Book review, movie criticism

Sunday, March 28, 2021

Ramtin Lavafipour, Berlin - 7ο (2013)

 

Ramtin Lavafipour, Berlin - 7ο (2013)

 


  Το «Βερολίνο-7ο» του ιρανού σκηνοθέτη Ramtin Lavafipour είναι μια ταινία για τους μετανάστες. Κάποια από τα επεισόδια που παρακολουθούμε είναι τυπικά, κάποια όχι. Τα μη τυπικά επεισόδια είναι λίγο πολύ απαραίτητα σε μια ταινία.

  Κεντρικά πρόσωπα της ιστορίας είναι ο πατέρας, ένας καθηγητής αγγλικών, η κόρη του και το αγοράκι του. Μετά το θάνατο της γυναίκας του από μια βομβιστική επίθεση στη Βαγδάτη αποφασίζει να πάρει τα παιδιά του και να φύγουν από τη χώρα. Η Γερμανία είναι ένας καλός προορισμός. Μαζί τους στο φορτηγό που θα τους μεταφέρει λαθραία είναι και ένα ζευγάρι.

  Βλέπουμε την αγωνία τους μέχρι να περάσουν τον έλεγχο των συνόρων και τους παρακολουθούμε να τρέχουν σαν τρελοί μέσα στα δένδρα για να φτάσουν σε ένα προσωρινό καταφύγιο. Μετά θα πάνε στο Βερολίνο.

  Για να τους δεχτούν ως μετανάστες πρέπει να πουν μια πειστική ιστορία.

  Την κόρη του την απήγαγαν, πούλησε μισοτιμής το φαρμακείο του για να την ελευθερώσει. Ο γιος του έμεινε βουβός μετά το θάνατο της μητέρας του, στον οποίο ήταν παρών.

  Δεν τον πιστεύουν. Την ιστορία της απαγωγής την έχουν ακούσει άλλες τρεις φορές. Σε ένα μήνα θα πρέπει να φύγουν από τη χώρα.

  Η ιστορία είναι πιο θλιβερή, και έχει να κάνει με τον μουσουλμανικό συντηρητισμό. Την κοπέλα την συνέλαβαν κατά λάθος, και έκανε δυο μήνες στη φυλακή. Όταν κατάλαβαν το λάθος τους την άφησαν ελεύθερη. Όμως προηγουμένως την είχαν βιάσει.

  Το Ιράκ δεν είναι μέρος για να ζήσει μια βιασμένη κοπέλα. Και προπαντός μην το πεις στον πατέρα σου, της λέει η θεία της.

  Την πραγματική της ιστορία θα τη μάθει μια κοινωνική λειτουργός, έπειτα από προσπάθειες. Θα πάρουν προσωρινή άδεια παραμονής για τρία χρόνια, και μετά θα πάρουν μια μόνιμη.

  Ο πατέρας εκπλήσσεται.

  Όμως δεν θα μάθει το λόγο.

  Το άλλο ζευγάρι κουβαλάει και αυτό τη θλιβερή του ιστορία. Δυο απόπειρες αυτοκτονίας θα κάνει η γυναίκα του.

  Σε ένα από τα τελευταία πλάνα βλέπουμε το αγοράκι να κοιτάζει έξω από το παράθυρο που χιονίζει. Χιόνι, λέει. Ευχάριστη έκπληξη για την αδελφή του.

  Στο «Φράγμα», το μυθιστόρημα του Σπύρου Πλασκοβίτη, η μουγκή δεν θα μιλήσει, όχι όμως και στην κινηματογραφική μεταφορά του.

  Θυμάμαι τώρα και το μουγκό αγοράκι που, κάνοντας συντροφιά με το γιο του Checco Zalone στην ταινία του Gennaro Nunciante «Και ο Θεός να βάλει το χέρι του» (2013), μίλησε.  

  Η συνειρμική μου μνήμη δουλεύει ακόμη πολύ καλά, όχι όμως και η πρόσφατη.

 

  Και δυο λόγια για τον σκηνοθέτη.

  Ο Ramtin Lavafipour γεννήθηκε το 1972 στο Abadan, στο Ιράν. Σπούδασε κινηματογραφία στην Τεχεράνη. Η πρώτη του ταινία «Be calm and count to seven» (2008) βραβεύτηκε σε διάφορα φεστιβάλ. Η επόμενη ταινία του ήταν το «Berlin-7ο», και η τελευταία του μέχρι στιγμής το «Hattrick» (2018).

Στρατής Μυριβήλης, Ο αργοναύτης

Στρατής Μυριβήλης, Ο αργοναύτης (μεταγλώτισση Φωτεινού Ανεζίνα), Σαΐτης 2016, σελ. 191

 


  Έχοντας αποφασίσει να δω πακέτο τον Μυριβήλη (έχω διαβάσει και τα τρία μυθιστορήματά του και τις τρεις νουβέλες του, μου μένουν τα διηγήματα), αναρωτιόμουνα αν θα έπρεπε να διαβάσω και τον «Αργοναύτη», το παιδικό του μυθιστόρημα. Έψαξα στο διαδίκτυο και το βλέπω εξαντλημένο. Α, λέω, αφού είναι εξαντλημένο πρέπει να το βρω οπωσδήποτε. Αυτό εξάλλου δεν έκανα και με το «Παν»;

  Το παράγγειλα στο e-shop, και δυο τρεις μέρες μετά παίρνω μήνυμα ότι η παραγγελία ακυρώθηκε. Βρε αμάν, λέω, ψάχνω πάλι, το έχει η Πρωτοπορία. Αν δεν είναι το τελευταίο αντίτυπο θα είναι από τα τελευταία. Το παραγγέλνω μαζί με την «Αργώ» του Θεοτοκά, για να γλιτώσω τα ταχυδρομικά. Να περιμένω να ανοίξουν τα βιβλιοπωλεία; Τι καλά που δεν περίμενα.

  Δεν ήξερα ότι ήταν «μεταγλωττισμένο», αλλά αυτό βέβαια δεν θα με πείραζε.

  Πριν ξεκινήσουμε, να κάνουμε ένα σχόλιο για το παιδικό βιβλίο.

  Κάποιοι έσχισαν τα ιμάτιά τους που ο Παπαδιαμάντης μεταφράστηκε στη δημοτική. Ιεροσυλία.

  Μα, υπήρχε περίπτωση να το διαβάσει νεολαίος στην καθαρεύουσα; Άντε, κάποιοι λίγοι, από τις κορυφές της τάξης.

  Υπάρχει παιδική λογοτεχνία, ας πούμε των αρχών του 20ου αιώνα, που να διαβάζεται σήμερα από παιδιά; Αναρωτιέμαι.

  Πολύ θα με ενδιέφερε να είχα και το πρωτότυπο κείμενο, αυτό που «μεταγλώττισε» η Φωτεινού Ανεζίνα. Όμως δεν νομίζω να ήταν δραστικές οι παρεμβάσεις της, καθώς ο Μυριβήλης γράφει στη δημοτική. Έχει όμως πλούσιο γλωσσάρι για λέξεις που τις ήξερα κι εγώ, χωρίς να ξέρω όμως ακριβώς τη σημασία τους, και που έχουν να κάνουν με τα μέρη ενός ιστιοφόρου.

  Εξαιρετική η «μεταγλώττιση» (βάζω τη λέξη σε εισαγωγικά γιατί χρησιμοποιείται κυρίως για παιδικές ταινίες, καλύτερο θα ήταν γλωσσική εξομάλυνση, ή γλωσσική επικαιροποίηση, update) της Φωτεινού. Στο τέλος μάλιστα έχει και σταυρόλεξα, κουίζ, δραστηριότητες κ.ά. πάνω στο μυθιστόρημα.

  Δεν είμαι φαν της παιδικής λογοτεχνίας και ας έχω γράψει παιδική λογοτεχνία, όμως το μυθιστόρημα αυτό με ενθουσίασε. Για άλλη μια φορά θαύμασα τον Μυριβήλη, που θα τον τοποθετούσα ελάχιστα πιο κάτω από τον Καζαντζάκη.

  Έχω γράψει αλλού ότι στην αφήγηση, λογοτεχνική ή κινηματογραφική, βιώνουμε εκ του ασφαλούς καταστάσεις που δεν θα τολμούσαμε να βιώσουμε στην πραγματικότητα-κυρίως στις περιπέτειες και στα πολεμικά έργα. Αυτό μπορεί να ισχύει και για τον συγγραφέα.

  Ο Ανδρέας είναι το δασκαλόπαιδο που ονειρεύεται να γίνει ναυτικός. Σίγουρα είναι περσόνα του συγγραφέα, που και αυτός, άνθρωπος των γραμμάτων, θα ζήλευε τη ζωή των ναυτικών. Είναι απίστευτες οι ναυτικές λεπτομέρειες που ξέρει.

  Δεν έγινε ναυτικός, όμως έζησε τις περιπέτειές του, δυο φορές εθελοντής – και μπράβο του: μια φορά στους βαλκανικούς και μια φορά στην μικρασιατική εκστρατεία.

  Ο Ανδρέας έχει ένα φίλο, τον Πέτρο, που είναι γιος ναυτικού και θα γίνει και αυτός ναυτικός.

  Σώζουν κάποτε ένα σκυλί που το είχαν κάτι αλητόπαιδα για πνίξιμο. Ο Ανδρέας το παίρνει σπίτι του, διστακτικά, φοβόταν τις αντιρρήσεις των γονιών του, όμως αυτοί το καλοδέχτηκαν.

  Ο Ανδρέας ονειρεύεται ταξίδια, περιπέτειες. Και κάποτε βρήκε την ευκαιρία.

  Τη μέρα που θα πήγαιναν εκδρομή οι πρόσκοποι θα πήγαινε και το καΐκι του πατέρα του Πέτρου στην Θεσσαλονίκη. Θα μπορούσαν να τον πάρουν μαζί τους; Έχει τη συγκατάθεση του πατέρα του και το σακίδιό του με εφόδια, δεν θα τους επιβαρύνει. Μαζί του και ο Κουρτ, ο σκύλος.

  Το βράδυ ο Πέτρος κατεβαίνει στη φελούκα, τη βάρκα που έσερνε το καΐκι, την οποία είχαν βαφτίσει «Αργώ», μάλιστα ο ίδιος είχε γράψει τα γράμματα πάνω της. Κόβει το σκοινί και τραβάει για την περιπέτεια.

  Η ιστορία εξελίσσεται σαν την ιστορία του Ροβινσώνα Κρούσου. Ναυάγιο σε ένα ξερονήσι, πρέπει να επιβιώσει. Αντί για τον Παρασκευά εδώ έχουμε τον Κουρτ.

  Δεν καταφέρνει να ειδοποιήσει τα πλοία που περνάνε από μακριά. Είτε δεν τον βλέπουν είτε πιστεύουν ότι οι χειρονομίες του είναι απλά χαιρετισμοί. 

  Η θάλασσα θα τους προμηθεύσει ψάρια, ένας φακός θα τους προμηθεύσει φωτιά για να τα ψήσουν, το καύκαλο μιας χελώνας θα γίνει πιατέλα, μια κατσίκα που θα αιχμαλωτίσουν θα τους προμηθεύσει γάλα.

  Όμως έρχεται το φθινόπωρο. Πώς θα επιβιώσουν;

  Αδύνατον.

  Πρέπει να το ρισκάρει να πάει κολυμπώντας μέχρι το φάρο. Εκεί ίσως να υπάρχει φαροφύλακας. Θα σταματήσει σε ένα βράχο που βρίσκεται στη μέση της διαδρομής για να ξεκουραστεί.

  Δεν ήταν στη μέση. Η απόσταση μέχρι το φάρο ήταν τριπλάσια, τώρα το βλέπει. Καλύτερα να γυρίσει πίσω.

  Σηκώνονται κύματα. Θα τα καταφέρει;

  Σωριάζεται αναίσθητος στην ακτή.

  Θα τον σώσει ένα περαστικό καΐκι που ξέκοψε από τη διαδρομή του για να βρει ένα ορμητήριο να προστατευτεί από την τρικυμία.

  Μέσα στην κύρια αφήγηση υπάρχουν εγκιβωτισμένες άλλες αφηγήσεις, όπως για τη γοργόνα, για τον Οδυσσέα, περιγραφές μακρινών τόπων, κ.ά.

  Όπως είπαμε, υπάρχει πλήθος υποσημειώσεων. Η Φωτεινού προτίμησε να διατηρήσει αρκετές λέξεις του Μυριβήλη και να δώσει τη μετάφρασή τους σε υποσημειώσεις. Όμως δίνει πληροφορίες και για τόπους. Το παιδί μαθαίνει πού βρίσκεται το Άντεν, το Σάντα Φε, το Αμβούργο… τελευταίο έχει τον Αρχάγγελο. Στην υποσημείωση εξηγεί: «Περιοχή με το όνομα αυτό συναντούμε στην Πελοπόννησο και τη Ρόδο, εδώ εννοεί τη Ρόδο».

  Σίγουρα δεν πρόκειται για την περιοχή της Ρόδου αλλά για το Αρχάγγελσκ, λιμάνι της Ρωσίας.

  «Αυτά τα λένε σε μια γλώσσα παράξενη που μοιάζει σαν να φλυαρούν χελιδόνια».

  Οι γιαπωνεζούλες. Πολύ εύστοχη παρομοίωση. Όμως για τους γιαπωνέζους, η μητέρα ενός φίλου μου είπε κάποτε χαρακτηριστικά ότι όταν μιλούν είναι σαν να γαυγίζουν σκύλοι. Στα πολεμικά έργα σίγουρα.

  «Ο Μιαούλης όλο βαρέλια κρασί ζητούσε να του στείλουν για το πλήρωμά του».

  Αυτό κρατάει από την αρχαιότητα. Τη λέξη «οίνο» τη συναντήσαμε 16 φορές στην «Ιλιάδα» και 24 στην «Οδύσσεια».

  Και λίγο πιο κάτω: «Το νερό, βλέπεις, είναι για να πλέει ο άνθρωπος και για να πλένεται».

  Όταν ζητούσα από την ξαδέλφη μου τη Μαρίκα νερό, ο άντρας της πάντα σχολίαζε: ρακή να πίνεις, το νερό κάνει ψείρες.

  Ναι, εμείς οι κρητικοί πάνω από το κρασί έχουμε τη ρακή.

  «Ένα μικρό τενεκεδένιο κουτάκι με φακό, που έβαζες στη μια άκρη κανένα από εκείνα τα διάφανα κομματάκια από άχρηστες κινηματογραφικές ταινίες, από αυτά που πετούν όλοι οι κινηματογράφοι, και έβλεπες την εικόνα καθαρή και τρισδιάστατη».

  Δεν είχα δει ποτέ αυτόν τον «κινηματογράφο», αλλά είχαν πέσει και στα δικά μου χέρια αυτά τα κομματάκια από άχρηστες κινηματογραφικές ταινίες, κομμάτια που έκοβε ο οπερατέρ όταν κοβόταν το φιλμ κατά την προβολή και έπρεπε να το ενώσει. Θυμάμαι τον Κώστα Κακαβά που είχε πέσει στα χέρια μου. Ήταν από την ταινία «Κρυστάλλω».

  Εκείνοι την εποχή οι «φακοί» είχαν κυρτούς φακούς, σαν μάτι. Ονομάστηκαν μετωνυμικά έτσι, και την ονομασία αυτή τη διατηρούν μέχρι και σήμερα. Από σπασμένους τέτοιους «φακούς» παίρναμε τους φακούς και βάζαμε φωτιά στις καβαλίνες εστιάζοντας πάνω τους τις ακτίνες του ήλιου. Ακόμα τις εστιάζαμε πάνω στην παλάμη μας, μέχρι που δεν αντέχαμε πια από το κάψιμο. Νομίζω ότι μου βρίσκεται ένας τέτοιος φακός στην Κρήτη.

  Τι έκανε με αυτόν τον φακό ο Ανδρέας;

  «Χάλασε βιαστικά το κουτάκι του παιχνιδιού του, έβγαλε το φακό και πήγε στον ήλιο. Πήρε μερικά  ξερόκλαδα για προσάναμμα και έριξε πάνω τους, συγκεντρωμένες σε ένα σημείο, τις ακτίνες του ήλιου».

  Έτσι άναψε φωτιά.

  «Όχι όπως τα θέλεις, αλλά όπως τα βρίσκεις, λέει η παροιμία.

  Εγώ λέω: αυτά που βρίσκεις να τα κάνεις όπως τα θέλεις, όσο μπορείς.

  Εξαιρετικός ο Μυριβήλης, τι καλά που έκανα και διάβασα και το παιδικό του μυθιστόρημα. Ελπίζω να επανεκδοθεί.

  Να μην το ξεχάσουμε, πολύ ωραία και η εικονογράφηση του Νικόλα Ανδρικόπουλου.

  Πριν αναρτήσω έψαξα και βρήκα ένα απόσπασμα από το πρωτότυπο κείμενο. Τελικά είναι αρκετές οι επεμβάσεις της επιμελήτριας. Ας δώσουμε ένα δείγμα.

  Το πρωτότυπο κείμενο:

  «Ο μπαρμπα – Λιας έβαλε μονοκούπι κι άρχισε να λάμνει.
  - Να τραβήξουμε ρυμούλκι; πρότεινε το παιδί».

  Το «μεταγλωττισμένο»:

  «Ο μπαρμπα-Λιάς έβαλε το κουπί και άρχισε να κωπηλατεί.

  -Να τραβήξουμε κουπί; πρότεινε το παιδί».

  Σίγουρα το πρωτότυπο κείμενο είναι κομμάτι δύσκολο για ένα παιδί του δημοτικού. Εγώ βέβαια θα προτιμούσα να διαβάσω αυτό. Όμως καλύτερα έτσι, γιατί συνειδητοποίησα το πρόβλημα μιας παιδικής λογοτεχνίας γραμμένης πριν κάποιες δεκαετίες.

  Και οι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι που έπεσαν στην αντίληψή μας.

Κάνεις έτσι το χέρι σου και κόβεις μια φραντζόλα

Ακούμπησε την πλάτη του στο σκέπαστρο της πρύμνης

Πρώτη φορά το πάθαινε αυτό με τέτοιο τρόπο

Ένα συναίσθημα γλυκό, γεμάτο αγωνία

Κι αυτός εκεί απέναντι έγινε μια ελπίδα

 

Ali Tabrizi, Seaspiracy (2021)

 

Ali Tabrizi, Seaspiracy (2021)

 


  Είπαμε, με ενδιαφέρουν και οι ιρανοί σκηνοθέτες της διασποράς, ακόμη και αν είναι δεύτερης ή τρίτης γενιάς.

  Είναι ο Ali γιος του Kamal, ανιψιός ή άλλος συγγενής, ή είναι απλά συνωνυμία;

  Δυστυχώς δεν μπόρεσα να βρω βιογραφικά του στο διαδίκτυο.

  Η ταινία αναφέρεται στην «πειρατεία των θαλασσών» (ωραίος νεολογισμός το seaspiracy), αλλά όχι μόνο.

  Όχι μόνο;

  Η θαλάσσια ζωή κινδυνεύει όχι μόνο από τους πειρατές της θάλασσας αλλά και από τη ρύπανση των θαλασσών. Είχα αναφερθεί στο βιβλίο μου «Περιβάλλον, διατροφή και ποιότητα ζωής» στον κίνδυνο που απειλεί δελφίνια, φάλαινες, φώκιες, θαλάσσιες χελώνες και άλλα ψάρια από τα πλαστικά που δεν βιοδιασπώνται αλλά μένουν εσαεί σκουπίδια στον πλανήτη μας. Για τα δίκτυα δεν ήξερα, όμως τα πλάνα που παραθέτει ο Ταμπριζί είναι συγκλονιστικά. Πολύ πιο επικίνδυνα από τα πλαστικά, ακούσαμε στην ταινία.

  Υπάρχουν απαγορεύσεις σχετικά με το ψάρεμα. Η φάλαινα είναι απειλούμενο είδος, αλλά η Ιαπωνία δεν δίστασε να στείλει τα φαλαινοθηρικά της στους ωκεανούς. Και τα δελφίνια σφάζονται απηνώς, ως ανταγωνιστές των αλιευτικών.  

  Υπάρχει βιώσιμη αλιεία;

  Ο Ταμπριζί υποστηρίζει πώς όχι. Η ετικέτα που φέρουν κονσέρβες είναι συχνά παραπλανητική. Και τις ετικέτες αυτές τις πουλούν σχετικοί φορείς. Η επιχείρηση «σώστε τις θάλασσες» είναι συχνά πολύ επικερδής. Αλλά τη διαφθορά που επικρατεί σε τέτοιου είδους φορείς, κυβερνητικούς και μη, την έχουμε δει και σε άλλα ντοκιμαντέρ.

  Ο Ταμπριζί καταφέρεται και κατά των ιχθυοτροφείων. Οι ρύποι που δημιουργούν είναι πάρα πολύ μεγάλοι.

  Ήξερε κανείς για σκλάβους πάνω στα αλιευτικά;

  Τους μισθώνουν σαν ναύτες, και μόλις ανέβουν στο καράβι παγιδεύονται. Η μαρτυρία ενός τέτοιου σκλάβου είναι συγκλονιστική.

  Μήπως υπάρχουν και υπερβολές σε όλα αυτά;

  Σε σχέση με τη διαφθορά, μήπως δεν πρέπει να τους βάζουμε όλους στο ίδιο τσουβάλι;

  Είπαμε, ένα από τα «είδωλα της φυλής» είναι η τάση γενίκευσης. Μια περίπτωση διαφθοράς να ακούσουμε νομίζουμε ότι είναι όλοι διεφθαρμένοι. Παρά τις ενστάσεις και τις αντιρρήσεις γι’ αυτό το ντοκιμαντέρ, σαν προπαγάνδα των vegans, κάτι που ενισχύουν όχι μόνο κάποια πλάνα αλλά και ένα ντοκιμαντέρ στο οποίο συμμετείχε, το «Vegan 2018» (θα το δούμε αμέσως μετά, υπάρχει στο youtube), πολλά πράγματα τα οποία υποστηρίζει είναι αληθινά. Οι εικόνες δεν είναι fake, όπως εκείνες με τους κορμοράνους βουτηγμένους στο πετρέλαιο, τότε στον πόλεμο του Κόλπου. Για να γυριστεί αυτό το ντοκιμαντέρ ο Ταμπριζί δεν αντιμετώπισε μόνο την άρνηση κάποιων εκπροσώπων φορέων να μιλήσουν, καθώς είχαν προφανώς λερωμένη τη φωλιά τους, αλλά και απειλές.

  Την ταινία μπορείτε να τη δείτε στο Netflix.

  Τι, δεν έχετε λογαριασμό;

  Να κάνετε.  

Αλλά, όπως με ενημέρωσε μόλις τώρα φίλος, μπορείτε να τη δείτε και εδώ