώ. Όμως διαψεύστηκα. Και καθώς το criminal και το θρίλερ υποχωρούν, αναδεικνύεται το κοινωνικό. Η λαθρομετανάστευση και ο ρατσισμός είναι τα κυριότερα προβλήματα που θίγονται στην ταινία.
  The piano teacher (2001)
  Ας το πούμε ψυχολογικό θρίλερ. Μια ταλαντούχα δασκάλα πιάνου ζει καταπιεσμένη από την υπερπροστατευτική μητέρα της. Ανέραστη, θα αναπτύξει σεξουαλικές διαστροφές. Θα ικανοποιεί τον voyeurism, όμως για να πραγματοποιήσει τις μαζοχιστικές φαντασιώσεις της χρειάζεται παρτενέρ.
  Κάποια στιγμή θα τον βρει στο πρόσωπο ενός νεαρού μαθητή που την ερωτεύεται, και θα επιδιώξει να εγγραφεί στο ωδείο της, και βέβαια στην τάξη της. Και από εδώ ξεκινάει το σασπένς, για το πώς θα εξελιχθεί η σχέση τους. Ο μαθητής αυτός μένει έκπληκτος όταν μαθαίνει για τις ορέξεις της.
  Στο τέλος υπάρχει ένα έντονο σασπένς και η διάψευση μιας αφηγηματικής προσδοκίας. Την βλέπουμε να βάζει ένα μαχαίρι μέσα στην τσάντα της. Μάλλον σκοπεύει να τον μαχαιρώσει. Κάποια στιγμή τη βλέπουμε να το στρέφει στο στήθος της. Θα αυτοκτονήσει; Όμως όχι, απλά θα τσιμπηθεί και θα τρέξει λίγο αίμα. Θα εγκαταλείψει χωρίς να την αντιληφθούν τον κτίριο όπου θα δινόταν μια μαθητική συναυλία στην οποία θα αντικαθιστούσε μια μαθήτριά της στο πιάνο. Στην τελευταία σκηνή την βλέπουμε να φεύγει από την κεντρική είσοδο του κτιρίου. Οι άλλοι προφανώς την περιμένουν μάταια.
  Την Ανί Ζιραντό την είδα πριν χρόνια στο ρόλο της γεροντοκόρης σε μια ταινία που έχω ξεχάσει τον τίτλο της. Σ’ αυτό το έργο παίζει το ρόλο της μητέρας της γεροντοκόρης, που είναι η Ιζαμπέλ Υπέρ. Εξαιρετικές και οι δυο. (Τελικά βρήκα το έργο ψάχνοντας στο διαδίκτυο, λεγόταν «Η γεροντοκόρη» (1972), για να μάθω επίσης ότι η Ανί Ζιραντό, δυστυχώς, πέθανε πριν ενάμισι χρόνο, το Φλεβάρη του 2011).
  The time of the wolf (2003).
  Αυτό ξεκινάει σαν κανονικό θρίλερ, με έναν νεκρό. Στη συνέχεια καταλήγει σε ένα υπαρξιακό έργο περίπου «Κεκλεισμένων των θυρών».
  Δεν λέγεται σαφώς, αλλά κάποια παγκόσμια καταστροφή έχει ενσκήψει και οι άνθρωποι έχουν τραπεί στη φυγή για να σωθούν. Η γυναίκα με τα δυο παιδιά, της οποίας τον άντρα σκότωσαν στην αρχή για να τους πάρουν το αυτοκίνητο και τα εφόδια, μετά από κάποια περιπλάνηση καταλήγει σε ένα σιδηροδρομικό σταθμό, όπου όλοι περιμένουν κάποιο τραίνο να σταματήσει να τους πάρει. Αυτά που περνάνε, αραιά και πού, δεν σταματούν. Και βλέπουμε τις εντάσεις και τις αντιθέσεις που δημιουργούνται μεταξύ τους. Homo homini lupus, ιδιαίτερα σε τέτοιες καταστάσεις.
  Η τελευταία σκηνή είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή. Το μικρό αγοράκι ετοιμάζεται να πέσει στη φωτιά, αυτοθυσιαζόμενο για τη σωτηρία των υπόλοιπων. Ένας άντρας το σώζει την τελευταία στιγμή, ενθαρρύνοντάς το και λέγοντάς του ότι η πρόθεση είναι που μετράει. Στην επόμενη και τελευταία σκηνή βλέπουμε ένα τραίνο που περνάει. Το «μάτι της κάμερας» βρίσκεται στο πλάι του, ακολουθώντας το, πριν επιβιβαστεί πάνω του. Να σταμάτησε άραγε και να τους πήρε;
  Και πάλι βλέπουμε τα μεγάλα πλάνα και τις μεγάλες σκηνές, που είναι φαίνεται το χαρακτηριστικό υφολογικό στοιχείο του Χάνεκε. Όπως βέβαια και τα μίνι σασπένς που δημιουργούνται συνεχώς, με κορυφαίο την εξαφάνιση του μικρού αγοριού, που θα το βρουν μητέρα και κόρη την επόμενη μέρα.
  Caché (2005)
  Έχουμε ήδη γράψει γι’ αυτό. Η ανάρτηση βρίσκεται εδώ.
  Funny games (2008)
  Βλέποντας αυτό το έργο, καθαυτό θρίλερ αυτή τη φορά, συνειδητοποίησα ότι ο Χάνεκε αρέσκεται να παρουσιάζει στα έργα του άτομα με αποκλίνοντα έως διεστραμμένο ψυχισμό. Δυο πυροβολημένοι νεαροί εισβάλλουν στο σπίτι μιας οικογένειας και τους σκοτώνουν διαδοχικά, πρώτα το παιδί, μετά τον άντρα και μετά τη γυναίκα. Και πώς τελειώνει το έργο; Με την τιμωρία των κακών;
  Κάθε άλλο. Στο τέλος του έργου βλέπουμε τους δυο νεαρούς να ετοιμάζονται να εισβάλλουν σε άλλο σπίτι. Η απαίτηση για «ποιητική δικαιοσύνη», όπου οι κακοί στο τέλος τιμωρούνται, πάει περίπατο. Ελάχιστα έργα έχω δει όπου οι κακοί τελικά ξεφεύγουν, καθώς ένα τέτοιο τέλος δεν αρέσει ολοφάνερα στο κοινό.
  Ολοφάνερα; Το Funny games είναι αμερικάνικο remake της ίδιας ταινίας που γύρισε ο Χάνεκε το 1997. Αλλά από τα αμερικανάκια τι να περιμένεις.
  Όμως θα πρέπει να αναφέρουμε ένα αποστασιοποιητικό εφέ, που θέλω να το θεωρήσω ως μια απόπειρα ακύρωσης του ανατριχιαστικού αυτού τέλους. Η δεμένη γυναίκα καταφέρνει και αρπάζει την καραμπίνα που βρίσκεται πλάι της και σκοτώνει τον ένα από τους δυο νεαρούς. Και ο άλλος νεαρός τι κάνει; -Το τηλεκοτρόλ, πού είναι το τηλεκοντρόλ, φωνάζει. Το βρίσκει, και στην οθόνη της τηλεόρασης όπου προβάλλεται η σκηνή, την γυρίζει πίσω, σαν να πρόκειται για βιντεοταινία, και σταματάει στο σημείο πριν η γυναίκα αρπάξει την καραμπίνα. Να είναι άραγε αυτός ο στόχος του Χάνεκε, ή απλά σαρκάζει τα θρίλερ του είδους, όπου ο κακός τιμωρείται;
  Όπως και να έχει τα θρίλερ δεν μου αρέσουν, και όταν είδα πως πρόκειται για θρίλερ σκέφτηκα να το σταματήσω, αλλά καθώς ήταν το τελευταίο έργο του Χάνεκε που είχα να δω είπα όλο το βόδι το φάγαμε, ας μη μείνουμε στην ουρά. Και είχα αποφασίσει να μη γράψω γι’ αυτό, αλλά άλλαξα γνώμη όταν είδα αυτό το απαίσιο τέλος.
  Όσο για την επόμενη, βραβευμένη με χρυσό φοίνικα ταινία του Χάνεκε, έχουμε γράψει ήδη.
  The white ribbon (2009)
  Εδώ βρίσκεται η ανάρτηση.
  Η τελευταία του ταινία, ο «Έρωτας», που βραβεύτηκε φέτος στις Κάνες, δεν έχει προβληθεί ακόμη, από όσο ξέρω τουλάχιστον.