Book review, movie criticism

Sunday, March 6, 2016

Henry David Thoreau, Walden



Henry David Thoreau, Walden (μετ. Ιω. Ζαχαράκη), Ατλαντίς χχ, σελ. 272

Όταν στην παράθεση μιας βιβλιογραφίας υπάρχει η ένδειξη χχ, αυτό σημαίνει ότι δεν αναγράφεται χρονολογία έκδοσης, πράγμα πολύ συνηθισμένο σε παλιές εκδόσεις που δεν ήταν ιδιαίτερα προσεγμένες. Επίσης το πολυτονικό δίνει μια χρονολογία terminus ante quem.
Το βιβλίο, που θεωρείται ως ένα από τα αριστουργήματα του 19ου αιώνα, ξεκίνησα να το διαβάζω πριν την καθιέρωση του μονοτονικού, δηλαδή πριν το 1982. Αυτό το εικάζω από μια σημείωσή μου σε πολυτονικό στο περιθώριο μιας σελίδας. Πρέπει να διάβασα 70 σελίδες, όπως συμπεραίνω από τις υπογραμμίσεις και από το τσάκισμα μιας σελίδας. Τώρα τι ήταν αυτό που δεν με άφησε να συνεχίσω, δεν θυμάμαι. Ξέρω όμως ότι το να διαβάσω αυτό το βιβλίο του Θορώ ήταν για μένα must. Το καλοκαίρι, ψάχνοντας το «ράφι των τύψεων» του πατρικού μου στην Κρήτη το ανακάλυψα μαζί με κάποια άλλα βιβλία που ήθελα οπωσδήποτε να διαβάσω, και τα πήρα μαζί μου στην Αθήνα.
Ο Θορώ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένας πρωτοπόρος οικολόγος. Στα 28 του, το 1845, πήγε και έζησε σε ένα δάσος, στις όχθες της λίμνης Walden (βρίσκεται στο Κόνκορντ της Μασαχουσέτης), σε μια περιοχή που ήταν ιδιοκτησία του μέντορά του Ραλφ Ουάλντο Έμερσον. Το έκανε για να μπορέσει να συγκεντρωθεί στα γραπτά του, αλλά και σαν ένα πείραμα, να ζήσει μια απλή και αυτάρκη ζωή. Μόνος του έφτιαξε την καλύβα όπου έζησε δυο χρόνια, διαστάσεων 3,5Χ4,5. Επίσης καλλιέργησε τη γη, φυτεύοντας κυρίως φασόλια, και ένα μεγάλο μέρος της διατροφής του στηριζόταν σ’ αυτά που καλλιεργούσε.
Το βιβλίο είναι εν μέρει αυτοβιογραφικό και εν μέρει φιλοσοφικό. Σ’ αυτό κηρύττει την λιτότητα, την αυτάρκεια και την απλή ζωή. Αυτό φαίνεται πολύ χαρακτηριστικά και από κάποια από τα αποσπάσματα που θα παραθέσουμε στη συνέχεια.
«Πολλές από τις πολυτέλειες και από τις λεγόμενες ανέσεις της ζωής, όχι μόνο δεν είναι απαραίτητες, παρά και αποτελούν βασικά εμπόδια στην ανύψωση της ανθρωπότητας» (σελ. 19).
Έχει δίκιο, πάντως δεν θεωρώ πολυτέλεια τα δυο δορυφορικά μου πιάτα, τις τρεις τηλεοράσεις μου, τους έξι υπολογιστές μου, τα τρία tablet μου, το σκάνερ, το πρίντερ και το λέιζερ πολυμηχάνημά μου, ούτε τους σκληρούς μου δίσκους, χωρητικότητας πάνω από 40 γίγα. Μου προσφέρουν μια αυτάρκεια, και προ παντός αποτελούν τα οχήματα για τα πνευματικά μου ταξίδια, καθώς και μια φοβερή κεντρομόλο δύναμη που με καθηλώνει στο σπίτι μου για να διαβάζω, να γράφω και να βλέπω ταινίες, κυρίως ιρανικές, για όσους με παρακολουθούν.  
«Οι αρχαίοι φιλόσοφοι, Κινέζοι, Ινδοί, Πέρσες και Έλληνες, ήσαν άνθρωποι που έζησαν πιο φτωχικά από όλους εξωτερικά και όμως ήσαν πάμπλουτοι στην ψυχή και στο πνεύμα» (σελ. 20).
Κι εγώ φτωχικά ζω, όμως μη μου πείτε να στερηθώ τα παραπάνω.
«Έχουμε σήμερα καθηγητές φιλοσοφίας και δεν έχουμε φιλόσοφους» (σελ. 20).
Δηλαδή τότε. Ή μήπως και σήμερα;
Το παρακάτω πολύ μου άρεσε.
«Πριν από λίγο καιρό, ένας περιπλανώμενος Ινδιάνος πήγε να πουλήσει καλάθια στο σπίτι ενός πασίγνωστου δικηγόρου στη γειτονιά μου. –Θέλετε ν’ αγοράσετε καλάθια; Ρώτησε. –Όχι, δεν τα χρειαζόμαστε, του απάντησε. –Τι, φώναξε ο Ινδιάνος, θέλετε να πεθάνουμε από την πείνα;».
«Ποτέ δεν έπαψα να εκτιμώ άνθρωπο γιατί φορούσε μπαλωμένο ρούχο» (σελ. 26).
Αλήθεια, φοράει σήμερα κανείς μπαλωμένα ρούχα;
Πρέπει να φόρεσα κι εγώ μπαλωμένα ρούχα όταν ήμουν μικρός, και αν δεν το θυμάμαι σήμερα είναι γιατί το θεωρούσα τότε εντελώς φυσιολογικό. Πρέπει να φόρεσα κοντό παντελονάκι όπως όλα τα παιδιά τότε (μακριά παντελόνια φόρεσα στα δεκατέσσερά μου), μπαλωμένο στα πισινά, που πάντα φθείρονταν μέχρι που σκίζονταν τελικά, καθώς με τα παιχνίδια μας σερνόμασταν όλη μέρα στα χώματα. Θυμάμαι και πώς λέγονταν αυτά τα μπαλώματα: καβάλοι.
Και για τη μόδα:
«Δεν προσκυνούμε ούτε τις Χάριτες ούτε τις Μοίρες, παρά τη Μόδα. Αυτή γνέθει, αυτή υφαίνει, κι αυτή κόβει. Η πρώτη μαϊμού στο Παρίσι βάζει ένα σκούφο στο κεφάλι της και όλες οι μαϊμούδες της Αμερικής βιάζονται να κάνουνε το ίδιο» (σελ. 29).
Και πιο κάτω:
«…γιατί ο σκοπός δεν είναι να ντυθεί ζεστά και απλά η ανθρωπότητα παρά να πλουτίσουν οι βιομηχανικές εταιρείες» (σελ. 31).
Παρακάτω αντικρούει τον Μαρξ:
«…το κόστος ενός πράγματος είναι η ποσότητα αυτού που ονομάζω ζωή και που απαιτείται για αντάλλαγμα, είτε αμέσως είτε σιγά σιγά» (σελ. 35).
Όχι η ενσωματωμένη εργασία.  
Κάπου αλλού το λέει, ζωή είναι ο ελεύθερος χρόνος που έχουμε για να «ζούμε». Και, θυμάμαι τώρα ξαναδιαβάζοντας το παραπάνω, αυτό που μας έλεγε συχνά ο Ιάσων Ευαγγέλου στο φιλολογικό του καφενείο, τις πέμπτες: όταν πάρεις σύνταξη αρχίζεις και ζεις. Εννοούσε ότι τότε έχεις άφθονο ελεύθερο χρόνο.
Παρακάτω αναρωτιέται:
«Μα πόσον καιρό ακόμα θα προσπαθούμε να αποχτούμε περισσότερα, αντί να προσπαθούμε να βολευόμαστε με λιγότερα;» (σελ. 39).
«Η μόνη θεραπεία, τόσο για το έθνος μας όσο και για τα νοικοκυριά μας, είναι να ζήσουμε με αυστηρή οικονομία, πιο λιτά κι’ από τους Σπαρτιάτες με σκοπούς πιο υψηλούς» (σελ. 85).
Να μια συνταγή για την εποχή της κρίσης.
«Στα μάτια ενός φιλόσοφου όλα τα νέα, όπως τα λέμε, είναι απλό κουτσομπολιό» (σελ. 87).
Σεμνύνομαι ότι είμαι τέτοιος, και γι’ αυτό δεν βλέπω ειδήσεις.
«…νομίζουνε πως η πείρα, δηλαδή η αποτυχία…» (σελ. 89).
Καίριος ορισμός.
«Εκείνοι που δεν έμαθαν να διαβάζουνε τους κλασικούς συγγραφείς στο πρωτότυπο γνωρίζουνε πολύ λίγο την ιστορία της ανθρωπότητας» (σελ. 98).
Δεν θα το έλεγα, αλλά το να τους διαβάζεις στο πρωτότυπο, όπως εγώ, είναι μαγεία.
«Βρίσκω πολύ υγιεινό το να είμαι μόνος τον πιο πολύ καιρό. Το να είναι κανείς με συντροφιά, ακόμα και με την καλύτερη, είναι λίγο κουραστικό. Δεν βρήκα ποτέ σύντροφο που να κρατάει τόσο καλή συντροφιά όσο η μοναξιά. Καμιά φορά είμαστε περισσότερο μόνοι ανάμεσα στους ανθρώπους παρά όταν μένουμε στο δωμάτιό μας. Ένας άνθρωπος που σκέπτεται ή που εργάζεται είναι πάντα μόνος, όπου κι αν βρίσκεται» (σελ. 129).
Ου παντός πλειν ες Κόρινθον. Είμαστε λίγοι οι «ανδρείοι της μοναξιάς».
Τον τσάκωσα στο λάθος: «Όχι πως ήθελα να φάω φασόλια, γιατί σχετικά με τα φασόλια, είτε σούπα είτε πουρέ γίνονται, είμαι οπαδός του Πυθαγόρα και γι’ αυτό τα άλλαζα με ρύζι» (σελ. 151).
Ο Πυθαγόρας είπε «Απέχεσθε κυάμων», όχι απέχεσθε φασολίων.
«Μια φορά, κάθισε και ένα σπουργίτι στον ώμο μου καθώς σκάλιζα έναν κήπο του χωριού και αισθάνθηκα τόση τιμή, που δεν τολμώ να τη συγκρίνω με κανενός είδους επωμίδες» (σελ. 231).
Τι ωραίο!!!!!
«Όσο οι άνθρωποι πιστεύουνε στο άπειρο, θα πιστεύουνε πως υπάρχουνε λίμνες χωρίς βυθό» (σελ. 239).
Τέτοιοι είναι οι αγιανικολιώτες, που τη λίμνη τους (στην πραγματικότητα συνδέεται με τη θάλασσα) τη λένε «ξεπατωμένη λίμνη».
Το παρακάτω το είχατε σκεφτεί;
«Η ημέρα είναι σε μικρογραφία ολόκληρος ο χρόνος. Η νύχτα είναι ο χειμώνας, το πρωί και το βράδυ είναι η άνοιξη και το φθινόπωρο, και το μεσημέρι είναι το καλοκαίρι» (σελ. 251).
«Πρέπει να πάει κανείς να κρεμαστεί γιατί ανήκει στη φυλή των πυγμαίων, αντί να προσπαθήσει να είναι όσο πιο μεγάλος πυγμαίος μπορεί;» (σελ. 267).
Μου θύμισε το «Πρώτο σκαλί» του Καβάφη.
Και να μην ξεχάσω τον ιδεοψυχαναγκασμό μου, να παραθέτω τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους που συναντώ· που διευρύνθηκε με την παράθεση και άλλων μέτρων.

Μ’ ένα παλιό μονόξυλο που είχε βρει στην όχθη (σελ. 173)
Η φύση ανθίζει πλούσια εκεί που είναι μόνη (σελ. 178)
Το μεσημέρι ας με βρει κοντά σε άλλες λίμνες (σελ. 185)
Είχε λιώσει στα ξύλα μου και στην πλαγιά του λόφου (σελ. 231)
Και το κουνάβι σέρνεται με την κοιλιά στο χώμα (σελ. 260)
Και δυο αμφίβραχεις:
Με πλοία γεμάτα τροφές στην ανάγκη (σελ. 263) και
Το πνεύμα που δίνει ζωή στον πηλό τους (σελ. 263)

Post a Comment