Book review, movie criticism

Friday, February 15, 2013

Semih Kaplanoglu, All



Semih Kaplanoglu, All


  Ελληνική τηλεόραση δεν βλέπω, βλέπω όμως δορυφορική (CCTV-4). Πριν επιλέξω όμως το ΑV, κάνω ένα γρήγορο ζάπιν στα 14 κανάλια που πιάνω. Καθηλώθηκα αμέσως από το πρώτο κανάλι της σειράς, την ΕΡΤ3. Έπαιζε ένα έργο που μου θύμιζε αρκετά Αγγελόπουλο: μεγάλα σε διάρκεια πλάνα και ελάχιστος λόγος. Η γλώσσα δεν ήταν η αγγλική (το έχω ξαναπεί πως σπάνια βλέπω ταινίες όπου μιλάνε αγγλικά, εξαιρώντας πάντα τον Woody Allen), και γρήγορα διαπίστωσα ότι ήταν η τουρκική. Ήμουν σίγουρος ότι θα μου άρεσε. Αλλά όπως λέει και ο Woody Allen, τον οποίο άρχισα να ξαναβλέπω, στο Annie Hill, δεν μου αρέσει να βλέπω ταινίες από τη μέση, πολύ περισσότερο βέβαια μισή ταινία, όπως σ’ αυτή την περίπτωση. Θα έπρεπε να την αναζητήσω. Ποια να ήταν όμως;
  Υπήρχε ένας τρόπος για να το βρω, τον οποίο είχα χρησιμοποιήσει ξανά. Την έγραψα στο dvd recorder μου, και όταν τέλειωσε πήγα κατευθείαν στο τέλος. Συνήθως ψάχνω τα ονόματα των ηθοποιών. Αυτή τη φορά ήμουν πιο τυχερός, υπήρχε και ο τίτλος. Βάζοντάς τον στην αναζήτηση δεν δυσκολεύτηκα να βρω ποια ήταν η ταινία: ήταν ο «Έκπτωτος άγγελος» (2005) του Σεμί Καπλάνογλου. Μου είχαν μιλήσει με ενθουσιασμό γι’ αυτόν, είχα γράψει τα έργα του από την τηλεόραση, αλλά τι να πρωτοδείς, είναι τόσα πολλά αυτά που με ενδιαφέρουν. Τα έβαλα στο αρχείο μου, ένα ράφι με κάπου τριάντα βιντεοθήκες μεγάλου μεγέθους, σε διπλή σειρά. Το βρήκα, το είδα, και καθώς λέει η παροιμία «όταν είναι ζεστό το σίδερο κολλά», είπα να δω και τα υπόλοιπα έργα του Καπλάνογλου.
  Έχω δει κάμποσα τούρκικα έργα και έχω ξεχωρίσει κάποιους σκηνοθέτες. Και βέβαια η αρχή έγινε με τον Γιλμάζ Γκιουνέι, τον οποίο είπα να ξαναδώ, και παρά την παροιμία που ανέφερα πιο πάνω δεν κατάφερα να δω παρά μόνο το «Κοπάδι». Ακολούθησαν, παράλληλα μπορώ να πω, μετά από χρόνια, ο Φατίχ Ακίν και ο Νούρι Μπίλγκε Τσεϊλάν. Αυτόν τον δεύτερο τον προτιμώ από τον Ακίν, τον οποίο βρίσκω πολύ δυτικό, πράγμα φυσικό αφού μεγάλωσε στη Γερμανία.
  Στον «Έκπτωτο άγγελο» βλέπουμε την ψυχολογική κατάρρευση μιας κοπέλας, που σχεδόν παρενοχλείται σεξουαλικά από τον πατέρα της. Όταν αυτός την βλέπει ντυμένη τολμηρά με κάποια εσώρουχα που της χάρισαν την χαστουκίζει. Αυτή αργότερα θα τον σκοτώσει. Με τη βοήθεια ενός νεαρού που την αγαπά αλλά αυτή δεν ανταποκρίνεται στο αίσθημά του θα ξεφορτωθεί το πτώμα. Τώρα πια δεν της μένει παρά να δεχθεί να τον ακολουθήσει στο χωριό του. Στην τελευταία σκηνή του έργου την βλέπουμε να σηκώνεται από το κρεβάτι καθώς έχει ξημερώσει και να βγάζει σιγά σιγά τα ρούχα της. Ο φακός την παρακολουθεί από πίσω καθώς κατευθύνεται σιγά σιγά στο μπαλκόνι, ολόγυμνη.
  Το «Αυγό» (2007) δεν έχει τη δραματική ένταση του «Έκπτωτου αγγέλου». Ο Γιουσούφ, ένας νεαρός ποιητής, επιστρέφει στην πατρίδα του για να παραστεί στην κηδεία της μητέρας του. Την είχε φροντίσει στα γεράματά της μια ανιψιά της. Την ανιψιά αυτή την αγαπάει ένας νεαρός, αλλά αυτή, όπως και ο «Έκπτωτος άγγελος», δεν ανταποκρίνεται στο αίσθημά του. Εξάλλου ετοιμάζεται να δώσει εισαγωγικές στο πανεπιστήμιο και θα φύγει μακριά. Υποπτευόμαστε ότι αγαπά τον νεαρό ποιητή. Αυτός, αφού εκπληρώσει την επιθυμία της μητέρας του να θυσιάσει ένα αρνί, φεύγει. Όμως στην τελευταία σκηνή του έργου τους βλέπουμε μαζί.
  Είπαμε ότι το έργο δεν έχει δραματική ένταση σαν πλοκή, έχει όμως σε επί μέρους σκηνές. Ο ήρωας κάποια στιγμή σωριάζεται αναίσθητος. Δεν ξέρουμε για ποιο λόγο. Θα τον μάθουμε στην επόμενη ταινία της τριλογίας. Θα τον συνεφέρει ένας άντρας που βρίσκεται εκεί κοντά. Θα ξαναμείνει αναίσθητος, κάπου στο τέλος της ταινίας, όταν θα καθηλωθεί στο έδαφος από ένα τσομπανόσκυλο. Συνέρχεται κάποια στιγμή και βάζει τα κλάματα, καθώς συνειδητοποιεί ότι είναι αδύνατο να ξεφύγει: το τσομπανόσκυλο είναι από πάνω του και τον επιτηρεί. Θα αποκοιμηθεί στο έδαφος. Θα φύγει το χάραμα, όταν θα απομακρυνθεί το κοπάδι.
  Το έργο το εισέπραξα και σαν μια ποιητική ηθογραφία, καθώς μου θύμισε πολύ το χωριό μου της δεκαετίας του εξήντα, με τις σιδερένιες πόρτες και τα πετρογκάζ.
  Το «Γάλα» (2008) είναι το δεύτερο μέρος της τριλογίας, κάθε μέρος της οποίας τιτλοφορείται με ένα βασικό διατροφικό είδος των αγροτών (με εξαίρεση ίσως το μέλι). Ακολουθώντας αντίστροφα την πορεία της ζωής του ήρωά του (σαν την «Περίεργη υπόθεση του Μπέντζαμιν Μπάτον», διήγημα του Σκοτ Φίτζεραλντ που μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο), ο Καπλάνογλου μας παρουσιάζει τον δεκαοκτάχρονο Γιουσούφ να πανηγυρίζει που ένα λογοτεχνικό περιοδικό τού δημοσίευσε ένα ποίημα. Στο «Αυγό» μας παρουσιάζεται να έχει ήδη εκδώσει μια ποιητική συλλογή. Βλέπει με ζήλεια την χήρα μητέρα του να έχει αναπτύξει μια σχέση με κάποιον επίσης χήρο. Από το στρατό μάλλον παίρνει αναβολή, καθώς υποφέρει από επιληψία. Αναστατωμένος καθώς είναι όταν διαπιστώνει τη σχέση της μητέρας του, θα προσβληθεί από κρίση ενώ βρίσκεται πάνω στο τρίκυκλο με το οποίο μοιράζει το γάλα, το οποίο θα ανατραπεί. Το γάλα θα χυθεί, όμως ο ίδιος δεν έχει τραυματιστεί σοβαρά, αλλά θα μείνει αναίσθητος. Θα συνέλθει νύχτα και θα επιστρέψει στο σπίτι.
  Η μητέρα του δεν ασχολείται πια με το γάλα, απορροφημένη από τη σχέση της. Στην τελευταία σκηνή τον βλέπουμε με τη στολή του ανθρακωρύχου. Ανθρακωρύχος είναι και ένας φίλος του, ο οποίος επίσης γράφει ποιήματα χωρίς να έχει την τύχει να του τα δημοσιεύσουν.
  Μια σχέση με μια κοπέλα που δεν κατέληξε, μια άλλη που δεν προχώρησε, η αντίθεση ανάμεσα στις ποιητικές του φιλοδοξίες και στη δουλειά του γαλατά, η ανησυχία καθώς δεν είναι πια μόνος στην καρδιά της μητέρας του, αυτά συνιστούν το ψυχολογικό σύμπαν και τους βιογραφικούς κόμβους του Γιουσούφ σ’ αυτή την ηλικία.  
  Στο «Μέλι» ο Καπλάνογλου, παρακολουθώντας τον Γιουσούφ στην παιδική του ηλικία, μας δίνει εικόνες μιας ημιορεινής φύσης απαράμιλλης ομορφιάς. Όπως και στις άλλες δυο ταινίες απλώς μας δίνει σκηνές από τη ζωή του ήρωά του. Όμως εδώ φαίνεται να συνειδητοποιεί τη σημασία που έχει το σασπένς σε μιαν αφήγηση, και μια και δεν ενυπάρχει στο στόρι το δημιουργεί με μιαν αφηγηματική τεχνική, αυτή της προσήμανσης. Στην αρχική σκηνή βλέπουμε έναν άνδρα να πετάει ένα σκοινί ψηλά σε ένα δέντρο για να σκαρφαλώσει σ’ αυτό. Το δοκιμάζει. Φαίνεται να έχει πιαστεί καλά σε κάποιο κλαδί. Όμως καθώς σκαρφαλώνει το κλαδί σπάζει. Πέφτει κάτω από μεγάλο ύψος. Βλέπουμε το έργο ξέροντας το τραγικό τέλος που περιμένει τον πατέρα του παιδιού, και παρακολουθούμε με ενδιαφέρον τα γεγονότα που οδήγησαν σε αυτό το τραγικό συμβάν, σε ένα «σασπένς του πώς», νοιώθοντας ταυτόχρονα τον αριστοτελικό «έλεο» για τον άτυχο άνδρα.
  Ο Καπλάνογλου είναι ένας ακόμη σκηνοθέτης που κάνει ποιητικό κινηματογράφο. Δεν ενδιαφέρει τόσο το στόρι όσο η ποιητικότητα της εικόνας και των πλάνων που διατηρούν μιαν αυτονομία στη σύνδεσή τους, και με τη διάρκειά τους μας καλούν είτε σε σκέψη είτε σε αισθητική απόλαυση. Είναι μεγάλος σκηνοθέτης, και κακώς δεν ενδιαφέρθηκα πιο πρώτα να δω τις ταινίες του. Όμως, όπως λέει μια λαϊκή παροιμία, «κάλλιο αργά παρά ποτέ».  
   
Post a Comment