Book review, movie criticism

Saturday, March 26, 2016

Wilkie Collins, Αρμαντέιλ



Wilkie Collins, Αρμαντέιλ (μετ. Σάντυ Παπαϊωάννου), Gutenberg 2012, σελ. 1214

  Ο φίλος μου ο Πολ, όπως είναι γνωστός ο Γιώργος Πολ. Παπαδάκης, και που στο αρχείο-ατζέντα μου, δίπλα στο όνομά του έχω γράψει σε παρένθεση «ο συνομιλητής» για να τον ξεχωρίσω από τον άλλο φίλο μου, τον «σύντροφο» Γιώργο Παπαδάκη και παλιό συγκάτοικο στα χρόνια της μεταπολίτευσης, μου το σύστησε με θέρμη.
Γιατί «συνομιλητής»;
Βρεθήκαμε πριν 12 χρόνια στο ίδιο πάνελ, παρουσιάζοντας το βιβλίο του Σταμάτη Δανά «Στα μονοπάτια του ανέφικτου». Από τότε γίναμε φίλοι.
Ο άλλος φίλος, ο Μανόλης Πρατικάκης, προσφέρθηκε να μου το δανείσει. Ποτέ δεν δανείζομαι βιβλία, γιατί για να γράψω γι’ αυτά πρέπει να τα στραπατσάρω. Κάνω υπογραμμίσεις και τσακίζω τις σχετικές σελίδες για να ανατρέξω κατόπιν σ’ αυτές όταν είναι να γράψω τη βιβλιοκριτική μου.
Ο Μανόλης λέει ότι δεν τον πειράζει.
Εν τάξει τότε, να το πάρω.
Δεν μου αρέσουν τα ογκώδη βιβλία, με αποθαρρύνουν. Όμως ο Wilkie Collins είναι κλασικός, και υπάρχουν κλασικοί τους οποίους δεν έχω διαβάσει ακόμη. Ένας απ’ αυτούς είναι και ο Κόλινς.
Να μην λέω ψέματα, το βιβλίο του «Η γυναίκα με τα άσπρα» το διάβασα στα Κλασικά Εικονογραφημένα, όταν ήμουν μαθητής.
Πριν ξεκινήσω με το βιβλίο θα μιλήσω πάλι για ζητήματα πρόσληψης και γούστου, σε σημείο «να γίνομαι κουραστικός σε όσους με διαβάζουν» (τον δεκαπεντασύλλαβο τον συνειδητοποιώ ξαναδιαβάζοντας για διορθώσεις).
Το γούστο δεν έχει να κάνει μόνο με κάποιο συγκεκριμένο βιβλίο, είναι και ειδολογικό. Δεν μου αρέσουν τα έργα με αστυνομική πλοκή. Θυμάμαι με τι προσπάθεια διάβασα το «Σκάνδαλο του πατρός Μπράουν» του Chesterton. Κορυφαίος άγγλος συγγραφέας, είχα ακούσει το όνομά του, αλλά ποτέ δεν μου πέρασε από το μυαλό ότι ο πατήρ Μπράουν θα ήταν κάτι σαν τον Ντετέκτιβ Χ της Μάσκας, που εγώ δεν τον διάβαζα πιτσιρικάς, προτιμούσα τον Γερόλυκο και το Γεράκι, τα καουμπόικα. Επίσης δεν μου αρέσουν τα θρίλερ. Δεν σκοπεύω να ξαναδώ Χίτσκοκ (τον έβλεπα στα φοιτητικά μου χρόνια), και ας είναι κορυφαίος.
Σε ένα κείμενό μου για τον Σολωμό απέδωσα ως μια αιτία για το ανολοκλήρωτο του έργου του το ότι γράφει μια εποχή που η ποίηση κάνει μια στροφή, και από αφηγηματική γίνεται λυρική. Αυτό έχει ως συνέπεια ο Σολωμός να μην ενδιαφέρεται να γράψει αφηγηματικούς στίχους παρά μόνο λυρικούς, πάνω σε αφηγηματικούς όμως κόμβους. Ο Κορνάρος δεν είχε τέτοιους ενδοιασμούς, όμως ο Μαμαγκάκης επέλεξε δυο από τα κορυφαία λυρικά σημεία του έργου του για να τα μελοποιήσει, το «Τραγούδι της Αρετούσας» και το «Θρήνο της Αρετούσας», από τα πιο αγαπημένα μου κομμάτια που τα έχω ακούσει άπειρες φορές, κυρίως στα ταξίδια μου στο πρόγραμμα της Εξομοίωσης (μαθήματα στους δασκάλους απόφοιτους παιδαγωγικών ακαδημιών για απόκτηση βεβαίωσης τετραετούς φοίτησης). Με ανάλογο τρόπο και εγώ ως αναγνώστης σε ένα έργο ξεχωρίζω υφολογικές ή άλλες «νησίδες», σημεία δηλαδή που με εντυπωσιάζουν και τα υπογραμμίζω, και αυτά κυρίως καθορίζουν αν θα μου αρέσει ένα έργο ή όχι.
Ξεκινώντας τον «Αρμαντέιλ» δεν ενθουσιάστηκα καθόλου. Έβλεπα μια συναρπαστική αστυνομική ιστορία με ελάχιστες τέτοιες «νησίδες». Μετά όμως τις πρώτες διακόσιες σελίδες οι νησίδες αυτές άρχισαν σιγά σιγά να πληθαίνουν, για να μειωθούν πάλι αισθητά στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου.
Εκτός από τις μικρο-νησίδες (σατιρικά και χιουμοριστικά αποσπάσματα, μεταφορές, διακείμενα κ.λπ.) υπάρχουν και οι μεγα-νησίδες, σελίδες δηλαδή με μια λογοτεχνική αυτοτέλεια που εντυπωσιάζουν. Τέτοιες είναι οι σελίδες στις οποίες ο συγγραφέας αφηγείται με λεπτό χιούμορ, που εξάλλου είναι άφθονο, κυρίως σατιρικό, σε όλο το έργο, το φλερτ ανάμεσα στον Αρμαντέηλ και τη δεσποινίδα Μιλρόι, σελίδες που τις θεωρώ αντάξιες ενός Σταντάλ (παρεμπιπτόντως, η εμμονή του πατέρα της με την κατασκευή ενός πολύπλοκου ρολογιού μου θύμισε την εμμονή του θείου Τόμπι με τα οχυρωματικά έργα, εκατό χρόνια πριν, στον «Tristram Shandy» του Στερν).
Έχω ξαναγράψει – πάλι - ότι αρκετά από αυτά που γράφει ο Αριστοτέλης στην «Ποιητική» του για την τραγωδία ισχύουν γενικότερα στην αφήγηση, τουλάχιστον σε πάρα πολλά αφηγηματικά έργα. Τραγικούς ήρωες δεν θα δούμε μόνο στην τραγωδία, αλλά και σε μυθιστορήματα και κινηματογραφικά έργα. Η Λύντια είναι μια γνήσια τραγική ηρωίδα. Δυστυχισμένα παιδικά χρόνια, ένας άθλιος σύζυγος που θα την οδηγήσει μάλιστα σε απόπειρα αυτοκτονίας, θα σκληρύνουν το χαρακτήρα της και θα διαπράξει την «αμαρτία» του τραγικού ήρωα: για να ξεφύγει από τη φτώχεια θα καταφύγει σε μια συνομωσία, η οποία θα ολοκληρωνόταν με ένα φόνο. Αυτό θα της έδινε ένα ισόβιο εισόδημα, αρκετά μεγάλο ώστε να της διώξει την έγνοια για την επιβίωση για όλη την υπόλοιπη ζωή της. Όμως ο έρωτας θα την εξαγνίσει, και κυρίως η αυτοκτονία της στο τέλος, που μας κάνει να νοιώσουμε γι’ αυτήν τον «έλεο» που νοιώθουμε και για τους τραγικούς ήρωες. Και φυσικά ο φόνος δεν θα διαπραχθεί.
Να πούμε εδώ ότι οι τραγικοί ήρωες είναι δύο ειδών: ο τραγικός ήρωας που υποφέρει χωρίς να του πρέπει (Αντιγόνη) και ο τραγικός ήρωας που υποφέρει «δι’ αμαρτίαν τινά» (Κρέοντας). Προϋπόθεση όμως για να νοιώσουμε τον έλεο για τον δεύτερο τύπο τραγικού ήρωα στον οποίο ανήκει και η Λύντια είναι η συνειδητοποίηση του σφάλματος και η μετάνοια.
Την πλοκή του έργου πιστεύω ότι ο Κόλινς την εμπνεύστηκε από ένα πραγματικό περιστατικό. Μια γυναίκα ισχυρίστηκε ότι είναι χήρα κάποιου για να του κληρονομήσει την περιουσία. Όμως η απάτη αποκαλύφτηκε γιατί ο υποτιθέμενος άντρας της τελικά ήταν ζωντανός. Αυτή η ιστορία ενέπνευσε στη Λύντια το δικό της σχέδιο.
Ο Κόλινς βάζει τους δυο κύριους ήρωες να φέρουν το ίδιο όνομα, αν και ο ένας απ’ αυτούς, ο φτωχός, παρουσιάζεται με ψευδώνυμο. Πώς έγινε αυτό; Με μια απίστευτη επινόηση, περίπλοκη για να την πούμε εδώ. Η Λύντια θέλει να παντρευτεί τον πλούσιο. Τελικά παντρεύεται τον φτωχό, με το πραγματικό του όνομα. Δεν φανταζόταν όμως ότι θα τον ερωτευόταν. Βέβαια πρέπει να σκοτώσει τον πλούσιο και να αρνηθεί τον τωρινό της σύζυγο, πράγμα ίσως όχι δύσκολο αφού μόνο αυτή ξέρει το πραγματικό του όνομα.
Συναρπαστική πλοκή, άφθονο σασπένς, προσημάνσεις και διαψεύσεις, μπορείτε να διαβάσετε στο σύνδεσμο της βικιπαίδειας την περίληψη του έργου. Εγώ, επειδή ήδη κοντεύω να συμπληρώσω και τη δεύτερη σελίδα, θα προχωρήσω στην παράθεση κάποιων αποσπασμάτων.
«Αν θέλεις να κάνεις ένα πιάτο με ψέματα εύπεπτο, πρέπει να το γαρνίρεις πάντοτε με λίγη αλήθεια» (σελ. 382).
Μου φαίνεται πως πρέπει να παραθέτω συστηματικά τις αποφθεγματικές φράσεις που συναντώ στα διαβάσματά μου, στο τέλος θα μπορούσαν να βγουν σε βιβλίο.
«-Όταν λέτε όχι σε μια γυναίκα, κύριε… πάντοτε θα το λέτε μονολεκτικά. Αν της δώσετε εξηγήσεις, εκείνη θα πιστεύει πάντα πως εννοείτε ναι» (σελ. 654-655).
Χρήσιμη συμβουλή.
«Έχω ακούσει πολλές φορές πως οι γυναίκες των συγγραφέων είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος δυστυχισμένες γυναίκες» (σελ. 983).
Καλά να πάθουν. Ποιος τους είπε να παντρευτούν συγγραφέα;
«…πρόκειται για τον συνηθισμένο αντικειμενικό σκοπό των δικηγόρων, τον σχηματισμό ενός μακροσκελούς λογαριασμού» (σελ. 1077).
Όχι, ο φίλος μου ο Θόδωρας δεν ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία.  
Η μετάφραση είναι πολύ καλή, υπάρχει όμως ένα μεταφραστικό ατόπημα: το Eleanor η μεταφράστρια το αποδίδει ως Ελεάνορ. Μα καλά, δεν άκουσε ποτέ το «Έλινορ Ρίγκμπι» των Beatles

Ξέχασα να το γράψω, θα το κολλήσω εδώ: η αφήγηση εναλλάσσεται σε τριτοπρόσωπη, σε επιστολική και σε ημερολογιακή καταγραφή, αξιοποιώντας έτσι ο συγγραφέας τα πλεονεκτήματα που διαθέτει το κάθε είδος, χρησιμοποιώντας τα εκεί όπου ελαχιστοποιούνται τα μειονεκτήματά τους.  
Και οι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι:
Χυδαία ευχαρίστηση στη μυστική δουλειά της (σελ. 565)
Κουραστικό και μάταιο, εδώ και πολλά χρόνια (σελ. 918)
Ακούγοντας μιαν άμαξα να σταματά στην πόρτα (σελ. 1077-1078)
Post a Comment