Book review, movie criticism

Tuesday, November 4, 2014

Lou Ye, Love and bruises



Lou Ye, Love and bruises (2011)

Θα πήγαινε ποτέ ο μέσος δυτικός θεατής να δει μια ταινία με τον τίτλο «Λουλούδι»; Ή έστω Χρυσάνθη, Μαργαρίτα, ή Βιολέτα; Γιατί Χουά (λουλούδι) είναι το όνομα της ηρωίδας που δίνει και τον τίτλο στην ταινία. Οι κινέζοι μάλλον δεν έχουν πρόβλημα με ένα τέτοιο τίτλο, έχουν όμως οι εταιρείες διανομής στη Δύση, που τη μετονόμασαν σε «Έρωτας και μώλωπες». Αν και εδώ μπορούμε να τους δικαιολογήσουμε, η ταινία δεν είναι ακριβώς κινέζικη, αφού γυρίστηκε στη Γαλλία και οι ήρωες μιλάνε γαλλικά. Η ηρωίδα απλώς είναι κινέζα. Ο Λόου Γιε ακολουθεί τον Κιαροστάμι στο Copie conforme (Γνήσιο αντίγραφο, 2010), τοποθετώντας και αυτός τη δράση της ταινίας του στο Παρίσι. Στη συνέχεια τους ακολουθεί και τους δυο ο Ασγάρ Φαραντί με το Le passé (Το παρελθόν, 2013) που επίσης τοποθετεί τη δράση της ταινίας του στην ίδια πόλη.
  Στην πρώτη σκηνή βλέπουμε την κάμερα αναστατωμένη να περιφέρεται γύρω από την ηρωίδα, υπογραμμίζοντας υφολογικά την ταραχή της καθώς ο φίλος της τής λέει ότι πρέπει να διακόψουν γιατί έπαψε να την αγαπάει – έτσι ψυχρά. Αυτή τον εκλιπαρεί, αλλά αυτός είναι ανένδοτος. Και όμως δεν ήταν μικρή η θυσία που είχε κάνει, αφού είχε έλθει στο Παρίσι για χάρη του. (Καθώς ξαναδιαβάζω αυτές τις γραμμές θυμάμαι τη Λόλα στο «Whatever Lola wants» του Nabil Ayouch που κι αυτή έτρεξε στο Κάιρο για να συναντήσει τον φίλο της, ο οποίος επίσης την παράτησε).
  Ένας νεαρός εργάτης, κατά καιρούς συνεργάτης ενός κλέφτη, θα της κολλήσει, και απελπισμένη καθώς είναι και ευάλωτη θα την παρασύρει σε ένα ερημικό μέρος και θα τη βιάσει. Απομακρύνεται, γυρνώντας όμως πότε πότε το κεφάλι του να την κοιτάξει. Αυτή μένει ακίνητη, στην ίδια θέση. Στο τέλος σταματάει, την κοιτάζει, και επιστρέφει.
  Έτσι ξεκινάει η ιστορία της αγάπης τους.
  Σε αυτή την ιστορία, παρμένη από μυθιστόρημα, συναντάμε διάφορες καταστάσεις που μπορεί να προκύψουν στον έρωτα. Δεν χρειάζεται να τις απαριθμήσουμε. Να αναφέρουμε μόνο μια που εμπεριέχει ένα εφέ του απροσδόκητου, ή αφηγηματική ανατροπή όπως ονομάζεται επίσης. Πρόκειται για μια αντιστροφή ρόλων, η οποία συμβαίνει καμιά φορά στον έρωτα: η γυναίκα-θύμα γίνεται γυναίκα-θύτης. Παρατάει τον φίλο της ενώ αυτός κανόνιζε να παντρευτούν. Στο τέλος μόνο μαθαίνουμε ότι για να ακολουθήσει τον παρισινό φίλο της, αυτόν που βλέπουμε να την παρατάει στην αρχή της ταινίας, εγκατέλειψε τον κινέζο φίλο της, έναν νεαρό καθηγητή πανεπιστημίου.
  Επιστρέφοντας στο Πεκίνο όπου θα εργαστεί ως διερμηνέας θα τον εγκαταλείψει ξανά όταν μαθαίνει ότι έχει μια σχέση, παρά τις διαβεβαιώσεις του ότι γι’ αυτόν δεν σημαίνει τίποτα. Θα νοσταλγήσει τον γάλλο. Θα γυρίσει πίσω στη Γαλλία να τον βρει. Τώρα ζει σε μια φτωχική γειτονιά με τους γονείς του. Όμως η ερωτική τους επαφή, μια από τις πολλές που βλέπουμε στην ταινία, δεν είναι ανέφελη.
  Ποιο είναι το τέλος;
  Βλέποντας την ταινία ξαναέκανα τη σκέψη ότι οι αφηγηματικές αναμονές δημιουργούνται και ειδολογικά. Σε μια κωμωδία, όπως και σε μια αισθηματική κομεντί, ξέρουμε ότι στο τέλος οι ήρωες θα παντρευτούν. Τώρα όμως για πρώτη φορά συνειδητοποιώ ότι σε μια κοινωνική ταινία, και τέτοιες είναι οι περισσότερες σινεφίλ, η αφηγηματική αναμονή είναι αυτή της τραγωδίας. Δεν περιμένω ότι αυτοί οι δυο θα μείνουν μαζί. (Θυμάμαι πάλι «Τα φτερά της περιστέρας» του Iain Softley, ταινία στην οποία το ζευγάρι χωρίζει τελικά. Ξαναδιαβάζοντας την κριτική που έγραψα ακολουθώ τον σύνδεσμο που παραθέτω στο τέλος, όπου διαβάζω μια άλλη κριτική μου για μια άλλη ταινία, το «Συζητήσεις με άλλες γυναίκες» του Hans Canosa, με παρόμοιο unhappy end).
  Μετά την ερωτική σκηνή της καινούριας τους αυτής συνάντησης βλέπουμε την Χουά να περιφέρεται σαν χαμένη ανάμεσα στον κόσμο. Η κάμερα βρίσκεται σε αργή κίνηση σαν replay. Έτσι τελειώνει η ταινία, μια ακόμη ταινία με ανοιχτό τέλος. Δεν μας δηλώνεται αν τελικά θα φύγει ή θα μείνει. Όπως έχουμε γράψει και αλλού, με το ανοιχτό τέλος οι σκηνοθέτες παραβιάζουν συνειδητά αφηγηματικές συμβάσεις και προσδοκίες, θέλοντας οι θεατές να εστιάσουν όχι στο τέλος αλλά στα επεισόδια. Ναι, δεν τους ενδιαφέρει αν τα κατάφερε τελικά ο Οδυσσέας να επιστρέψει στην Ιθάκη, σημασία έχει το ταξίδι, όπως λέει και ο Καβάφης (πήγα να γράψω ο Αλεξανδρινός αλλά μου φάνηκε πολύ τετριμμένη από τη χρήση αυτή η μετωνυμία).
 


Sunday, November 2, 2014

Στάθης Κουτσούνης, Στιγμιότυπα του σώματος



Στάθης Κουτσούνης, Στιγμιότυπα του σώματος, Μεταίχμιο 2014, σελ. 44

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Εξαίσια ερωτική ποίηση, αλλά όχι μόνο

  Πριν αρχίσω να γράφω για το τελευταίο βιβλίο ενός συγγραφέα, πεζογράφου ή ποιητή αδιάφορο, διαβάζω και ό,τι έχω γράψει για τα προηγούμενα βιβλία του. Θέλω να έχω μια εικόνα για τις θεματικές και υφολογικές εμμονές του, για την εξέλιξή του, για τις μετατοπίσεις του. Καθώς αναρτώ τώρα συλλογικά για κάθε δημιουργό στην τρίτη ιστοσελίδα μου (http://www.babisdermitzakiss.eu/) θέλω να είμαι προσεκτικός και να μην πλατειάζω σε επαναλήψεις. Έχοντας γράψει για τις δυο προηγούμενες ποιητικές συλλογές του Στάθη Κουτσούνη, την «Τρομοκρατία της ομορφιάς» και τα «Έντομα στην εντατική» (τώρα συνειδητοποιώ ένα εφέ παρωνυμίας και μια παρήχηση στον τίτλο), θα παραθέσω την τελευταία παράγραφο από την κριτική που γράψαμε για αυτή τη δεύτερη συλλογή.
«Εκτός από αφηγηματικός και διαυγής ο Κουτσούνης είναι επίσης καβαφικά ολιγογράφος. Τουλάχιστον τέσσερα χρόνια απέχει η έκδοση κάθε ποιητικής του συλλογής από την προηγούμενη. Θα θέλαμε η αναμονή για την έκδοση της επόμενης συλλογής του να διαρκέσει λιγότερο, όμως είμαστε σίγουροι ότι έτσι κι αλλιώς θα μας αποζημιώσει».
Και σ’ αυτή τη συλλογή ο Κουτσούνης είναι αφηγηματικός και διαυγής. Το ότι είναι καβαφικά ολιγογράφος φαίνεται και από το ότι η ευχή μας δεν έπιασε: έξι χρόνια χωρίζουν τα «Στιγμιότυπα του σώματος» από τα «Έντομα στην εντατική». Δεν ήμουν σίγουρος ότι ο καλός θεούλης θα εισάκουε την ευχή μου, όμως ήμουν σίγουρος ότι «έτσι κι αλλιώς» θα μας αποζημίωνε για την όποια καθυστέρηση.
Και μας αποζημίωσε, μπορούμε να το δηλώσουμε από τώρα.
Περίεργο μου φαίνεται που η απαισιοδοξία την οποία εντοπίσαμε στα «Έντομα στην εντατική», εκδομένη το 2008, δεν υπάρχει σ’ αυτή τη συλλογή ποιημάτων, τα οποία ολοφάνερα γράφηκαν μέσα στην κρίση. Ή μήπως δεν θα έπρεπε να μου φαίνεται περίεργο; Ο ποιητής διαφέρει από τον κοινό θνητό (ο βιβλιοκριτικός όχι και τόσο).
Τρεις κύριες θεματικές εντοπίσαμε σ’ αυτή τη συλλογή. Ο έρωτας που κυριαρχούσε στην πρώτη καταλαμβάνει ένα μεγάλο μέρος. Και εδώ επίσης ο έρωτας δεν είναι μόνο αίσθημα, αλλά πρωτίστως αίσθηση, κυρίως σωματική: ο έρωτας, ως κορυφαίο στιγμιότυπο του σώματος. Οι τρεις «σωματογραφίες» με τα σαν χάι κου ποιήματα είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικές.
«Στην πηγή των μηρών σου
τσακάλι ξανθό καθρεφτίζεται
με στόμα ανοιχτό και διψασμένο» (σελ. 20) και
«Το κορμί σου στα χέρια μου ζύμη
φτιάχνω τρύπες και χάνομαι μέσα τους» (σελ. 15).
Τολμηρές μεταφορές και κανονικά μέτρα (εδώ έχουμε τον ανάπαιστο) κυριαρχούν σε πάρα πολλούς στίχους αυτής της συλλογής. Στο «εν αναμονή», ερωτικό ποίημα, έχουμε έναν κανονικό αμφίβραχυ στον τελευταίο στίχο: «στη στίλβη της άδηλης όψης σου» (σελ. 17). Και, παρεμπιπτόντως, έναν δικό μου κανονικό ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο πριν την παράθεσή του. Φυσικά γράφηκε ασυνείδητα. Υπάρχουν επίσης τρεις ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι στίχοι μέσα στα ποιήματα του Κουτσούνη αλλά, όπως το συνηθίζουμε, θα τους αφήσουμε για το τέλος. 
Η αυτοαναφορικότητα είναι κάτι δεδομένο στην ποίηση, και σ’ αυτή την συλλογή καταλαμβάνει ένα σημαντικό τμήμα. Ο Κουτσούνης αυτοπροσωπογραφείται, αυτοαναλύεται, και αναφέρεται σε βιώματα και εμπειρίες που τον καθόρισαν. Στο «Ραβδί» διαβάζουμε:
«Δεν είμαι εκείνος που ήμουν
ούτε και θα ’μαι αυτός που είμαι

πάντα μια Κίρκη αδιάκοπα
μ’ ακουμπάει με το ραβδί της» (σελ. 22).
Επίσης στην «Ουτοπία»:
«Η αιωνιότητα με ζαλίζει

μες στης φθοράς την αγκαλιά
μ’ ασφάλεια το χρόνο μου θηλάζω» (σελ. 23).
Και βέβαια δεν είναι σολιψιστής, το «εκτός» αποτελεί ένα διαρκές ερέθισμα, είτε ως «άλλος» είτε ως «περιβάλλον», αστικό ή επαρχιακό, στο οποίο εντάσσεται και αυτό που έχουν τραγουδήσει οι ποιητές, σε παλιότερες, ρομαντικές εποχές, ως φύση.
Παραθέτουμε την «Άνοιξη».
«Ανοίγει ο καιρός

η μέρα χαράζει
φρεσκοπλυμένο ασπρόρουχο
τεντωμένο στο σκοινί

και παρακεί
στην αγκαλιά της σκόνης
λαγοκοιμάται ο άνεμος» (σελ. 18).
Και ένα ακόμη απόσπασμα, από την «Επαρχία».
«Γεροντοκόρη με ωραίες ρυτίδες
κι ένα σωρό εξώγαμα
στων άστεων τα κάτοπτρα χτενίζεται
και περιμένει αλλοπαρμένη τον γαμπρό
πίσω απ’ τις νταλίκες…

κι όταν την πιάνει απελπισία
δαιμονισμένη όρνιθα
τινάζοντας από πάνω της ψείρες

τα παιδιά της» (σελ. 27).
Στην «Ψηλοτάκουνη γόβα», ποίημα εμπνευσμένο μάλλον από τις «Δούλες» του Ζαν Ζενέ, διαβάζουμε:
«Κοιτάζεται θλιμμένη στον καθρέφτη
και δοκιμάζει άπληστα
ψηλοτάκουνη γόβα τη ματαιότητα» (σελ. 24).
Σχεδόν πάντα σε κάθε συλλογή υπάρχει και ο λόγος για τον ποιητή και την ποίηση. Στη «Μεταφυσική» διαβάζουμε:
«Αγωνιά η σελίδα την πένα
σαν γυναίκα ερεθισμένη
για τη στύση του εραστή της

το ποίημα τρέμει
μήπως δεν συναντήσει αναγνώστες
και μείνει αγέννητο

όπως πουλί μαδημένο το φτέρωμά του
λαχταρά το κορμί ο έρωτας» (σελ. 9).
  Για τις ευφάνταστες μεταφορές του Κουτσούνη έχουμε αναφερθεί και στις προηγούμενες βιβλιοκριτικές μας.
Διαυγής, τολμηρός, ερωτικός, πρωτότυπος, ο Στάθης Κουτσούνης είναι ένας από τους καλύτερους νεοέλληνες ποιητές. Ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδο το βιβλίο, όχι μόνο για τον ίδιο αλλά και για τους αναγνώστες, γιατί θα το απολαύσουν όσοι το διαβάσουν.
Και κλείνουμε, όπως πάντα, με τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους που εντοπίσαμε στη συλλογή.
Κατάγυμνο κρεμότανε απ’ τα κλαριά το κρύο (σελ. 10)
Όταν σ’ ακούω να έρχεσαι παλεύω με το χρόνο (σελ. 33)
Την επομένη αντίκριζε το μάτι πικραμένο (σελ. 35)

Μπάμπης Δερμιτζάκης



Maziar Bahari, And along came a spider



Maziar Bahari, And along came a spider (2003)

  Ανατριχιαστικό. Ένας ιρανός serial killer σκότωσε 16 πόρνες πριν συλληφθεί. Αποφάσισε τους φόνους όταν ένας ταξιτζής πέρασε τη γυναίκα του για πόρνη.
Πολέμησε στον πόλεμο ιράν-ιράκ ως εθελοντής και σκότωσε αρκετούς στρατιώτες του εχθρού, πράγμα για το οποίο ένοιωθε περήφανος. Σίγουρα είχε ψυχολογικά προβλήματα όπως όλοι οι σίριαλ κίλερς, το ζήτημα όμως είναι ότι στην περίπτωσή του ενισχύθηκε σ’ αυτό που έκανε από την ίδια του τη θρησκεία. Νιώθει περήφανος για μια πράξη που τη θεωρεί ως πάταξη της διαφθοράς (Τι κόσμος το Ιράν αλήθεια, εμείς εδώ όταν ακούμε τη λέξη «διαφθορά» στο νου μας έρχονται άλλα πράγματα).
Το πιο ανατριχιαστικό όμως δεν είναι αυτό. Ψυχοπαθείς και δολοφόνοι υπάρχουν σε όλες τις κοινωνίες. Είναι που πολλοί επιδοκίμασαν την πράξη του ενώ κάποιοι είπαν στο γιο του να συνεχίσει το έργο του πατέρα του, και, το φοβερότερο, κάποιες συντηρητικές εφημερίδες τον υποστήριξαν. Να ακούω αυτά για το Ιράν, μια χώρα που τόσο θαυμάζω για τον κινηματογράφο της, με σοκάρει.
Δεν το κρύβω, αναρωτιόμουνα μήπως τον καταδικάσουν σε τίποτα ισόβια. Τον καταδίκασαν σε θάνατο, και τον εκτέλεσαν με απαγχονισμό. Όχι δημόσια, όπως γίνεται κάποιες φορές, αλλά στη φυλακή.
Και βέβαια δείχτηκε και το ποιοι είναι οι λόγοι που οδηγούν πολλές από τις κοπέλες αυτές στην πορνεία. Μια από αυτές την πάντρεψαν στα 10 της, ο άντρας της παντρεύτηκε και άλλη γυναίκα όταν αυτή ήταν 20, σταμάτησε να της δίνει χρήματα και έπρεπε να θρέψει τα 6 παιδιά της. Ένας άλλος σπρώχνει με το ζόρι τη γυναίκα του στην πορνεία, κ.λπ. κ.λπ.