Book review, movie criticism

Tuesday, September 15, 2015

Friedrich Nietzsche, Πέραν του καλού και του κακού



Friedrich Nietzsche, Πέραν του καλού και του κακού (μετ. Μίνας Ζωγράφου Κ. Μεραναίου), εκδόσεις Μαρή χχ σελ. 183

   Μια ώρα πριν αναχωρήσω από το χωριό μου για το Ηράκλειο επιστρέφοντας από τις καλοκαιρινές μου διακοπές, και αφού είχα τακτοποιήσει τα πάντα και φορτώσει το αυτοκίνητο, είπα να ρίξω μια ματιά στα βιβλία που έχω σε τρία μεγάλα αποθηκευτικά πλαστικά κουτιά, μήπως υπήρχαν εκεί μέσα κάποια που θα ήθελα να διαβάσω άμεσα. Και ανακάλυψα ένα χαμένο θησαυρό, δυο βιβλία του Νίτσε που αγόρασα στα μαθητικά μου χρόνια και που θεωρούσα χαμένα, το «Πέραν του καλού και του κακού» και το «Η θέληση της δυνάμεως». Ξεκίνησα με το πρώτο.
  «Ξαναδιαβάζοντας τον Νίτσε» διάβασα όλα τα βιβλία που είχα αγοράσει μαθητής. Σε κάθε τελευταία ανάρτηση παρέπεμπα στο σύνδεσμο της προηγούμενης, έτσι ώστε αν κάποιος έχει την περιέργεια, μπορεί να δει τι έγραψα γι’ αυτόν.
  Θα ξαναγράψω σε συντομία πράγματα που έχω ήδη γράψει, αυτά που έχω στο μυαλό μου για τον Νίτσε, πριν αρχίσω να ξεφυλλίζω για να παραθέσω και να σχολιάσω αποσπάσματα.
  Ο Νίτσε γράφει σαν ποιητής. Το ύφος του είναι ποιητικό, και τα κείμενά του είναι σύντομα σαν ποιήματα, γραμμένα (σαν) σε στιγμές έμπνευσης. Συχνά καθένα φέρει έναν αριθμητικό δείκτη. Η θεματική κατάταξη πιθανότατα έγινε εκ των υστέρων.
  Και τώρα για τις βασικές ιδέες του.
  Ο Νίτσε περιφρονεί τον λαό και τη χριστιανική ηθική, την οποία θεωρεί ως ηθική δούλων. Ιδιαίτερα καταφέρεται εναντίον του οίκτου. Η αριστοκρατία είναι αυτή που δημιουργεί πολιτισμό. Υπάρχουν ανώτερες και κατώτερες φυλές. Η γερμανική φυλή υποτίθεται ότι είναι η ανώτερη φυλή, όμως δεν της χαρίζεται. Και στις ανώτερες φυλές υπάρχει ο όχλος. Η θέληση για δύναμη χαρακτηρίζει τον άνθρωπο. Αν υπάρχει κάποιο νόημα στη ζωή, αυτό είναι η έλευση του υπεράνθρωπου. Μόνο οι παρακμιακοί, οι κουρασμένοι από τη ζωή, είναι απαισιόδοξοι. Η μοναξιά είναι η φυσική συνθήκη ζωής του φιλοσόφου:
  «…εφόσον είμαστε φίλοι της μοναξιάς, φίλοι από γεννησιμιού, ορκισμένοι, ζηλότυποι, της ίδιας μας της βαθειάς μεσημεριάτικης και μεσονυχτιάτικης, μοναξιάς. Να τι είδους άνθρωποι είμαστε εμείς, εμείς τα ελεύθερα πνεύματα! Και ίσως να είσαστε και σεις, εσείς οι ερχόμενοι, εσείς οι καινούριοι φιλόσοφοι» (σελ. 47).
  Και τώρα κάποια ακόμη αποσπάσματα.
  «…οι πανούργοι συνήγοροι των προκαταλήψεών τους, που τις βαφτίζουν αλήθειες…» (σελ. 12).
  Να ένας ακόμη ενδιαφέρων ορισμός για την αλήθεια.  
  «Κάτω από το κεφάλι της επιθανάτιας κλίνης του δεν βρήκανε καμιά «βίβλο», τίποτα το αιγυπτιακό, το πυθαγόρειο ή το πλατωνικό –αλλά έναν Αριστοφάνη: Πώς ο Πλάτων θα μπορούσε να υποφέρει τη ζωή – μια ζωή ελληνική που της είχε πει όχι – δίχως έναν Αριστοφάνη!» (σελ. 34).
  Θα γενικεύσω: πώς θα μπορούσαμε να υποφέρουμε τη ζωή χωρίς το γέλιο;
  «Ο Σταντάλ προσθέτει ένα τελευταίο χαρακτηριστικό στην εικόνα του ελευθεροστοχαστή φιλοσόφου, ένα χαρακτηριστικό που δεν θα ήθελα να το παραλείψω για το γερμανικό γούστο: -Για νάναι κανένας καλός φιλόσοφος, λέει αυτός ο τελευταίος μεγάλος ψυχολόγος [Μα τι, δεν είχε διαβάσει Ντοστογιέφσκι;] πρέπει νάναι ξηρός, σαφής, δίχως αυταπάτες. Ο τραπεζίτης, που έκανε περιουσία, διαθέτει ένα μέρος από τον χαρακτήρα που απαιτείται για να κάνει ανακαλύψεις στη φιλοσοφία, δηλαδή για να βλέπει καθαρά το υπάρχον» (σελ. 42).
   Ήλθε ενάμισι αιώνα αργότερα ο Σόρος, προς επιβεβαίωση, αν και έκανε αντίστροφη πορεία: ξεκίνησε ως φιλόσοφος αλλά εγκατέλειψε τη φιλοσοφία για να γίνει χρηματιστής.
   «…της τελευταίας μεγάλης ανταρσίας των σκλάβων που άρχισε με τη Γαλλική Επανάσταση» (σελ. 50).
  Και συνεχίστηκε με την Οκτωβριανή, συμπληρώνω εγώ.
  «Παντού όπου εκδηλώθηκε ως τώρα στη γη η θρησκευτική νεύρωση, τη βρίσκουμε να συνδέεται με τρεις επικίνδυνες εντολές: την μοναξιά, την νηστεία, και την αγνεία» (σελ. 50).
  Δεν το πιστεύω, αλλά το παραθέτω για τη φράση: θρησκευτική νεύρωση.
  Και μια και ο λόγος περί θρησκείας, παραθέτω ολόκληρο το 49.
  «Εκείνο που παραξενεύει στην θρησκευτικότητα των αρχαίων ελλήνων είναι η ξέφρενη αφθονία ευχαριστήσεως που αναδίνει. Τι ευγενές είδους ανθρώπων, που έχουν τέτοια στάση μπροστά στη ζωή! Αργότερα, όταν υπερίσχυσε ο όχλος στην Ελλάδα, ο φόβος κατακλύζει επίσης και τη θρησκεία, τότε προετοιμάζεται ο Χριστιανισμός» (σελ. 52).
  Το τέταρτο κεφάλαιο επιγράφεται «Γνωμικά και ιντερμέτζα». Να παραθέσουμε κάποια.
  112. Εκείνος που νοιώθει τον εαυτό του προορισμένο για τη θεώρηση (Zum Schauen) και όχι για την πίστη, βρίσκει όλους τους πιστούς θορυβώδεις και ενοχλητικούς, τους αποφεύγει (σελ. 67).
  142. Η πιο ντροπαλή φράση που άκουσα ποτέ: Στον αληθινό έρωτα η ψυχή είναι εκείνη που περιβάλλει το σώμα (σελ. 69).
  156. Η παραφροσύνη στο άτομο είναι κάτι σπάνιο, - στις ομάδες, στα κόμματα, στους λαούς, στις εποχές, είναι ο κανόνας (σελ. 70).
  183. Συνταράχτηκα, όχι για το ότι μου είπες ψέματα, αλλά γιατί ποτέ πια δεν μπορώ να σε πιστέψω (σελ. 72).
  Ξέχασα να αναφερθώ στον μισογυνισμό του Νίτσε. Παραθέτω δυο αποσπάσματα.
  144. Όταν μια γυναίκα έχει κλίση για τις επιστήμες, γενικά κάτι δεν πάει καλά στη σεξουαλικότητά της… (σελ. 69).
  Άντε τώρα να χρησιμοποιήσουν ένα τέτοιο επιχείρημα οι ταλιμπάν, που ανατινάζουν μεν ακόμη και τα δημοτικά σχολεία όπου φοιτούν κορίτσια, αλλά ταυτόχρονα προσπαθούν να «θάψουν» τη σεξουαλικότητα της γυναίκας, και όχι μόνο με τη μπούργκα.   
  147. Απόσπασμα από μια φλωρεντινή νουβέλα –από τη ζωή, άλλωστε: buona femina e mala femina vuol bastone (κι η καλή κι η κακή γυναίκα θέλει ραβδί) – Sacchetti Nov. 86. (σελ. 70).
  Και θυμήθηκα μια κατωχωρίτικη ιστορία, ανέκδοτη προς το παρόν, την έχω αναρτήσει μόνο στο blog. Ο Τζανής, ένας γραφικός τύπος του χωριού όταν εγώ ήμουν κοπέλι, λέει στη γυναίκα του:
  -Γαρεφαλιώ, βάνεις στοίχημα πως θα τις φας;
  Το Γαρεφαλιώ δεν μιλάει.
  -Γαρεφαλιώ, βάλεις δε βάλεις θα τις φας.
  «Το σεξουαλικό ένστικτο εξιδανικεύθηκε ως την αγάπη» (σελ. 78). Ο Φρόιντ μιλάει για «εξύψωση» του σεξουαλικού (και του επιθετικού) ενστίκτου σε αποδεκτές, πολιτισμικές μορφές, όμως δεν τόλμησε να θεωρήσει και την αγάπη ως τέτοια.
  «Άλλοτε, ακολουθώντας το παράδειγμα των αρχαίων Γερμανών, οι πατέρες δεν φοβόνταν να διαθέτουν, ανάλογα με το κέφι τους, τη ζωή και το θάνατο των νεογέννητων» (σελ. 82).
  Τότε που εμείς κτίζαμε Παρθενώνες.
  «Εμείς που θεωρούμε τη δημοκρατική κίνηση σαν μια μορφή παρακμής της πολιτικής διοργάνωσης, αλλά και σαν μορφή παρακμής, δηλαδή καταπτώσεως του ανθρώπου, σαν ισοπέδωση του ανθρώπου και πτώση της αξίας του…» (σελ. 90).
  Όσο κι αν θαυμάζουμε το φιλόσοφο, κάποια πράγματα δεν πρέπει να τα κουκουλώνουμε.
  Και πάλι για τη γυναίκα:
  «Η μεγάλη της τέχνη είναι το ψέμα, η πιο υψηλή της απασχόληση είναι η εμφάνιση και η ωραιότης» (σελ. 127).
  Και θυμήθηκα την έκπληξη που ένοιωσα μπροστά στην ανενδοίαστη ομολογία μιας φίλης μου: -Το ψέμα το έχω πάνω στα χείλη μου.
  Δηλαδή εντελώς πρόχειρο.
  «Αν η γυναίκα ήταν σκεπτόμενο ον…» (σελ. 127).
  Όχι μόνο είναι ψεύτρα, αλλά δεν έχει και μυαλό.
  «Το να ξεγελαστούμε αναφορικά με το θεμελιώδες πρόβλημα του «άντρα και της γυναίκας», ν’ αρνηθούμε τον βαθύ ανταγωνισμό που υπάρχει ανάμεσα στους δυο και την αναγκαιότητα μιας αιώνια εχθρικής εντάσεως, να ονειρευόμαστε ίσα δικαιώματα, την ίδια διαπαιδαγώγηση και τις ίδιες απαιτήσεις και τα ίδια καθήκοντα, όλα αυτά αποτελούν τυπικές ενδείξεις πνευματικής πλαδαρότητας» (σελ. 129).
  Ώστε οι ταλιμπάν δεν είναι καθόλου πλαδαροί.
  Σε τρεις ολόκληρες σελίδες, στα υπαριθ. 250 και 251, ο Νίτσε μιλάει για τους εβραίους, συχνά με θαυμασμό. Αλλά οι ναζί από τον Νίτσε πήραν μόνο ότι τους συνέφερε. 
  «267. Στους Κινέζους υπάρχει ένα γνωμικό που οι μητέρες το μαθαίνουν στα παιδιά τους: 小心…» (σελ. 166).
  Είπα να κάνω λίγο πλάκα, αλλά βλέποντας το κινέζικο σκέφτηκα ότι το «σιάο σιν» μπορεί να μην είναι γνωμικό, μπορεί να μη σημαίνει «κάνε μικρή την καρδιά σου», δηλαδή να μην έχεις έπαρση, αλλά να σημαίνει ακριβώς αυτό που εννοούν με τη λέξη οι κινέζοι και που λέει κάθε μητέρα στο παιδί της: να είσαι προσεκτικός. Αλλά, ξανασκέφτομαι τώρα που ξαναδιαβάζω τις παραπάνω γραμμές, ίσως η σημασία αυτή να είναι μια νεκρή μεταφορά μιας πρωταρχικής σημασίας «κράτα μικρή την καρδιά σου, μην ξύνεις τη μύτη σου για καυγά».
  Αλλά για τον Νίτσε θα μιλήσουμε άλλες τρεις φορές προς το παρόν – θεού θέλοντος.

Thursday, September 10, 2015

Κωστή Παπαγιώργη, Σύνδρομο αγοραφοβίας



Κωστή Παπαγιώργη, Σύνδρομο αγοραφοβίας, Καστανιώτης 1998, σελ. 225

  Πριν λίγες βδομάδες γράψαμε για το «Κέντρο δηλητηριάσεων». Σήμερα έχει σειρά το «Σύνδρομο αγοραφοβίας», ένα από τα βιβλία που κουβάλησα από την Κρήτη.
  Το βιβλίο πρέπει να το ξαναδιάβασα, γιατί βρήκα μια υπογράμμιση. Δεν είχα γράψει όμως την ημερομηνία που συνήθως γράφω όταν τελειώνω ένα βιβλίο βάζοντας την υπογραφή μου.
Εξομολογητικός, αυτοσαρκαστικός, με άφθονο χιούμορ, ο Παπαγιώργης αφηγείται τις περιπέτειες της υγείας του, περιπέτειες που άφησαν το στίγμα τους και, υποπτεύομαι, είναι αυτές που τον οδήγησαν σε έναν πρόωρο θάνατο, πέρυσι το χειμώνα. Δεν νομίζω ότι το σύνδρομο της αγοραφοβίας θα το βρει κανείς πιο παραστατικά δοσμένο, ακόμη και στο καλύτερο εγχειρίδιο ψυχιατρικής, από ό,τι στο βιβλίο αυτό. Και ο Παπαγιώργης δεν μιλάει μόνο για την αγοραφοβία του αλλά και για την κλειστοφοβία του (την οποία βρίσκει πιο ανώδυνη), για τον τραυλισμό του, για την περίοδο της «κραιπάλης» (μαθαίνω και την ετυμολογία της λέξης: κάρα+πάλω), το πρόβλημα του διαβήτη, και την θεραπεία του, όμως μόνο από τα ψυχολογικά σύνδρομα και τον αλκοολισμό, όχι από τον διαβήτη, που να τον πάρει ο διάβολος δεν θεραπεύεται.
 Μόλις έφτασα στις σχετικές σελίδες παράτησα το διάβασμα και πήγα να μετρήσω το ζάχαρό μου. Ένας ενδοκρινολόγος με προειδοποίησε, αν δεν χάσω κιλά θα καταντήσω διαβητικός. Τώρα είμαι σε προδιαβητικό στάδιο. Το καλοκαίρι στο νοσοκομείο έχασα κιλά, αλλά από τότε δεν είχα ξανατσεκάρει το ζάχαρό μου.
Έκανα κάποιο λάθος στη χρήση του μηχανήματος. Αφού σπατάλησα όλες τις ταινίες από το διαφημιστικό μηχάνημα που μου έδωσε ο φίλος μου ο Νίκος ο Παναγιώτου, ο φαρμακοποιός, τον πήρα τηλέφωνο να τον ρωτήσω αν ξέρει να μετράει το ζάχαρο. –Καλά, μου λέει, τόσες γλώσσες ξέρεις, δεν διάβασες τις οδηγίες;
Ναι, δεν τις είχα διαβάσει. Τις διάβασα και είδα πού είχα κάνει το λάθος. Πήγα στο φαρμακείο, πήρα ένα κουτί με ταινίες και βελονάκια, και μέτρησα το ζάχαρό μου. 111. Καλή τιμή. Σήμερα το πρωί το ξαναμέτρησα. 88. Για να μην ξαναξεχάσω τη χρήση του θα ακολουθήσω τώρα τη συμβουλή του ενδοκρινολόγου, μια φορά το μήνα να μετρώ το ζάχαρό μου. Το είχα μετρήσει μια φορά πριν δυο χρόνια και γι’ αυτό είχα επαναπαυθεί, νομίζοντας ότι θυμόμουν τη χρήση του μηχανήματος, αλλά την είχα ξεχάσει. Τώρα ας μην αρχίσω να ψάχνομαι και για αλτσχάιμερ –χθες είδα το Still Alice – η συνειρμική μου μνήμη, γράφοντας τις κριτικές μου, βλέπω ότι λειτουργεί μια χαρά.
 Έκανα αρκετές υπογραμμίσεις σε διάφορα αποσπάσματα. Θα παραθέσω μερικά σχολιάζοντας.
Ξεκινάμε με ένα εφέ παράφρασης: «Κάτι τέτοιες στιγμές ζούσα αλκυονίδες αυταπάτες» (σελ. 47). Οι αλκυονίδες ημέρες, που τις θυμάμαι πολύ καθαρά στο χωριό μου όπου έζησα μέχρι τα δεκαοχτώ μου χρόνια, τέλος Γενάρη και αρχές Φλεβάρη, έχουν εξαφανιστεί. Ίσως να τις κατάπιαν οι τρύπες του όζοντος.
«Οι κρητικοί αρέσκονται στα κουβαρνταλίκια» (σελ. 60).
Το αφήνω ασχολίαστο. Όποιος διαφωνεί ας σχολιάσει.
«Το μυστικό δεν είναι η φοβία, αλλά η σκέψη ότι φοβάσαι μήπως φοβηθείς…» (σελ. 76).
Μας τα ’παν κι άλλοι. Τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες… 
«Τότε μου ξεφούρνισε το περίφημο παράδειγμα του Παράκελσου ο οποίος θεράπευσε έναν υδροφοβικό από την ασθένειά του με μια απλή σπρωξιά. Μόλις ο ασθενής βρέθηκε στο νερό, του πέρασαν όλα. Το ζήτημα βέβαια είναι ν’ αντέξει κανείς το σοκ, γιατί αν μείνει επιτόπου…» (σελ. 77).
Γιατί έχω την εντύπωση ότι η θεραπεία πέτυχε στον 17ο ασθενή, ενώ οι υπόλοιποι έμειναν επί τόπου;
Είναι όπως στα προφητικά όνειρα, μαθαίνουμε μόνο γι’ αυτά που επαληθεύτηκαν και όχι για αυτά που δεν επαληθεύτηκαν, και που θα είναι κατά πολύ περισσότερα. Όπως είδηση είναι αν άνθρωπος δαγκώσει σκύλο, και όχι αν σκύλος δαγκώσει άνθρωπο.
Στο κεφάλαιο για τον τραυλισμό μαθαίνω ότι εκτός από τον Δημοσθένη, τραυλοί ήταν και ο Ρουσώ και ο Σόμερσετ Μομ (τελικά το βιβλίο του The moon and six pence, μια μυθιστορηματική βιογραφία του Γκωγκέν που αγόρασα μαθητής, δεν κατάφερα να το διαβάσω).
Θυμήθηκα και ένα ανέκδοτο.
-Το όνομά σας;
-Κωκωστής Παπαγιώργης.
-Θέλετε να πείτε Κωστής Παπαγιώργης.
-Όχι, Κωκωστής Παπαγιώργης.
-Μα πώς γίνεται αυτό;
-Να, ο πατέρας μου ήταν τραυλός και ο γραμματικός που εκτελούσε και χρέη ληξίαρχου στο χωριό μου ήταν μ…άκας.
Το βιβλίο δεν μπορούσε να έχει πιο αίσιο τέλος: με ατομική προσπάθεια ο Παπαγιώργης ξεπέρασε την αγοραφοβία του, προς επιβεβαίωση της λαϊκής παροιμίας: (ο ναυαγός) -Άγιε Νικόλα βοήθα με. –Αλλά κούνα κι εσύ τα χέρια σου.
Η Παπαγιώργης τα κούνησε.
Απολαυστικός ο Παπαγιώργης, κρίμα που έφυγε νωρίς, θα διαβάζω κάθε βιβλίο του που θα πέφτει στα χέρια μου.

Tuesday, September 8, 2015

André Gide, Η στενή πύλη



André Gide, Η στενή πύλη (μετ. Λίλα Κονομάρα) Μεταίχμιο 2005, σελ. 182

Πριν λίγες μέρες διαβάσαμε την «Ποιμενική συμφωνία» η οποία μας άρεσε πάρα πολύ. Δεν συνέβη όμως το ίδιο και με τη «Στενή πύλη» που όμως, πρέπει να πούμε, γράφηκε το 1909, δέκα χρόνια νωρίτερα.
Στην προηγούμενη ανάρτησή μου για τον «Μύθο του Σίσυφου» του Καμύ έγραφα: «Όταν ο θεματικός άξονας ενός βιβλίου ή απλά ενός επιχειρήματος μου είναι ξένος, δεν έχει νόημα να το συζητήσω ή να το σχολιάσω, αφού η διαφωνία ξεκινάει από τα θεμέλια. Η έννοια του παράλογου μου είναι ξένη, και θα εξηγήσω γιατί…».
Εδώ ο θεματικός άξονας μου είναι επίσης ξένος: η θρησκευτικότητα.
Ο Ζερόμ είναι ερωτευμένος με την εξαδέλφη του Αλίσα. Αυτή όμως; Δεν μπόρεσα να υποπτευθώ ότι ήταν και αυτή ερωτευμένη, νόμιζα ότι απλά ήθελε να τον ξεφορτωθεί. Τελικά ήταν τελικά ερωτευμένη, αλλά και βαθιά θρησκευόμενη όπως και ο Ζιντ. Αρχικά έκανε μια «θυσία» για χάρη της αδελφής της Ζυλιέτ που και αυτή ήταν ερωτευμένη με τον Ζερόμ χωρίς αυτός να το έχει καταλάβει (η έννοια της θυσίας, αλλά προπαντός της αυτοθυσίας, νομίζω είναι κεντρική στον ιουδαϊσμό και τις αιρέσεις του), ενώ αργότερα δεν ενέδωσε στα αισθήματά της για να μην μπει λέει εμπόδιο στην ηθική τελείωσή του. «Αν, όπως μου λέει, η αγάπη του αυτή για μένα τον έστρεψε αρχικά προς τον Θεό, τώρα η αγάπη αυτή τον εμποδίζει» (σελ. 161), διαβάζουμε.
Τελικά αρρωσταίνει και πεθαίνει, ή μάλλον αυτοκτονεί με έμμεσο τρόπο. «Κατάφερα εύκολα να τον πείσω ότι η εγχείρηση αυτή με τρομάζει και ότι προτιμώ να περιμένω να αναλάβω κάπως δυνάμεις» (σελ. 173).
Μα όλο αυτό δεν είναι παράλογο; (Τελικά, Καμύ, είχες δίκιο, υπάρχει πολύ παράλογο στον κόσμο που ζούμε).
Το έργο μου θύμισε την ταινία του ιρανού σκηνοθέτη Habib Bahmani Salma and the apple. Παραθέτω το τέλος από την ανάρτησή μου:
  «Υπάρχει βέβαια και το ρομάντζο. Βλέπουμε μια έλξη ανάμεσα στον ιεροσπουδαστή και στη Σάλμα, την κόρη του καταχραστή. Όμως δεν καταλήγει σε happy end. Το έργο τελειώνει με τον ιεροσπουδαστή να λέγει στην κοπέλα ότι φεύγει. –Για πού; Τον ρωτάει αυτή για να ρωτήσει αμέσως στη συνέχεια: -Ποιος ήταν ο στίχος που επαναλάμβανες χθες βράδυ από το Κοράνι; Για να πάρει την απάντηση: - Δεν είναι ο Θεός αρκετός για τον υπηρέτη του; Όμως ο στίχος είναι στα αραβικά. –Μπορείς να μου τον μεταφράσεις; Τον ρωτάει. -Τον μεταφράζει ενώ απομακρύνεται, αποκαλύπτοντας έτσι τα αισθήματά του απέναντί της, αλλά και την απόφασή του να μην προχωρήσει σε σχέση μαζί της, αφοσιωμένος καθώς είναι στο Θεό.
  Δεν είμαι θρησκευόμενος αλλά υποκλίνομαι σε κάθε γνήσιο θρησκευτικό συναίσθημα, το οποίο πιστεύω ότι μόνο βαθιά ενάρετοι άνθρωποι μπορούν να νιώσουν. Μου άρεσε πάρα πολύ η ταινία».
  Το ίδιο και η Αλίσα, είναι ερωτευμένη με τον Ζερόμ, αλλά δεν θέλει να προχωρήσει σε σχέση μαζί του. «Ο δρόμος που μας διδάσκεις, Κύριε, είναι ένας δρόμος στενός – τόσο στενός που δεν χωρούν να περπατήσουν δυο μαζί» (σελ. 162), διαβάζουμε κάπου στο τέλος.
  Γιατί μου άρεσε η ταινία και όχι το μυθιστόρημα;
  Γιατί στην ταινία η «θυσία» του έρωτα μπροστά στην αφοσίωση στο θεό αποκαλύπτεται στην τελευταία σκηνή. Στο μυθιστόρημα όμως με ξένισε η συνεχής ρητορική για αυτή τη θυσία.
  Ο Ζιντ, κατεξοχήν επιστολογράφος και ημερολογιογράφος, γράφει ένα μυθιστόρημα που ένα μεγάλο μέρος του αποτελείται από ημερολογιακές καταγραφές και επιστολές, όπως και η «Ποιμενική συμφωνία».
  Τελικά καθένας γράφει όπως μπορεί. Όσο για μένα, μπορώ να γράφω για ταινίες και βιβλία, όπως τώρα καλλιώρα.
  Η λιτή και απέριττη γραφή του Ζιντ, και στα δυο έργα, πολύ μου άρεσε. Αλλά, δεν θα κουράζομαι να επαναλαμβάνω, ένα αφηγηματικό έργο δεν είναι μόνο ύφος, είναι και στόρι. Και για μένα το στόρι έρχεται πρώτο, είναι αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο. Το ωραίο ύφος δεν θα με παρασύρει (να το ξαναπούμε, γι’ αυτό το λόγο δεν είναι που εξόρισε ο Πλάτωνας από την Πολιτεία του τους ποιητές;).
  Να παραθέσουμε κάποια ακόμη χαρακτηριστικά αποσπάσματα.
  «Μα τι άλλο μπορεί να προτιμήσει η ψυχή από την ευτυχία; Ξέσπασα. Εκείνη ψιθύρισε: Την αγιοσύνη» (σελ. 122).
  Και πιο κάτω:
  «Μα φίλε μου, η αγιοσύνη δεν είναι επιλογή. Είναι υποχρέωση (η λέξη ήταν υπογραμμισμένη τρεις φορές στο γράμμα της)» (σελ. 126).
  «Πρόσεξα ότι τα βιβλία αυτά έλειπαν όλα, και είχαν αντικατασταθεί αποκλειστικά από ασήμαντες φυλλάδες εκλαϊκευτικής ευσέβειας για τις οποίες ήθελα να πιστεύω ότι ένιωθε μόνο περιφρόνηση» (σελ. 131).
  «Και αν η ψυχή μου σήμερα θρηνεί που θα τον χάσει, δεν είναι για να τον ξαναβρώ, αργότερα, μέσα σε Σένα;» (σελ. 161).
   Δεν ένοιωσα έκπληξη που είδα ότι το έργο αυτό, σε αντίθεση με την «Ποιμενική συμφωνία», δεν γυρίστηκε ταινία. Φαντάζομαι θα είναι αρκετά δύσκολο να μεταδοθεί το πνεύμα του κινηματογραφικά.

Monday, September 7, 2015

Alber Camus, Ο μύθος του Σίσυφου



Alber Camus, Ο μύθος του Σίσυφου (μετ. Βαγγέλη Χατζηδημητρίου), Γαλαξίας 1971, σελ. 159

Τελικά μου πέσανε μαζεμένα. Η προ-προηγούμενη ανάρτησή μου ήταν για το «Κουτσό» του Χούλιο Κορτάσαρ, ένα καλό βιβλίο που όμως εμένα δεν ήταν του γούστου μου. Σε σημείωση του μεταφραστή διαβάζω: «Ο Μύθος του Σίσυφου καθιέρωσε τον Καμύ στην παγκόσμια σκέψη σαν στοχαστή πρώτου μεγέθους». Εμένα όμως δεν μου άρεσε. Το αγόρασα φοιτητής και δεν μπόρεσα να το διαβάσω. Το ξαναέπιασα πέρυσι ή πρόπερσι και πάλι, έμεινα μόνο στο πρώτο κεφάλαιο. Όμως αυτή τη φορά είπα ότι θα επιμείνω. Σ’ αυτό συνετέλεσε βέβαια και αυτό που διάβασα στον Tristram Shandy: «Ο Πλίνιος ο Νεότερος δηλώνει ότι ουδέποτε διάβασε βιβλίο οσοδήποτε κακό, χωρίς να έχει κάποιο όφελος» (σελ. 63)». Και βέβαια το βιβλίο αυτό του Καμύ δεν είναι κακό, όμως εκπέμπει σε ένα μήκος κύματος που αδυνατούν να συλλάβουν οι δικές μου αντένες. Και βέβαια είχα κάποιο όφελος, έστω και πιέζοντας τον εαυτό μου να το διαβάσω μέχρι τέλους, και δεν ήταν μόνο για κάποιες ρήσεις του Νίτσε που παραθέτει. Διάβασα με ενδιαφέρον τα κεφάλαια στα οποία σχολιάζει δυο άλλους συγγραφείς, τον Κάφκα και τον Ντοστογιέφσκι.
Όταν ο θεματικός άξονας ενός βιβλίου ή απλά ενός επιχειρήματος μου είναι ξένος, δεν έχει νόημα να το συζητήσω ή να το σχολιάσω, αφού η διαφωνία ξεκινάει από τα θεμέλια. Η έννοια του παράλογου μου είναι ξένη, και θα εξηγήσω γιατί.
Παράλογο είναι κάθε τι που έρχεται σε αντίθεση με τη λογική. Όμως ποια λογική; Για τους ισλαμιστές της ISIS η ανατίναξη των δυο αρχαίων ναών στην Παλμύρα είναι εντελώς λογική, σύμφωνη με το Κοράνι. Το ίδιο και η καταστροφή των αρχαιοελληνικών ναών για τους πρώτους χριστιανούς, σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη. Αυτά όμως, σύμφωνα με τη δική μας λογική, μας φαίνονται παράλογα.
Να το κάνω πιο κατανοητό; Είναι κατά τη δική μου λογική (και όχι μόνο) παράλογο το να ψηφίζεις Νέα Δημοκρατία, το κόμμα το κατ’ εξοχήν υπεύθυνο για τη σημερινή κρίση. Γι’ αυτούς όμως που θα το ψηφίσουν δεν είναι.
Βέβαια η αντίρρησή μου βρίσκεται και στον τρόπο γραφής. Θέλω σε ένα δοκιμιακό έργο οι προτάσεις να έχουν τη συνεκτικότητα των κρίκων μιας αλυσίδας και όχι να είναι χαλαρά συνδεμένες, όπως οι στίχοι ενός ποιήματος.
Αυτά για τον δοκιμιογράφο Καμύ. Ίσως να προσπάθησα να διαβάσω και τον «Επαναστατημένο άνθρωπο», δεν θυμάμαι, νομίζω όχι. Όμως με ενθουσίασε ο «Ξένος» που διάβασα στα νιάτα μου, ενώ η «Πτώση» που διάβασα πριν πέντε χρόνια μου άρεσε, όμως όχι όσο ο «Ξένος».
Να το ξαναπώ άλλη μια φορά, περί ορέξεως κολοκυθόπιτα;
Και τώρα κάποια αποσπάσματα.
«Οι Έλληνες πίστευαν – περίεργο για μια τόσο προικισμένη φυλή – πως οι θεοί αγαπούσαν τους ανθρώπους που πέθαιναν νέοι. Αυτό δεν είναι αλήθεια…» (σελ. 71).
Υπάρχει μεγαλύτερη παρηγοριά για τον απαρηγόρητο γονιό που πέθανε το παιδί του; Και βέβαια αυτό δεν είναι αλήθεια (ακόμη κι αν υπήρχαν θεοί), αλλά είναι ένας μύθος ολότελα παρηγορητικός. Το θέμα το έχω πραγματευθεί στο δεύτερο βιβλίο μου «Η αναγκαιότητα του μύθου».
«…τον Ρουσσώ που έπεφτε κάτω περπατώντας στα τέσσερα ή τον Νίτσε που φερόταν κτηνωδώς στη μητέρα του» (σελ. 79).
Να κάτι που δεν ήξερα για τον Νίτσε. Διαβάζοντας όμως τα παρακάτω, αποκαταστάθηκε πάλι στη συνείδησή μου: «Εκείνο που έχει σημασία, λέει ο Νίτσε, δεν είναι η αιώνια ζωή, είναι η αιώνια ζωντάνια» (σελ. 94). Επίσης:
«Τέχνη και μόνο τέχνη, λέει ο Νίτσε, έχουμε την τέχνη για να μην πεθάνουμε απ’ την αλήθεια» (σελ. 107).
Ποιαν αλήθεια;
«Και το ένα τούτο δεν υπάρχει». Ο Καζαντζάκης στη θέση της τέχνης τοποθετεί τον αγώνα.
Και ένα ανέκδοτο:
  «Ξέρουμε την ιστορία του τρελού που ψάρευε μέσα σε μια μπανιέρα· ένας γιατρός με δικές του ιδέες για τις ψυχιατρικές μεθόδους τον ρώτησε αν τσιμπάει τίποτε, και δέχτηκε την αυστηρή απάντηση: -Όχι ανόητε, αφού ψαρεύω μέσα σε μια μπανιέρα» (σελ. 150).
Και θυμήθηκα.
Πρέπει να πήγαινα στο γυμνάσιο, αλλά ήμασταν στην αυλή του δημοτικού σχολείου του χωριού μου. Είχαμε περικυκλώσει έναν καθυστερημένο – κουζουλό στα κρητικά - νεαρό από ένα διπλανό χωριό και συζητάγαμε μαζί του κοροϊδεύοντάς τον διακριτικά, με γέλια και φωνές. Κάποια στιγμή αυτός μας φωνάζει αγανακτισμένος: - Σωπάτε μωρέ μη μας περάσουνε για κουζουλούς.
Αλήθεια, ποια διαφορά έχει ο κουζουλός από τον παράλογο;