Book review, movie criticism

Tuesday, March 22, 2016

Νίκος Ψιλάκης, Πολυφίλητη



Νίκος Ψιλάκης, Πολυφίλητη, Ηράκλειο 2014 εκδόσεις Καρμάνωρ, σελ. 477

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στα Κρητικά Επίκαιρα, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2016, α.φ. 486 και στο Λέξημα

Ο Νίκος Ψιλάκης είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας πολλών λογοτεχνικών βιβλίων. Έχει τιμηθεί με πολλές διακρίσεις και βραβεία, ανάμεσα στα οποία είναι το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για το έργο «Μοναστήρια και Ερημητήρια της Κρήτης» και το βραβείο «Νίκος Καζαντζάκης» για την προσφορά του στα Γράμματα. Η «Πολυφίλητη» είναι το τελευταίο του μυθιστόρημα.
Πρόκειται για ιστορικό μυθιστόρημα. Η υπόθεσή του διαδραματίζεται στα χρόνια της πολιορκίας του Ηρακλείου από τους τούρκους, της πιο μακρόχρονης πολιορκίας στην ιστορία (1647-1669).
Συχνά το στόρι είναι πρόσχημα για την αναπαράσταση του φόντου, στη συγκεκριμένη περίπτωση την κατάσταση της Κρήτης και τις συνθήκες της πολιορκίας στα μισά του 17ου αιώνα, και άλλες φορές το ιστορικό φόντο δίνεται σε αδρές γραμμές, για να μην αιωρούνται οι ήρωες της ιστορίας στο κενό. Η ζυγαριά δηλαδή γέρνει πότε προς τη μια μεριά και πότε προς την άλλη. Είναι η πρώτη φορά που συναντάω τη ζυγαριά να ισορροπεί, που βλέπω δηλαδή ότι η αναπαράσταση του φόντου γίνεται με τη μεγαλύτερη πιστότητα, ενώ ταυτόχρονα ο Ψιλάκης έχει επινοήσει ένα εντυπωσιακό στόρι που κρατάει αδιάπτωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον.
Ο Ψιλάκης για να γράψει το μυθιστόρημά του έκανε διεξοδικές έρευνες σε πρωτογενείς πηγές, που μόνο ένας ιστορικός θα μπορούσε να κάνει. Αυτό φαίνεται στις «Ευχαριστίες» που προτάσσει στο βιβλίο του, όπου ανάμεσα στους άλλους ευχαριστεί και τον ξάδελφό μου τον Μανώλη Δρακάκη, διευθυντή των Γενικών Αρχείων του Κράτους στο Ηράκλειο, που, όπως γράφει, του «παραχώρησε σειρές ολόκληρες αδημοσίευτων δικαιοπρακτικών εγγράφων, κυρίως διαθηκών που συντάχθηκαν εκείνη τη ζοφερή περίοδο».
Το έχω ξαναγράψει, την ιστορία τη βιώνει κανείς καλύτερα μέσα από το ιστορικό μυθιστόρημα γιατί, συμπορευόμενος με τους ήρωες και συμπάσχοντας μαζί τους όπως ο θεατής της τραγωδίας με τους τραγικούς ήρωες, την αφομοιώνει πληρέστερα από ότι μέσα από τις ψυχρές σελίδες μιας ιστοριογραφίας. Εξάλλου πόσοι διαβάζουν βιβλία ιστορίας; Οι αναγνώστες της λογοτεχνίας είναι πολύ περισσότεροι.
Το στόρι είναι συναρπαστικό. Τρεις ιστορίες αγάπης με κύρια αυτή της Φραντζέσκας, της κεντρικής ηρωίδας, παρακολουθούμε σε αυτό το μυθιστόρημα. Ένας βιασμός και ένα έκθετο αποτελούν κομβικά στοιχεία της πλοκής, μιας πλοκής γεμάτης ανατροπές και απροσδόκητα. Η εγκατάλειψη των μωρών ήταν φαίνεται συχνό φαινόμενο εκείνη την εποχή, εποχή φτώχειας, όπως φαίνεται από τα επίθετα «Βρεττός» και «Esposito» που ακολουθούν τα τρισέγγονα. Συνάντησα δυο ανάλογες ιστορίες, τη μια στον «Κύκλο» του ιρανού σκηνοθέτη Jafar Panahi και την άλλη στο «Μωρό της Καμπούλ» του Μπαρμάκ Ακράμ. Φτωχές χώρες και οι δυο, το Ιράν και το Αφγανιστάν, αν και σ’ αυτές μπαίνει ένας επί πλέον παράγοντας, η θρησκεία. Δεν ξέρω κατά πόσο ήταν συχνός «τόπος» στη λογοτεχνία εκείνης της εποχής, όμως ο «Tom Jones» του Χένρι Φίλντινγκ (1707-1757) που διαβάζω τώρα ξεκινάει με ένα έκθετο μωρό που βρίσκει πάνω στο κρεβάτι του ο κύριος Ολγουόρθι.
Ένας Καζαντζάκης δεν υπάρχει περίπτωση να μην αφήσει τη στάμπα του σε ένα κρητικό συγγραφέα. Σε αρκετά σημεία το έργο μου θύμιζε τον μεγάλο Κρητικό. Για παράδειγμα:
«Έτσι τη θέλω την εικόνα μου. Μπορείς να τη ζγουραφίσεις; Θέλω να μοχτεί ο άνθρωπος, να παλεύει με το Χάρο, να βγαίνει νικητής από τη μαύρη γης. Να κάμεις κι έναν Χριστό παραδίπλα. Να τον ζγουραφίσεις όμορφο, ντυμένο στα χρυσόρουχα. Να στέκει δίπλα στους αποθαμένους, αλλά να μην τους βγάζει συρτούς από τον Άδη, μόνο να τους κάνει σινιάλο: -Ελάτε, ελάτε, μη δειλιάζετε, μπορείτε. Αυτό θα πει παράδεισος: να ’χεις καλό συμβουλάτορα. Κι οδηγό. Αυτό θα πει ανάσταση: να σηκώνεσαι μοναχός σου» (σελ. 244).
Όμως υπάρχει κάτι στο μυθιστόρημα αυτό που μου έκανε ξεχωριστή εντύπωση. Έχω γράψει ότι ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος κυλά στις φλέβες μας και ασυνείδητα παρεισφρέει στα πεζά μας κείμενα. Στο έργο αυτό του Ψιλάκη ανίχνευσα πάρα πολλούς ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους.
Όμως όχι μόνο. Συνάντησα και τα υπόλοιπα στιχουργικά μας μέτρα, με τον ανάπαιστο (Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη) και τον δάκτυλο (Άνδρα μοι έννεπε μούσα) να κυριαρχούν. Αυτό με εξέπληξε. Η μόνη υπόθεση που μπορώ να κάνω είναι ότι μια υποσυνείδητη μουσική αίσθηση κατεύθυνε την πένα (μεταφορικά πια) του Ψιλάκη σε μια επιλογή λέξεων που, συμπαρατάσσοντάς τις σε κανονικά μέτρα, έδιναν στο κείμενο έναν εξαίρετο ρυθμό. Αντιστάθηκα στον πειρασμό να υπογραμμίζω τέτοιες φράσεις κάθε φορά που τις συναντούσα, και παρ’ όλα αυτά οι υπογραμμίσεις μου είναι άφθονες.
Διαβάζουμε:
«Τι θέλει να γράψει αλήθεια; (αμφίβραχυς) Τι λογής μυστικά (ανάπαιστος) θέλει να φανερώσει; (ίαμβος) (σελ. 353).
Επίσης:  
«Κάθε που έβλεπε (δάκτυλος) χαρτιά και μελάνια, την έπιανε τρέμουλο (αμφίβραχυς, σελ. 353).
«Τα βλέφαρα κλείνουν κι ανοίγουν, μπερδεύεται ο νους και θολώνει» (αμφίβραχυς, σελ. 46)
«Ύπνος σπασμένος σε χίλια κομμάτια», «Ποιος να νοιαστεί για μια ξένη;» «Μόνο αν βρισκόταν κανένας γαμπρός να τις θέλει» (δάκτυλος, σελ. 46).
«Και στην άκρη της πλεξούδας» (σελ. 46, τροχαίος. Σε γνωρίζω από την κόψη).
Μάλλον μετά την ανίχνευση των ιαμβικών δεκαπεντασύλλαβων ο ιδεοψυχαναγκασμός μου έχει διευρυνθεί και στην ανίχνευση άλλων μέτρων. Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο και ψάχνοντας για τις υπογραμμίσεις μου διαβάζω: «τα σαγόνια του χρόνου» (ανάπαιστος, σελ. 51). Συνειρμικά ανακαλώ την ταινία του συγχωρεμένου του Αγγελόπουλου «Η σκόνη του χρόνου» (αμφίβραχυς) καθώς και «Το λιβάδι που δακρύζει (τροχαίος). Και ξάφνου θυμάμαι και τον τίτλο του τελευταίου μου βιβλίου, «Ο δικός μου Νίκος Καζαντζάκης», και βλέπω ότι είναι και αυτός σε τροχαϊκό μέτρο. Και τα μέτρα αυτά βλέπω να πυκνώνουν όσο πλησιάζουμε προς το τέλος του βιβλίου, όπως συμπεραίνω από τις υπογραμμίσεις μου.
Διαβάζουμε:
«Άλλωστε, ο μόνος έρωτας που δεν ξεχνιέται ποτέ είναι ο ανεκπλήρωτος» (σελ. 356).
Το μοτίβο αυτό το έχω συναντήσει σε κάποιους συγγραφείς. Στο νου μου έρχεται πρόχειρα «Ο σκύλος της Μαρί» του Ανδρέα Μήτσου και «Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων του Μάρκες. Κάπου αλλού έχω γράψει γι’ αυτό πιο διεξοδικά.
Διαβάζουμε:
«Ψωμί κρατείς; Έγνοια κρατείς. Φάε το να ξεγνοιάσεις» (σελ. 147).
Θα παραφράσω:
«Γλυκό κρατείς; Έγνοια κρατείς. Φάε το να ξεγνοιάσεις». Είμαι αδιόρθωτος γλυκατζής, δεν πολυκαιρίζει γλυκό στο σπίτι μου· και ευτυχώς που δεν έχω στερητικό σύνδρομο και έτσι δεν αγοράζω, δεν είναι όμως να μου φέρει κανείς, το καταβροχθίζω αμέσως. Θυμάμαι μικρός που το Πάσχα γινόταν ένας αγώνας ανάμεσα σε μένα και τη μητέρα μου: εκείνη, πού να κρύψει τις καλλιτσούνες κι εγώ να βρω πού τις έχει κρυμμένες. Πάντα κέρδιζα, και όταν ανακάλυπτε ότι τις είχα βρει και τις είχα φάει, μου έλεγε αυτόν τον δεκαπεντασύλλαβο: «Ήφαε η γρα τα σύκα τζη, θέτει κι αποκοιμάται».
Υπάρχουν κι άλλες παροιμίες σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο:
Όταν με βρίσκεις πάρε με, κι όταν με θες θα μ’ έχεις (σελ. 196)
Όλοι ξανοίγαν το σεισμό κι ο πελελός γυναίκα (στην ίδια σελίδα)
Η παρακάτω όμως, στην ίδια σελίδα, είναι σε τροχαίο:
Του νοδάρου το μελάνι τον καλό το γάμο κάνει.
Εξαιρετικότατο το μυθιστόρημα αυτό του Νίκου Ψιλάκη, το συνιστώ ανεπιφύλακτα. Η απόλαυση του κειμένου βαδίζει χέρι χέρι με τη γνώση μιας σημαντικής καμπής στην ιστορία της Κρήτης. Αξίζει η «Πολυφίλητη» να γίνει και «Πολυδιαβασμένη».
Τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους τους παραθέτω πάντα στο τέλος, γιατί θα μπορούσαν να παραλειφθούν.

Έβγαινα σαν το φάντασμα για να βρουβολογήσω (σελ. 42)
Την είχαν ζέψει στη δουλειά, φαμέγια στα χωράφια (σελ. 46)
Ψαράδες ανηφόριζαν με ψαροκοφινίδες (σελ. 71)
Για να γελούνε οι θεατές με τα καμώματά του (σελ. 75)
Τείχη και σπίτια κι εκκλησιές, ανθρώπους και πραμάτειες (σελ. 107)
Να μη σου τα πολυλογώ, μπήκα κι εγώ στη μάχη (σελ. 111)
Στην άκρα του Ριζόκαμπου βρισκόταν ο Αφέντης (σελ. 123)
Πήγε να του αποκριθεί, να τον καλωσορίσει (σελ. 123-124)
Γυναίκα αργοκίνητη με παρδαλό φουστάνι (σελ. 193)
Αλέξιε δεν μαθαίνεται με ζγουραφιές ο κόσμος (σελ. 262)
Μέσα στη φούρκα του χιονιά φάνηκε στην πλατεία (σελ. 277)
Έλειπε ο Αλέξιος στη φύλαξη του κάστρου (σελ. 278)
Η πιο γλυκιά αναδρομή στα παιδικά της χρόνια (σελ. 294-295)
Κατά τα λυχνανάμματα σηκώθηκα να φύγω (σελ. 359)
Βλέπω τα ίδια πράγματα, γροικώ τους ίδιους ήχους (σελ. 376)
Απρίλης μήνας, Σάββατο, νομίζω του Λαζάρου (σελ. 378)
Την είδα να τινάζεται και να πετιέται πάνω (σελ. 387)
    
Post a Comment