Book review, movie criticism

Saturday, June 9, 2018

Φραντς Κάφκα, Γράμματα στη Μίλενα


Φραντς Κάφκα, Γράμματα στη Μίλενα (μετ. Ευάγγελου Αρχ. Αντώναρου), Βίπερ 1971, σελ. 173


  Η αλληλογραφία ανθρώπων του πνεύματος είναι πάντοτε ενδιαφέρουσα – ή σχεδόν πάντα (για μένα τουλάχιστον). Θυμάμαι ότι με απογοήτευσε η αλληλογραφία των Πάστερνακ-Τσβετάγιεβα-Ρίλκε, όχι όμως και η αλληλογραφία Έρμαν Έσσε-Τόμας Μαν. Από την ανάρτηση που έκανα παραθέτω ένα απόσπασμα, σχετικό με αυτήν εδώ την βιβλιοκριτική.
   (Από επετειακό κείμενο του Τόμας Μαν για τα εξηντάχρονα του Έρμαν Έσσε:
  «… τη συμπάθειά του για την τσεχο-εβραϊκή μεγαλοφυΐα του Φραντς Κάφκα, τον οποίο από νωρίς αποκάλεσε «μυστικό βασιλιά της γερμανικής πεζογραφίας» και στον οποίο σε κάθε κρίσιμη ευκαιρία εκφράζει το θαυμασμό του όπως σε κανένα άλλο σύγχρονο ποιητικό πνεύμα» (σελ. 89).
  Όταν θαυμάζεις έναν συγγραφέα απεριόριστα, είναι φυσικό να διαβάζεις κάθε τι που έχει γράψει, ακόμη και αν δεν είναι πρωτοκλασάτο. Είναι αναπόφευκτο εξάλλου να μη βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο όλα τα έργα ενός συγγραφέα. Κάποια είναι αριστουργήματα ενώ κάποια είναι απλώς καλά. Κάποιοι, κάποια, θα τα έκριναν ακόμη και κακά. Αυτός είναι ο λόγος που εκδίδεται μια αλληλογραφία, γιατί ο εκδότης ξέρει ότι ενδιαφέρει ένα μεγάλο κοινό.
  Δεν ξέρω αν ο εκδότης το πρότεινε στη Φελίτσε Μπάουερ ή η Φελίτσε Μπάουερ στον εκδότη, να του πουλήσει τις επιστολές που της είχε γράψει ο Κάφκα (υπήρξε αρραβωνιαστικιά του). Όπως και να έχει, τις πούλησε το 1955, καθώς βρισκόταν σε τρομερές οικονομικές δυσκολίες μετά το θάνατο του άντρα της.
  Θα τα διαβάσω κι αυτά;
  Αν πέσουν στα χέρια μου. Έχω όμως διαβάσει το «Η άλλη δίκη-τα γράμματα του Κάφκα στη Φελίτσε» του Elias Canetti,
  Το πώς κατέληξαν τα γράμματα της Μίλενας Γιέσενκα να φτάσουν στον εκδότη δεν ξέρω. Υπήρξε μια σχέση, κυρίως δι’ αλληλογραφίας, ανάμεσα σ’ αυτή και τον Κάφκα για δυο περίπου χρόνια, από το 1919 μέχρι το 1920. Δίσταζε να παρατήσει τον άντρα της για τον Κάφκα, του οποίου η υγεία συνεχώς επιδεινωνόταν. Τον χώρισε όμως το 1925, ένα χρόνο μετά το θάνατο του Κάφκα. Πέθανε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης των Ναζί. Δεν ήταν εβραία, αλλά την είχαν συλλάβει σαν μέλος της τσέχικης αντίστασης.
 Η αλληλογραφία, που γράφεται συνήθως de profundis, δίνει ένα πιο ξεκάθαρο πορτραίτο, σχεδόν πάντα. Διαβάζοντας την αλληλογραφία αυτή γνώρισα τον Κάφκα περισσότερο από ό,τι από τα βιβλία του. Τον βλέπω να τρέφει βαθιά αισθήματα για τη Μίλενα, αλλά και συχνά αμφιταλαντευόμενα. Ακόμη, μέσα σ’ αυτά περιέχονται ενδιαφέρουσες ιστορίες.
  Όμως να παραθέσω κάποια αποσπάσματα.
  «Βέβαια, δεν λέω, έχει και το γράμμα της Τρίτης τα αγκάθια του που, καθοδηγημένα από το χέρι σου, τρυπάνε το κορμί, αλλά, πέσμου – αυτή είναι η αλήθεια μιας στιγμής, μιας στιγμής που πάλλεται από ευτυχία και πόνο, πέσμου υπάρχει τίποτε στον κόσμου που να προέρχεται από σένα και να μην μπορώ να το αντέξω; (σελ. 33).
 Το απόσπασμα αυτό εικονογραφεί πολύ χαρακτηριστικά τις σχέσεις τους.
  Και το παρακάτω:
  «Σ’ αυτά τα γράμματα πρέπει να έχεις το εντυπωσιακό κεφάλι της Μέδουσας, τα φίδια του τρόμου παιχνιδίζουν γύρω από το κεφάλι σου κι εμένα με ζώνουν τα φίδια του φόβου» (σελ. 46).
  «Φυσικά, η Μίλενα δεν σε ξέρει καθόλου, μόνο μερικά γράμματα κι ιστορίες τη θάμπωσαν» (σελ. 56).
  Μιλάει για τον εαυτό του σε τρίτο πρόσωπο. Η Μίλενα είχε διαβάσει ένα διήγημά του που την εντυπωσίασε και του έγραψε ζητώντας του να το μεταφράσει (στα τσέχικα, ο Κάφκα ήταν γερμανόφωνος). Έτσι έγινε η γνωριμία τους.
  «Και να φανταστεί κανείς ότι στην ουσία δεν αγαπάω εσένα, αλλά κάτι περισσότερο, το νόημα που δίνει στη ζωή μου η ύπαρξή σου» (σελ. 78).
  Φράντς, αυτό θα ’πρεπε να το γράψεις διαφορετικά. Για παράδειγμα «Σ’ αγαπάω τόσο πολύ, μα τόσο πολύ, που αυτός ο έρωτας δίνει όλο το νόημα στη ζωή μου».
  «Γιατί να μην είμαι, λόγου χάρη, η τυχερή ντουλάπα του δωματίου σου, για να μπορώ έτσι να έχω διαρκώς το βλέμμα μου καρφωμένο επάνω σου, όταν κάθεσαι στην κουνιστή πολυθρόνα ή στο γραφείο σου ή όταν ξαπλώνεις στο κρεβάτι ή όταν κοιμάσαι» (σελ. 83).
  Υπάρχουν ένα σωρό μαντινάδες σ’ αυτό το μοτίβο, το μοτίβο του «Να ’μουνα, ίντα να ’μουνα». Σε μια ιστοσελίδα βρήκα κάποιες, ξέρω ότι υπάρχουν πολύ περισσότερες, ήξερα πολλές αλλά τις έχω ξεχάσει. Παραθέτω την πρώτη.
 Να ’μουνα, ίντα να ’μουνα, πιρούνι του σπιτιού σου
 Κι όντε θα τρως να αισθάνομαι τη γλύκα του χειλιού σου.
  «Χθες σε συμβούλεψα να μη μου γράφεις καθημερινά, το ίδιο πιστεύω και σήμερα, και θα ήταν και για τους δυο μας πολύ καλό και στο ξαναλέω σήμερα, και μάλιστα με μεγαλύτερη έμφαση. Σε παρακαλώ όμως, Μίλενα, να μη συμμορφωθείς, και να συνέχισε να μου γράφεις καθημερινά, έστω και σύντομα, πιο σύντομα και από το σημερινό γράμμα, μόνο δυο γραμμές, μόνο μία, μόνο μία λέξη, μα αν μου λείψει αυτή η λέξη θα δεινοπαθήσω φρικτά» (σελ. 86).
 Αντικρουόμενα μηνύματα σαν τα διπλόσημα (double bind) για τα οποία μίλησε ο Gregory Bateson και που συχνά οδηγούν τον δέκτη στη σχιζοφρένεια.
 Φράντς, πάει, θα το τρελάνεις το κορίτσι.
 «Και λεφτά δυστυχώς δεν θα μπορέσω να σου στείλω πια άλλα» (σελ. 110).
 Κατά καιρούς της έστελνε χρήματα, και της ζητούσε να μη διστάσει να του ζητήσει αν είχε ανάγκη. Πιο κάτω διαβάζουμε: «Θα μπορούσες να μην είχες καταστρέψει τα γενέθλιά σου αν μου είχες ζητήσει προηγουμένως χρήματα. Θα τα φέρω μαζί μου» (σελ. 146)
  «…υπάρχει κάποιος παράξενος, απροσδιόριστος φόβος στα γράμματά σου, δεν ξέρω αν είναι με το μέρος μου ή αν είναι εναντίον μου, ο φόβος υπάρχει μέσα σ’ αυτή την ξαφνική βιασύνη σου για τη συνάντησή μας» (σελ. 114).
  Και αυτό χαρακτηριστικό απόσπασμα για τη σχέση τους:     
  «Αλήθεια δεν ξέρετε ότι μόνο στους χοντρούς μπορεί να έχει εμπιστοσύνη κανείς; (σελ. 39). Ο Κάφκα, με ύψος 1.80, ήταν μόλις 56 κιλά.
  Χοντροί όλου του κόσμου, παρηγορηθείτε.
  «Γιατί, ας αφήσουμε τα αστεία, κι ας σκεφθούμε τι θα γινόταν πριν από μερικά χρόνια, αν σηκωνόταν μια κοπέλα κι έλεγε στους δικούς της: Σας αφήνω, θα παντρευτώ Εβραίο. Αυτό ήταν μια πράξη θάρρους, κι η κοπέλα που θα τολμούσε κάτι τέτοιο, θα ήταν πιο θαρραλέα και από την Ιωάννα της Λωρραίνης» (σελ. 40).
  Μάντεψε ποιος θα ’ρθει το βράδυ, σε λευκό, όχι σε μαύρο.
  «Εγώ ασπρομάλλης σχεδόν από τις άγρυπνες νύχτες και τους πονοκέφαλους» (σελ. 42-43).
  Θυμάμαι τους πονοκέφαλους του Νίτσε και έχω διαβάσει για τις «παροιμιώδεις αϋπνίες» του Χάρολντ Μπλουμ.
  «…γύρισα στο σπίτι μου (και γι’ αυτό δεν έλαβα αμέσως την τηλεόραση)» (σελ. 116).
  Υπήρχε τηλεόραση το 1920; Στη βικιπαίδεια διαβάζω «Television became available in crude experimental forms in the late 1920s». Ποιο να πιστέψεις τώρα, τη βικιπαίδεια ή τον Κάφκα;
Για να σιγουρευτώ έψαξα την αγγλική μετάφραση. Προφανώς ο μεταφραστής, αφηρημένος, έγραψε τηλεόραση αντί για τηλεγράφημα.
  «Παράξενο να θέλει να μου γράψει ο άντρας σου τούτο και κείνο! Και να με δείρει και να με καρυδώσει; Πραγματικά δεν μπορώ να καταλάβω» (σελ. 120).
  Τι δεν μπορείς να καταλάβεις Φραντς; Πάλι καλά που δεν είπε να σε σκοτώσει.
  «Όποιος μιλήσει άσχημα για τη Μίλενα, ακόμη κι ο πατέρας να είναι (ο δικός μου πατέρας) θα τον σκοτώσω ή θα σκοτωθώ εγώ». Μετά ξύπνησα, αλλά δεν ήταν ύπνος αυτός, ούτε ξύπνημα» (σελ. 130).
  Αυτό το «ή θα σκοτωθώ εγώ» αποκαλύπτει πολλά για τον ψυχισμό του Κάφκα.  
  «Ώστε φοβάσαι λοιπόν κάθε φορά που σκέφτεσαι το θάνατο; Το μόνο που φοβάμαι εγώ τρομερά είναι οι πόνοι» (σελ. 169).
  Τώρα το σκέφτηκα, δεν ξέρω αν οι πόνοι ξεστρατίζουν από τη σκέψη του θανάτου ή την κάνουν πιο έντονη. Καλύτερα να μη μάθω.
  «Διαβάζω ένα κινέζικο βιβλίο, βιβλίο των φαντασμάτων» (σελ. 172).
  Η Κίνα εμφανίζεται συχνά στα γραφτά του.
  Τα γράμματα της Μίλενας στον Κάφκα δεν σώθηκαν. Σώθηκαν όμως αυτά που έστειλε στον Max Brod, τον κολλητό του Κάφκα. Έχω περιέργεια, θα τα διαβάσω, συνοδεύουν τα γράμματα του Κάφκα στην αγγλική έκδοση.
 Τα διάβασα. Πραγματικά αποκαλυπτικά για τα αισθήματά της. Να παραθέσω κάποια αποσπάσματα.
 «Θα ήθελα να σου ζητήσω, να σε παρακαλέσω, να σε ικετεύσω, να μου γράψεις αμέσως αν βλέπεις, αν νοιώθεις ότι υποφέρει, ότι πονά σωματικά εξαιτίας μου-Δεν θα του πω ότι το έμαθα από εσένα, και θα νοιώθω λίγο πιο ήρεμη αν μου υποσχεθείς ότι θα το κάνεις. Δεν ξέρω πώς θα τον βοηθήσω αν όντως αυτό συμβαίνει, όμως ξέρω σίγουρα ότι θα τον βοηθήσω».
  «Ο Φρανκ δεν μπορεί να ζήσει. Ο Φρανκ δεν είναι ικανός να ζήσει. Ο Φρανκ δεν θα αναρρώσει ποτέ. Ο Φρανκ θα πεθάνει σύντομα.
  Προφανώς, όλοι είμαστε ικανοί να ζήσουμε, γιατί κάποιες φορές καταφεύγουμε στο ψέμα, στην εθελοτυφλία, στον ενθουσιασμό, στην αισιοδοξία, σε μια πεποίθηση, στην απαισιοδοξία, ή σε κάτι άλλο. Αλλά αυτός ποτέ δεν έτρεξε σε κάποιο καταφύγιο, σε κανένα. Είναι εντελώς ανίκανος να πει ψέματα, όπως είναι ανίκανος να μεθύσει. Του λείπει ακόμη και το πιο μικρό καταφύγιο. Δεν έχει κάτι να προφυλαχτεί. Να γιατί είναι εκτεθειμένος σε κάθε τι από το οποίο εμείς είμαστε προστατευμένοι. Είναι σαν ένας γυμνός ανάμεσα σε ντυμένους».
  Παρεμπιπτόντως, ζήτησε από τον Max Brod να φροντίσει να πάρει από την οικογένεια του Κάφκα τα γράμματα που του είχε στείλει και να της τα δώσει. Τα είχε καταστρέψει ο Κάφκα πιο πριν; Τα κατέστρεψε αυτή μετά; Χάθηκαν; Ευτυχώς ο Max Brod κράτησε τα, λίγα έστω, γράμματα που του έστειλε εκείνη.  
Και από τον σύντομο επικήδειο που έγραψε:
 «Ήταν ντροπαλός, αγχώδης, πράος και ευγενικός, όμως τα βιβλία που έγραψε είναι μακάβρια και οδυνηρά».
 Στην έκδοση αυτή παρατίθενται και τέσσερα δοκίμια της Μίλενας. Το πρώτο αναφέρεται στις φοβερές συνθήκες που επικρατούσαν στη Βιέννη μετά το τέλος του πολέμου, τη δυστυχία των φτωχών, την ευημερία των πλούσιων, το πανηγύρι των μαυραγοριτών. Σε περιόδους κρίσεων και πολέμων οι φτωχοί κυρίως είναι οι «παράπλευρες απώλειες».
  Το επόμενο δοκίμιο που έχει τίτλο «Γράμματα επιφανών ανθρώπων» αναφέρεται σε αυτό που έγραψα κι εγώ πιο πριν, ότι ενδιαφέρουν ένα γενικότερο αναγνωστικό κοινό, όμως εστιάζει κυρίως στο πόσο απογοητεύεται κανείς αν τους γνωρίσει από κοντά-πάρα πολλούς τουλάχιστον. Να μην παραθέσω τι γράφει για τον Μπαλζάκ, τον Μωπασάν και τον Ναπολέοντα, αυτό όμως που γράφει για τον Ντβόρζακ θα το ήθελα με περισσότερες λεπτομέρειες. Ίσως δεν τις γράφει γιατί ήσαν γνωστές στο τσέχικο κοινό.
  «Δεν είναι αλλόκοτο ότι… Ή ότι ο γλυκός μας, με μάτια σαν αστέρια Ντβόρζακ ήλθε από την επαρχία, ήταν ρωμαλέος και είχε συνήθειες που δεν είχαν καμιά σχέση με τα αστέρια;».
  Να το ψάξω.
  Γκουγκλάροντας πέφτω σε ένα σύνδεσμο, που όμως δεν με αφήνει να μπω μέσα. Αντιγράφω όμως αυτό που φαίνεται στην αναζήτηση:  If it took the Czech Antonin Dvorak to interest American composers in the ... sired children, he became openly homosexual after his wife's death.
 Όχι, η βικιπαίδεια δεν γράφει τίποτα σχετικό.
 Ο Ντόρζακ είναι αγαπημένος μου συνθέτης, και τα παραπάνω τα παραθέτω χωρίς καθόλου ομοφοβικά αισθήματα, χωρίς να μειώνεται καθόλου στη συνείδησή μου· όπως άλλωστε και ο Τσαϊκόφσκι. Απλά είχα την περιέργεια να μάθω.
  Και ένα σχόλιο για τις βιογραφίες, στο ίδιο δοκίμιο.
  «Οι βιογραφίες είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Ενδιαφέρουσες με ένα εντελώς διαφορετικό τρόπο. Η βιογραφία του Ναπολέοντα που έγραψε ο Σταντάλ περισσότερο αποκαλύπτει τις σκέψεις του συγγραφέα παρά δίνει ένα πορτρέτο του. Από μόνη της είναι ένα έργο τέχνης. Δεν περιμένουμε καμιά τέχνη από τις επιστολές· περιμένουμε κάτι ανθρώπινο».
 Στο τρίτο δοκίμιο αφηγείται έναν εφιάλτη. Στο τέταρτο που έχει τίτλο «Ο διάβολος στην Εστία» αναφέρεται στις συζυγικές σχέσεις, υποστηρίζοντας ότι είναι μάταιο να επιδιώκεις ντε και καλά την ευτυχία στη συζυγική ζωή.
 Το διάβασα στις επιστολές της στον Brod, ο άντρας της την απατούσε με διάφορες. Το ότι τον χώρισε ένα χρόνο μετά το θάνατο του Κάφκα σημαίνει ότι μάλλον είχε πάψει να τον αγαπά. Το ότι επικαλείται τον έρωτά της για τον άντρα της για να αποφύγει μια στενότερη σχέση με τον Κάφκα μάλλον ήταν πρόσχημα, για να μη δεθεί περισσότερο με έναν άντρα που, όσο και αν θαύμαζε, πίστευε ότι ήταν καταδικασμένος να πεθάνει.
  Στη βικιπαίδεια διαβάζω ότι ο αργεντινός συνθέτης Alberto Ginastera συνέθεσε το 1971 μια καντάτα για σοπράνο και ορχήστρα με τίτλο «Μίλενα», βασισμένο στις επιστολές του Κάφκα. Την άκουσα, μπορείτε να την ακούσετε κι εσείς.
  Και οι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι με τους οποίους τελειώνουμε τα κριτικά μας σημειώματα, και που είναι κάμποσοι. Πιστώνονται βέβαια στον μεταφραστή, εξιλεώνοντάς τον κατά κάποιο τρόπο στη συνείδησή μου για εκείνη την αφηρημάδα του με την τηλεόραση.
Να κάνω οτιδήποτε, ακόμη και να γράψω (σελ. 26)
Για να ξυπνήσει πού και πού και να τηλεφωνήσει (σελ. 27)
Που έχετε σε βάρος μου στο γράμμα της Δευτέρας (σελ. 31)
Αρνητική απάντηση σ’ αυτή την απορία (σελ. 35)
Όμως αυτή η διαφορά δεν έχει σημασία (σελ. 46)
Τα δυο γράμματα ήρθανε μαζί το μεσημέρι (σελ. 54)
Την ξαφνική βιασύνη σου για τη συνάντησή μας (σελ. 114)
Το δρόμο της επιστροφής από το καφενείο (σελ. 150)
Δεν θέλω να παρασυρθώ και να σου απαντήσω (σελ. 156)
Πρόκειται για μια έκρηξη και θα περάσει εν μέρει (σελ. 164)
Τόσο κοντά στο θάνατο, όσο κοντά είναι ο ύπνος (σελ. 176)
Τώρα που βρίσκομαι εδώ, γύρω στις δυο βδομάδες (σελ. 185)

Friday, June 8, 2018

Emil Loteanu, Красные поляны (Στις ρεματιές με τα βατόμουρα 1966)


Emil Loteanu, Красные поляны (Στις ρεματιές με τα βατόμουρα 1966)


  Από χθες σε επανέκδοση, στο Ζέφυρο.
  Είναι η δεύτερη συνεχόμενη επανέκδοση έργου του μολδαβού Εμίλ Λοτεάνου, μετά το «Οι τσιγγάνοι πεθαίνουν από αγάπη» (1971), έργο που είχα δει στα φοιτητικά μου χρόνια και μου άρεσε πολύ. Δεν υπάρχει δημοσιογραφική προβολή στις επανεκδόσεις, όμως ευτυχώς υπάρχει το youtube, έτσι είδα τους «Κόκκινους αγρούς», όπως είναι ο πρωτότυπος τίτλος της ταινίας.
  Τα βοσκοτόπια ενός κολχόζ έχουν καεί από τον καυτερό ήλιο, δεν υπάρχει χορτάρι, τα πρόβατα πεθαίνουν, και αποφασίζουν να τα μεταφέρουν στα «πράσινα λιβάδια», μέχρι τον επόμενο χειμώνα. Στη διαδρομή τους βέβαια αντιμετωπίζουν διάφορα προβλήματα, οι ιδιοκτήτες άλλων κολχόζ που βρίσκονται στο δρόμο τους δεν τους επιτρέπουν να περάσουν μέσα από τη γη τους, υπάρχει και η γραφειοκρατία με τις κατά τόπους αρχές, αλλά τελικά θα τα καταφέρουν.
  Αυτό είναι το φόντο στο οποίο αναπτύσσεται η ιστορία.
  Έχουμε και εδώ το κλασικό «μια γυναίκα, δύο άντρες.
  Η γυναίκα είναι η κόρη ενός βοσκού. Ο ένας άντρας, τον οποίο θα ερωτευθεί και θα την ερωτευθεί και αυτός, είναι ένας δημοσιογράφος που τους συνοδεύει. Ο άλλος άντρας είναι από τους βοσκούς. Και θα παρακολουθήσουμε την προσέγγιση του ζευγαριού κατά τη διαδρομή αλλά και κατά την παραμονή τους στα πράσινα λιβάδια, και τις εντάσσεις που δημιουργούνται με τον αντίζηλο. Ο πατέρας δεν μπορεί να χωνέψει ότι ένας «πρωτευουσιάνος» μπορεί να ερωτευθεί την κόρη του. «Πολύ γρήγορα γυρίζει ο κόσμος», σχολιάζει.
  Τελικά συνειδητοποιώ ότι το μοτίβο της σταχτοπούτας ή του σταχτοπούτου είναι μια υποπερίπτωση των «συνόρων της αγάπης», τα οποία διαπιστώνω ότι δεν είναι μόνο φυλετικά ή θρησκευτικά, όπως τα βλέπω συνήθως σε ταινίες, είναι και ταξικά.
  Τάξεις στη σοβιετική ένωση;
  Ε, πώς να το κάνουμε, ένας «αστός», κάτοικος της πόλης, δεν είναι το ίδιο με έναν «αγροίκο», που κατοικεί δηλαδή στους αγρούς.
  Όμως το στόρι είναι το πρόσχημα για να μας δώσει ο Λοτεάνου ένα ποίημα για την εξοχή. Τα εικαστικά πλάνα με τοπία και φύση είναι άφθονα.
  Είδαμε και ένα λαογραφικό έθιμο. Η κοπέλα πηγαίνει στους αγρούς. Τι κάνει, ψάχνει κάτι που έχασε; ρωτάει ο δημοσιογράφος.
  Τίποτα τέτοιο, απαντάει ο άνδρας τον οποίο ρώτησε. Ψάχνει να βρει ένα άνθος κουκούσκιν (δε βρήκα πώς μεταφράζεται. Ίσως έχει σχέση με τον κούκο). Θα το κόψει με τα δόντια της και θα το ρίξει στη φωτιά. Υπάρχει τέτοια συνήθεια στις κοπέλες μας, όταν θέλουν να εκπληρωθεί μια ερωτική τους επιθυμία.
  Ο ρώσικος κινηματογράφος εκείνης της εποχής, όπως τον θυμάμαι, είναι σε μεγάλο βαθμό ποιητικός και ασχολείται με το ανώδυνο θέμα του έρωτα το οποίο πραγματεύεται σαν ρομάντζο, με ένα φολκλορικό φόντο συνήθως. Υπάρχουν βέβαια και οι εξαιρέσεις, π.χ. Ταρκόφσκι. Οι Σοκούρωφ και Σβιάγκιντσεφ ήλθαν μετά.  

Thursday, June 7, 2018

Simon Kaijser, Spinning man (Βασικός ύποπτος 2018)


Simon Kaijser, Spinning man (Βασικός ύποπτος 2018)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Η ταινία είναι drama, αλλά ο σκηνοθέτης την παρουσιάζει σαν mystery και thriller, με την απλή τεχνική του να επιλέγει τι θα μας παρουσιάσει κάθε φορά, ποιο πλάνο, ποιο επεισόδιο, σαν ανάμνηση του καθηγητή της φιλοσοφίας της γλώσσας, που δείχνουν ότι είχε κάποια εμπλοκή στην εξαφάνιση της κοπέλας.
  Αργοί οι ρυθμοί της ταινίας, σίγουρα δεν αρέσουν στο ευρύ κοινό και έτσι εξηγείται η χαμηλή βαθμολογία στο IMDb· που, παρεμπιπτόντως, βλέποντας την ταινία, είδα πως αυτό που γράφει ότι ο καθηγητής είναι known for having many affairs with students είναι ανακριβές.
  Είχα κάνει την παρατήρηση βλέποντας τις διάφορες ταινίες πάνω στους «47 σαμουράι»: ενώ οι αρχικές ταινίες ήταν ατμοσφαιρικές, αργές, λιγότερο αιματοβαμμένες, οι επόμενες άρχισαν να έχουν ένα όλο και πιο γρήγορο ρυθμό, με περισσότερη δράση, και οι σκηνές της αυτοκτονίας των σαμουράι δεν υποδηλωνόταν πια off-stage. Μετά συνειδητοποίησα ότι και στο δυτικό κινηματογράφο συμβαίνει κάτι ανάλογο: τα αστυνομικά έργα ήταν επίσης πιο αργά και πιο ατμοσφαιρικά, με λιγότερες σφαίρες να πέφτουν, λιγότερα πτώματα και λιγότερα κυνηγητά με αμάξια, σε σχέση με τα σημερινά.
  Μου άρεσε η ταινία, κυρίως για τους διαλόγους της, ιδιαίτερα αυτούς που είχαν να κάνουν με τη φιλοσοφία και τον Βιτγκενστάιν.
  Και η σύμπτωση: η Alexandra Shipp (φωτογραφία) παίζει και στο «Με αγάπη, Σάιμον», που επίσης η πρεμιέρα του είναι σήμερα.
 

Wim Wenders, Submergence (Στο βαθύ γαλάζιο 2017)


Wim Wenders, Submergence (Στο βαθύ γαλάζιο 2017)

  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Αυτή, καθηγήτρια βιομαθηματικός. Ετοιμάζεται για μια κατάδυση στο βάθος του ωκεανού με ειδικό σκάφος. Αυτός, υδρολόγος αλλά και κατάσκοπος. Πρέπει να πάει να δει τι γίνεται στη Σομαλία. Θα βοηθήσει στην διάνοιξη αρτεσιανών φρεατίων για την ύδρευση των κατοίκων, αλλά και να δώσει πληροφορίες για τους τζιχαντιστές. Και στο εξής στην ταινία θα εναλλάσσονται σκηνές, με αυτόν κρατούμενο των τζιχαντιστών που έχουν ανακαλύψει την πραγματική του ταυτότητα και αυτή έτοιμη για την κατάδυση στο πιο βαθύ σημείο του ωκεανού, για να φέρει αποδείξεις ότι υπάρχει ζωή εκεί παρά την έλλειψη οξυγόνου. Σε φλας μπακ βλέπουν το ειδύλλιό τους, όπως ξεκίνησε στις ακτές του Καλέ στη Γαλλία τον προηγούμενο χρόνο.
  Στην ταινία, που είναι μεταφορά μυθιστορήματος, δίπλα στο ρομάντζο και το θρίλερ έχουμε το φιλοσοφικό στοχασμό. Ο Βέντερς παίζει με τις μεταφορές και τις παρομοιώσεις. Και, όπως τον θυμάμαι, εξακολουθεί να είναι βαθιά απαισιόδοξος. Και βέβαια, πρώτα απ’ όλα, είναι εξαίρετος κινηματογραφιστής, κρατώντας πάντα αδιάλειπτη την προσοχή του θεατή.  
  Πριν χρόνια είδα τα «Φτερά του έρωτα» και το «Παρίσι-Τέξας», ταινίες που λάτρεψαν όλοι, και πρόσφατα σε επανέκδοση την «Αλίκη στις πόλεις» και «Το πέρασμα του χρόνου», και για να μην αφήσω λειψή την τριλογία είδα και το δεύτερο μέρος της, τη «Λάθος κίνηση». Θα ήθελα να δω και άλλες ταινίες του Βέντερς, όμως είναι τόσοι πολλοί οι καλοί σκηνοθέτες, τόσες πολλές οι καλές ταινίες, τι να πρωτοδείς.
  


Wednesday, June 6, 2018

John Francis Daley, Jonathan Goldstein, Game night (2018)




  Παίζεται ακόμη στους κινηματογράφους.
  Η ταινία χαρακτηρίζεται από το IMDb comedy, crime, mystery.
  Εγώ, φαν της κωμωδίας, το είδα με δυσπιστία. Μου έχει τύχει να δω μια ταινία που χαρακτηρίζεται κωμωδία και κωμωδία να μην είναι, τουλάχιστον όπως την καταλαβαίνω εγώ, καθώς έχω σαν αποφασιστικό κριτήριο το πόσο γελάω. Αλλά αυτή τη φορά ήταν όντως κωμωδία. Μια απολαυστικότατη κωμωδία, με απανωτά εφέ του απροσδόκητου.
  Τρία ζευγάρια συνηθίζουν να παίζουν διάφορα παιχνίδια στο σπίτι του ενός. Το ζευγάρι αυτό έχει πρόβλημα, δεν μπορούν να κάνουν παιδί. Φταίει το άγχος του άντρα, λέει η γιατρός. Πού να οφείλεται άραγε; Μα στον επιτυχημένο αδελφό του, που πάντα τον κέρδιζε στα παιχνίδια τους, πάντα ήταν ο καλύτερος.
  Αυτός ο επιτυχημένος αδελφός καταφτάνει κάποτε σπίτι τους, συμμετέχει στο παιχνίδι, και τους προτείνει το επόμενο να γίνει στο σπίτι του.
  Και το παιχνίδι;
  Ένας απ’ αυτούς θα απαχθεί και οι άλλοι θα πρέπει να τον βρουν. Όποιος τον βρει θα πάρει το έπαθλο, που δεν είναι άλλο από το αυτοκίνητό του. Μεγάλο δέλεαρ, όλοι θα συμμετάσχουν ενθουσιασμένοι.
  Μόνο που τα πράγματα δεν πάνε όπως τα περίμεναν γιατί οι πραγματικοί απαγωγείς μπαίνουν στη μέση και τους χαλάνε το παιχνίδι.
  Πάρα πολύ μου άρεσε.

Tuesday, June 5, 2018

Stephen Herek, Life or something like it (2002)


Stephen Herek, Life or something like it (2002)


  Χαριτωμένη κομεντί, πάνω στο γνωστό μοτίβο του «αρχικά δεν χωνευόμαστε (ή τουλάχιστον έτσι φαίνεται) αλλά στο τέλος τα φτιάχνουμε».
  Η Αντζελίνα Τζολί είναι η γυναίκα, ο Edward Burns ο άντρας. Δημοσιογράφοι και οι δυο. Καταλύτης για τη σχέση τους ήταν η πρόβλεψη ενός άστεγου «προφήτη» ότι η Αντζελίνα Τζολί θα πεθάνει σε μια βδομάδα. Ανοησίες, αλλά όταν άρχισαν να επαληθεύονται όλες οι ενδιάμεσες προβλέψεις του, η μια μετά την άλλη, τα πράγματα γίνονται σοβαρά. Ο Burns τρέχει τρομοκρατημένος να τη συναντήσει στη Νέα Υόρκη. Αυτή είχε ένα ατύχημα, μια αδέσποτη σφαίρα, αλλά τη γλίτωσε. Τελικά ο θάνατός της ήταν συμβολικός, πέθανε ο παλιός της εαυτός.
  Υπερβολές της κωμωδίας οι προβλέψεις; Αντιγράφω ένα απόσπασμα που παρέθεσα στη βιβλιοκριτική μου για το βιβλίο του Jaime Alazraki «Μπόρχες».  
  «Η τραγική αντίθεση ανάμεσα σε έναν άνθρωπο που πιστεύει πως είναι ο αφέντης και ο δημιουργός της μοίρας του, και σε ένα κείμενο ή θεϊκό σχέδιο που αυτή η μοίρα είναι ήδη προδιαγραμμένη, εξεικονίζει το πρόβλημα του ανθρώπου σε σχέση με τη σύμπαν: ο κόσμος είναι αδιαπέραστος, αλλά ο ανθρώπινος νους δεν παύει να προτείνει διάφορα σχέδια».
   Μεγάλη κουβέντα, θα κλείσω μόνο με μια επισήμανση που μόλις τώρα έκανα στο παραπάνω απόσπασμα. Η φράση «ο δημιουργός της μοίρας του» είναι οξύμωρο, που το νόημά της βέβαια είναι ότι δεν υπάρχει μοίρα.  

Zaime Alazraki, Χόρχε Λουίς Μπόρχες-μελέτη


Jaime Alazraki, Χόρχε Λουίς Μπόρχες-μελέτη (μετ. Σπύρος Τσακνιάς) Νεφέλη χχ. σελ. 74


  Περίεργο για έναν εκδοτικό οίκο σαν την Νεφέλη να μην αναφέρει χρονολογία έκδοσης για ένα βιβλίο του. Για όσους δεν ξέρουν, αν δεν αναγράφεται η χρονολογία έκδοσης ενός βιβλίου, όταν γίνεται αναφορά σ’ αυτό στη θέση της μπαίνει ένα χχ.
  Ακόμη: Αν και το επώνυμο του Jaime Alazraki μεταγράφεται σωστά: Αλαζράκι, όμως το όνομα όχι μόνο γράφεται λάθος, είναι Jaime και όχι Zaime, αλλά και προφέρεται λάθος. Η σωστή προφορά είναι Χάιμε και όχι Χαΐμ.
  Μόλις τέλειωσα την βιβλιοκριτική μου για το «Πλουσιόπαιδο» του Γκάτσμπυ, όπου αντέγραψα μια φράση του μεταφραστή Μένη Κουμανταρέα: «…είχα δηλώσει στους φίλους μου: ξέρετε, αυτός ο συγγραφέας δεν μου πάει».
  Ο λόγος για τον Φιτζέραλντ, όταν ο Κουμανταρέας ήταν νέος. Το ίδιο μπορώ να πω κι εγώ για τον Μπόρχες: αυτός ο συγγραφέας δεν μου πάει. Όμως, να εξηγούμαστε, μόνο ως διηγηματογράφος, γιατί τα δοκίμιά του μου αρέσουν και έχω αναρτήσει γι’ αυτά· όχι γιατί συμφωνώ πάντα, ή συχνά, με όσα λέει, αλλά γιατί έχει μια διαυγή πρόζα ώστε να καταλαβαίνω τι λέει. Και η διαφωνία κεντρίζει τη σκέψη ώστε να την σκεφτείς με μεγαλύτερη διαύγεια, να την επεξεργαστείς και να τη συμπληρώσεις στο μυαλό σου.
  Τις ιδέες του, τις κυριότερες τουλάχιστον, που εκθέτει δοκιμιακά τις εκθέτει και λογοτεχνικά. Όμως η έκθεση αυτή έχει το ντύμα του φανταστικού, που εμένα δεν μου αρέσει.
  Μπορεί να φαίνεται περίεργο, αλλά ενώ έχω γράψει φανταστική λογοτεχνία δεν μου αρέσει η φανταστική λογοτεχνία. Ενώ έχω γράψει παιδική λογοτεχνία δεν διαβάζω παιδική λογοτεχνία. Και προπαντός, ενώ γράφω κριτικές, δεν μου αρέσει να διαβάζω κριτικές.
  Βλέπω με δυσπιστία κάθε δοκιμιακό έργο, όμως αυτό εδώ είναι διαυγές. Δεν μπορώ να πω ότι θυμήθηκα τα διηγήματα του Μπόρχες που διάβασα και τα οποία δεν με εντυπωσίασαν, αλλά τουλάχιστον έμαθα τις ιδέες που κρύβονται πίσω από αυτά. Οι λάτρεις του πεζογράφου Μπόρχες, όσοι διάβασαν το βιβλίο του Αλαζράκι, θα το εκτίμησαν δεόντως.
  Δεν έχω να πω τίποτε άλλο, απλά θα παραθέσω αποσπάσματα. Τα δυο επόμενα είναι του Μπόρχες.  «Η πρώτη τάση είναι να αξιολογήσω τις θρησκευτικές και φιλοσοφικές ιδέες με βάση την αισθητική τους αξία ή με βάση αυτό που είναι μοναδικό και θαυμαστό σ’ αυτές» και «Οι επινοήσεις της φιλοσοφίας δεν είναι λιγότερο φανταστικές από τις επινοήσεις της τέχνης» (σελ. 8).
  Συμφωνώ απόλυτα με το δεύτερο, ενώ για το πρώτο θα πω ότι εγώ δεν τις αξιολογώ, απλά τις θεωρώ ως αισθητικά φαινόμενα που με αφήνουν περίπου αδιάφορο, ανέκαθεν οι θρησκευτικές ιδέες, μετά τη νεότητά μου και οι φιλοσοφικές.
  «Η βιβλιοθήκη είναι ένα σύμβολο του κόσμου, και το χάος της δεν είναι παρά το χάος αυτού του τελευταίου» (σελ. 19).
  Το αντέγραψα για να το θυμάμαι.
  «Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ο Σοπενάουερ είχε στο δωμάτιό του ένα μπρούτζινο Βούδα δίπλα στην προτομή του Καντ» (σελ. 28).
  Να δω πότε θα διαβάσω το «Ο κόσμος σαν βούληση και σαν παράσταση».
  «Η τραγική αντίθεση ανάμεσα σε έναν άνθρωπο που πιστεύει πως είναι ο αφέντης και ο δημιουργός της μοίρας του, και σε ένα κείμενο ή θεϊκό σχέδιο που αυτή η μοίρα είναι ήδη προδιαγραμμένη, εξεικονίζει το πρόβλημα του ανθρώπου σε σχέση με τη σύμπαν: ο κόσμος είναι αδιαπέραστος, αλλά ο ανθρώπινος νους δεν παύει να προτείνει διάφορα σχέδια. Η φιλοδοξία του ανθρώπου να λύσει το αίνιγμα του σύμπαντος είναι τόσο μάταιη όσο και η προσπάθεια του Οτάλορα» (σελ. 31).  
  Συμφωνώ, όμως για αυτό το «προδιαγραμμένη» δεν είμαι απόλυτα σίγουρος.
  «Οι προσπάθειές τους να κατανοήσουν τη θεία βούληση είναι εκ προοιμίου καταδικασμένες σε αποτυχία» (σελ. 33).
  «Μωρέ τι μας λέει», θα σχολιάσει ένας χριστιανός, ένας μουσουλμάνος, γενικά ο πιστός κάθε δόγματος.
  «Η πανθεϊστική άποψη σύμφωνα με την οποία ένας άνθρωπος είναι όλοι οι άνθρωποι…» (σελ. 39). Ευτυχώς είναι άποψη και όχι δόγμα. Έτσι κι αλλιώς δεν συμφωνώ. Πιστεύω στην αναγεννησιακή ατομικότητα.
  Μπα, δεν βρήκα τίποτα άλλο αξιόλογο για να το παραθέσω.