Book review, movie criticism

Saturday, March 12, 2016

Dusan Kovacevic, Profesionalac



Dusan Kovacevic, Profesionalac (2003)

  Έχουμε ήδη δει τον «Βαλκάνιο σπιούνο» του Ντουσάν Κοβάτσεβιτς, σειρά έχει σήμερα «Ο επαγγελματίας».
  Για τι είδους επαγγελματία πρόκειται;
  Για μυστικό αστυνομικό.
  Ο Λούκα, διευθυντής ενός μεγάλου εκδοτικού οίκου, δέχεται μια περίεργη επίσκεψη. Ο άνθρωπος που τον επισκέπτεται τον ξέρει πολύ καλά, ενώ ο ίδιος δεν τον ξέρει καθόλου. Αργότερα βέβαια του λύνεται η απορία: είναι μυστικός αστυνομικός, επιφορτισμένος, επί κομμουνιστικού καθεστώτος να τον παρακολουθεί. Του φέρνει τέσσερα βιβλία, δικά του. –Μα εγώ έχω γράψει μόνο δυο. Είναι ηχογραφημένες συνομιλίες και διάφορα άλλα κείμενα που έχει συγκεντρώσει ο επαγγελματίας σε τέσσερις θεματικούς τόμους. Ακόμη του φέρνει ένα σωρό δικά του μικροαντικείμενα που είχε μαζέψει κατά τη διάρκεια της παρακολούθησής του. Αύριο θα κάνει μια δύσκολη εγχείρηση και δεν ξέρει αν θα βγει ζωντανός. Είναι ήδη με τρία bypass.
  Το έργο μου θύμισε την ταινία του Florian Henckel von Donnersmarck, «Οι ζωές των άλλων», όπου και εκεί βλέπουμε ένα μυστικό αστυνομικό, της ανατολικογερμανικής Stasi, να παρακολουθεί ένα θεατρικό συγγραφέα. Από την κριτική αυτής της ταινίας επικολλώ την παρακάτω φράση:
  «Η σονάτα του καλού ανθρώπου είναι η απασιονάτα του Μπετόβεν. Κάπου μέσα στην ταινία αναρωτιέται κάποιος «Πώς μπορεί κανείς να ακούει την απασιονάτα του Μπετόβεν και να είναι κακός;».
  Και ο Λούκα, ακούγοντας τον επαγγελματία να μιλάει για Τσέχωφ, για Ντοστογιέφσκι, για λογοτεχνία, τον ρωτάει: -Μήπως δεν είσαι αστυνομικός; Αυτός που μιλάει για λογοτεχνία δεν μπορεί να γίνει αστυνομικός. –Να το θεωρήσω αυτό ως κομπλιμέντο; Ήταν η απάντησή του.
  Φαντάζομαι ότι στις σχολές αστυνομικών θα τους διδάσκουν, μετά από τόσα χρόνια, και λογοτεχνία. Άσε που έχουν διδαχθεί αρκετή στο λύκειο. Δεν είναι όπως τα χρόνια της χούντας που κάποιος αστυνομικός, μετά από έρευνα σε σπίτι αριστερού, γράφει στην αναφορά του ότι ευρέθησαν βιβλία των Μαρξ, Έγκελς, Λένιν… καθώς και Σολωμού τινός. Αυτόν θα έπρεπε να τον απολύσουν από το Σώμα αφού δεν ήξερε, όχι ότι ο Σολωμός είναι ένας κορυφαίος ποιητής –κατά τον φίλο μου τον Πρατικάκη ο κορυφαίος – αλλά ο ποιητής που έγραψε τον εθνικό μας ύμνο.  
  Ο Λούκα όμως δεν είχε τα ίδια αισθήματα απέναντι στο άτομο που παρακολουθούσε με εκείνα που είχε ο ανατολικογερμανός συνάδελφός του. Κάποτε τον κτύπησε με το αυτοκίνητο με αποτέλεσμα να του προκαλέσει συντριπτικό κάταγμα στο πόδι. Χρειάστηκε να γίνουν τρεις εγχειρήσεις, χωρίς να επιτευχθεί πλήρης αποκατάσταση. Ο Λούκα φουντώνει από οργή όταν μαθαίνει ότι αυτός είναι που τον κτύπησε.
  -Γιατί παραπονιέσαι; Του λέει. Χάρη στο σπασμένο αυτό πόδι δεν έγινες αυτό που έγινες;
  Τι έγινε; Απολυμένος από το πανεπιστήμιο από τους κομμουνιστές όπου δίδασκε λογοτεχνία, έγινε διευθυντής του μεγάλου αυτού εκδοτικού οίκου με το νέο καθεστώς. Έχει δεκάδες άτομα προσωπικό, που εκείνη τη στιγμή βρίσκονται στο δρόμο περιμένοντας μια συνάντηση μαζί του, έτοιμοι να απεργήσουν, προσπαθώντας να αποτρέψουν την πώλησή του σε ιδιώτες. Στο τέλος του έργου ο επαγγελματίας θα τον πληροφορήσει ότι ο υποκινητής της απεργίας είναι προβοκάτορας, παλιός συνάδελφός του, και εκτελεί εντολές.     
  Όμως μια φορά του έσωσε τη ζωή. Γιατί; Του το είχε ζητήσει η κόρη του που ήταν φιλενάδα του. Όταν βέβαια έμαθε για αυτή τη σχέση καράφλιασε, αλλά τι να κάνει, todo sobre mi hija.
  Και θυμήθηκα το ίδιο μοτίβο στην ταινία «Kordon» του άλλου μεγάλου γιουγκοσλάβου σκηνοθέτη, του Γκόραν Μάρκοβιτς, με την κοπέλα να παρακαλεί τον αστυνομικό πατέρα της να προστατεύσει τον διαδηλωτή φίλο της. Μόνο που αυτή δεν πρόλαβε, τον είχε ήδη σαπίσει στο ξύλο.
  Στην ταινία υπάρχει και αρκετό ντοκιμαντερίστικο υλικό από την πρόσφατη ιστορία της Γιουγκοσλαβίας, για την μετεγκατάσταση των σέρβων της Κροατίας στο Κόσοβο, κάτι που αγνοούσα, τους νατοϊκούς βομβαρδισμούς και τις διαδηλώσεις που αποτελούν το background του «Kordon».
  Νομίζω ξέχασα να το πω: η ταινία είναι μια απολαυστικότατη κωμωδία, όπως και ο «Βαλκάνιος σπιούνος».
  Έγραψα σε μια παλιά μου ανάρτηση, ενθουσιασμένος από την ταινία που μόλις είχα δει, ότι θα κάνω μια εβδομάδα γιουγκοσλαβικού κινηματογράφου. Το εννοούσα βέβαια μεταφορικά, θέλοντας να πω ότι κατά καιρούς θα γράφω για γιουγκοσλαβικές ταινίες.
  Και γιατί για γιουγκοσλαβικές και όχι ξεχωριστά για σέρβικες, κροάτικες, βόσνιες, κ.λπ.;
  Για δυο λόγους: πρώτον, γιατί πολλές ταινίες γυρίστηκαν πριν τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Δεύτερον, γιατί σαν σλάβικος λαός έχουν την ίδια χιουμοριστική φλέβα, τα ίδια χιουμοριστικά γονίδια, και ας τους χωρίζουν τρεις θρησκείες. Βέβαια εγώ σαν έλληνας, που έχω δηλώσει ότι είμαι άθεος χριστιανός ορθόδοξος (με συγκινεί η ηθική διδασκαλία του Ιησού, αλλά δεν αντέχω τις μεταφυσικές παρλαπίπες) πάντα θα δίνω μια μικρή προτίμηση στους ομόθρησκούς μας Σέρβους.
Post a Comment