Book review, movie criticism

Thursday, June 1, 2017

Bruno Dumont, Ma lute (Slack bay, Οικογένεια Βαν Πέτεγκεμ, 2016)

Bruno Dumont, Ma lute (Slack bay, Οικογένεια Βαν Πέτεγκεμ, 2016)

Από σήμερα στους κινηματογράφους. 
  Είναι η δεύτερη φορά που την πατάω έτσι. Η πρώτη ήταν με τον «Τόνι Έρντμαν». Διαβάζω στο IMDb ότι η ταινία είναι κωμωδία. Περιμένω να δω κωμωδία, και το μόνο που βλέπω είναι σαχλοαστεία, που σε βωβό κινηματογράφο θα ταίριαζαν περισσότερο. Μάλιστα ο χοντρός αστυνόμος που κάθε λίγο και λιγάκι κουτρουβαλιάζεται και τον σηκώνουν θύμιζε πολύ τον χοντρό, από το γνωστό δίδυμο. Στο τέλος είδαμε για λίγο και τον λιγνό, στο πρόσωπο ενός αστυνομικού τρομπετίστα.
  Όταν είδα το ματωμένο άκρο ενός ποδιού κατάλαβα ότι τελικά είχαμε να κάνουμε με θρίλερ, είδος που δεν μου αρέσει. Η οικογένεια ψαράδων που ζει στον κόλπο έχει επιδοθεί στην ανθρωποφαγία. Σκοτώνουν άτομα που τα περνούν απέναντι από ένα κολπίσκο. Κάποια στιγμή τους βλέπουμε να σκοτώνουν ένα δύστυχο ζευγάρι. Ο αστυνόμος είχε έλθει να διαλευκάνει μια εξαφάνιση. Μετά προστίθεται και μια δεύτερη. Το ζευγάρι θα είναι η τρίτη και η τέταρτη.
  Εκτός από τον αστείο αστυνόμο και τον αστυνομικό που τον συνοδεύει, που δεν φαίνεται να είναι καλύτερος, έχουμε και την οικογένεια Βαν Πέτεγκεμ, που ήλθε να παραθερίσει σε ένα παλιό αρχοντικό της. Αργότερα μαθαίνουμε για την ενδογαμία που υπάρχει στο εσωτερικό της.
  Και όχι μόνο. Η Raph τίνος είναι κόρη; Του θείου της ή του παππού της; Η μαμά Ζυλιέτ Μπινός δεν είναι σίγουρη. Αυτή η νοσηρότητα στις ενδοοικογενειακές σχέσεις μου θύμισε την ταινία… Άσε, ας μη πω καλύτερα.
  Και δεν είναι μόνο η νοσηρότητα των σχέσεων αυτών. Τα αρσενικά μέλη κινούνται σαν να είναι άτομα με ειδικές ανάγκες, σαν να έχουν πάθει εγκεφαλικό ή κάτι τέτοιο, σίγουρα αποτέλεσμα της ενδογαμίας. Όσο για την κουβέντα τους, επιτηδευμένη και ανόητη.
  Κάπου προς το τέλος βλέπουμε μια μετεώριση (levitation). Η Ζυλιέτ Μπινός νομίζω, σηκώνεται ψηλά από ένα βράχο, στη βάση του οποίου είναι ένα μίνι εκκλησάκι της Παναγίας. Πιο πριν είχαν κάνει μια λιτανεία. Ο λόγος; Σώθηκε η Ραφ με τον νεαρό της ψαράδικης οικογένειας, που είχαν απομακρυνθεί στην τρικυμισμένη θάλασσα με μια βάρκα. Έχουν ερωτευτεί ο ένας τον άλλο. Ο έρωτας αυτός θα σώσει την οικογένεια, όχι όμως πριν συμβούν κάποια δραματικά περιστατικά.
  Μόλις στο τέλος η ταινία μου θύμισε πραγματική κωμωδία. Ο αστυνόμος, που όταν αγχώνεται φουσκώνει, σηκώνεται σαν μπάλα στον αέρα. Τον δένουν με ένα σκοινί και τον μεταφέρουν στο αρχοντικό, όπου στην αυλή του δίνεται μια δεξίωση. Όμως το σκοινί θα ξεφύγει από το χέρι εκείνου που τον κρατάει και ο χοντρός θα πετάξει σαν μπαλόνι στον ουρανό. Θα τον κυνηγήσουν προσπαθώντας να πιάσουν το σκοινί.
  Το φανταστικό στις δυο αυτές περιπτώσεις, στην μετεώριση και στο φούσκωμα του αστυνόμου που πετάει σαν μπαλόνι, λειτουργεί αποστασιοποιητικά σε μια ταινία που ο δημιουργός της ήθελε να τη βαφτίσει κωμωδία και όχι θρίλερ· τελικά όλη αυτή η ιστορία ήταν ένα παραμύθι, χωρίς καμιά σχέση με την πραγματικότητα.
  Καμιά σχέση; Θυμήθηκα την ανθρωποφαγία στη Ρωσία για την οποία γράφει ο Καζαντζάκης στο «Τόντα Ράμπα» και για την οποία μάθαμε και από το ντοκιμαντέρ του Φώτου Λαμπρινού «Η μεγάλη ουτοπία».

  Τέλος καλό όλα καλά λέει ο λαός, εμένα όμως, παρά το τέλος της, η ταινία δεν μου άρεσε. Αλλά, να το πω άλλη μια φορά, γούστα είναι αυτά, σε σας μπορεί να αρέσει, όπως άρεσε και στην πλειοψηφία της επιτροπής που της έδωσε την υποψηφιότητα για τον Χρυσό Φοίνικα.   
Post a Comment