Ιωάννα Παπαβασιλείου – Χαραλαμπάκη, Λογοτεχνία, Γλώσσα και Εκπαίδευση
Πατάκης, 2006
Ιεράπετρα 21, Πέμπτη 19 Απριλίου 2007, Κ.Ε, Ιούνης 2007 και Φιλολογική, τ. 104, Ιούλ-Σεπτ. 2008
Η Ιωάννα Παπαβασιλείου – Χαραλαμπάκη, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών και σχολική σύμβουλος φιλολόγων, συγκέντρωσε σε ένα καλαίσθητο τόμο μελέτες και εισηγήσεις της σε συνέδρια με τίτλο «Λογοτεχνία, Γλώσσα και Εκπαίδευση», δεκατέσσερις τον αριθμό. Απευθυνόμενες κυρίως στον μάχιμο εκπαιδευτικό, έχουν ενδιαφέρον και για ένα ευρύτερο κοινό.
Η πρώτη μελέτη έχει τίτλο «Για μια αποτελεσματική διδασκαλία του λεξιλογίου. Το παιχνίδι με τις λέξεις». Σε αυτό το εκτενές κείμενο η Ιωάννα Παπαβασιλείου, αφού τοποθετήσει θεωρητικά το ζήτημα της λέξης παραθέτοντας σχετικές γλωσσολογικές θεωρίες, προχωρεί στις δικές της προτάσεις διδασκαλίας οι οποίες είναι άκρως ενδιαφέρουσες. Με δεδομένη τη λεξιπενία των σημερινών νέων, μια συστηματική διδασκαλία του λεξιλογίου κρίνεται άκρως απαραίτητη, και η μελέτη αυτή της Χαραλαμπάκη είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για τον εκπαιδευτικό.
Η όγδοη μελέτη της επίσης αφορά τη διδακτική, όχι της γλώσσας αυτή τη φορά αλλά της λογοτεχνίας.
Ένα από τα ζητούμενα της σύγχρονης παιδαγωγικής είναι η ανάπτυξη της κριτικής σκέψης των μαθητών. Παραπέμποντας σε σχετικές ιστοσελίδες, θα επιλέξει τον πιο σύντομο και περιεκτικό ορισμό της κριτικής σκέψης: «Αξιολόγησης της πληροφορίας για τη διαμόρφωση γνώμης και την ανάληψη δράσης». Προσωπικά θα τον έκανα ακόμη πιο σύντομο, παραλείποντας το «την ανάληψη δράσης». Στη συνέχεια αφού παραθέσει ένα μακρύ κατάλογο με παράγοντες που σχετίζονται με την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης προχωρεί στη «συνηγορία λογοτεχνίας» για την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης παραθέτοντας στο τέλος μια ενδεικτική διδακτική εφαρμογή στο ποίημα «Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ.» του Μανώλη Αναγνωστάκη.
Η δεύτερη μελέτη, εισήγηση σε συνέδριο, είναι ιδιαίτερα πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα. Έχει τίτλο «Η ποίηση στο διαδίκτυο». Πρωτοποριακή για την εποχή της (2001), θα αποτελεί σημείο αναφοράς για κάθε μελλοντική μελέτη σε σχέση με τη λογοτεχνία στο διαδίκτυο, όπου οι εξελίξεις είναι ραγδαίες, δημιουργώντας την μεταγουτεμβέργια εποχή.
Το ίδιο ενδιαφέρουσα, με ένα εντελώς πρωτότυπο θέμα, είναι και η μελέτη «Το διαζύγιο ως θεματικό μοτίβο στο σύγχρονο νεανικό μυθιστόρημα. Συγκριτικές αναλύσεις». Μελετάει τρία νεανικά μυθιστορήματα, της Νένας Κοκκινάκη, της Τούλας Τίγκα και της Σοφίας Ζαραμπούκα, και εστιάζεται κυρίως στη στάση των παιδιών απέναντι στο διαζύγιο των γονιών τους στα έργα αυτά.
Η τρίτη και η τέταρτη μελέτη αναφέρονται στους εθνικούς μας ποιητές, τον Διονύσιο Σολωμό και τον Κωστή Παλαμά. Παρόλο που είναι σύντομες και συνιστούν μια γενική παρουσίαση, εμπεριέχουν καίριες και πρωτότυπες παρατηρήσεις για το έργο, την απήχηση και την προσωπικότητα των δυο μεγάλων μας ποιητών.
Η ερμηνευτική-κοινωνιολογική προσέγγιση στην «Τιμή και το χρήμα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη», η επόμενη μελέτη της, διακρίνεται επίσης για την ευστοχία των παρατηρήσεων. Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης χαρακτηρίζεται ως ένας από τους πρώτους φεμινιστές.
Στο φεμινιστικό ζήτημα θα επιστρέψει και στην τελευταία μελέτη της, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Γυναίκα και μέσα μαζικής επικοινωνίας», και με τον πιο χαρακτηριστικό υπότιτλο, που προσδιορίζει ακριβέστερα τη θεματική αλλά και τη στάση της συγγραφέως απέναντι στο γυναικείο ζήτημα, «Τα φανερά και λανθάνοντα αίτια που διαιωνίζουν την ανισότητα σε βάρος της γυναίκας», δίνει μια πιο ευρύτερη προοπτική στη μελέτη της.
Η Ιωάννα Παπαβασιλείου – Χαραλαμπάκη, από την Κρήτη όπως και ο υπογράφων, δεν μπορεί να αγνοήσει τον δεύτερο μεγάλο κρητικό συγγραφέα μετά τον Καζαντζάκη, τον Παντελή Πρεβελάκη, και σε σχετική μελέτη κάνει μια γενική αποτίμηση του έργου του. Πέρα από τα πληροφοριακά στοιχεία που παραθέτει για την απήχηση που είχε, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, προσφέρει και ανέκδοτες πληροφορίες, όπως η παρακάτω, χαρακτηριστικές για το ήθος του. Σύζυγος του καθηγητή γλωσσολογίας Χριστόφορου Χαραλαμπάκη παραθέτει επί λέξει όσα εκμυστηρεύτηκε ο Πρεβελάκης στον άντρα της σε σχέση με την υποψηφιότητα του Γιάννη Ρίτσου για την Ακαδημία. «Θα ήμουν ο φυσικός κριτής της υποψηφιότητας του Ρίτσου. Θα τον πρότεινα για ακαδημαϊκό γιατί το αξίζει. Θα σηκωθεί όμως ο … ή ο… και θα μου πουν πως έβγαλε επικήδειο στον Βελουχιώτη ή λόγο στον Λένιν και δεν θα τον κάνουν».
Ενδιαφέρουσα είναι η μελέτη «Μια ιδιάζουσα αφηγηματική τεχνική στο έργο του Ηλία Βενέζη. Περιήγηση στην Αγγλία», καθώς το οδοιπορικό αυτό του Βενέζη είναι ιδιαίτερα πρωτότυπο. Το να περιοδεύεις την Αγγλία και το κάθε τι να σου ανακαλεί την Ελλάδα, αποτελεί μια πρωτοτυπία στην ταξιδιωτική πεζογραφία. Η Παπαβασιλείου ευσυνείδητα παραθέτει τις σχετικές αναφορές.
Το να μελετήσεις το έργο ενός ελάσσονος ποιητή είναι πάντα μια πρόκληση. Την πρόκληση αυτή απεδέχθη η Χαραλαμπάκη μελετώντας τα «Τσιριγώτικα» του Πάνου Φύλλη. Είναι γνωστό εξάλλου ότι πολλοί ελάσσονες δεν κατέλαβαν μια θέση στον κανόνα λόγω του ότι έγραφαν στην περιφέρεια, μακριά από το κέντρο με τους μηχανισμούς διαφήμισης και προώθησης. Οι στίχοι του Φύλλη που παραθέτει η Χαραλαμπάκη είναι αληθινά διαμάντια.
Το να κάνεις ένα επιτυχημένο θεατρικό έργο από ένα αριστουργηματικό διήγημα δεν είναι δύσκολο. Το έκανε ο Γεράσιμος Σταύρου με το «Καληνύχτα Μαργαρίτα», διασκευάζοντας το διήγημα «Μαργαρίτα Περδικάρη» του Δημήτρη Χατζή. Το να κάνεις όμως ένα επιτυχημένο θεατρικό έργο από ένα μυθιστόρημα που δεν είναι αριστούργημα, αυτό είναι δύσκολο. Το κατάφερε ο Ιάκωβος Καμπανέλης διασκευάζοντας το «Παραμύθι χωρίς όνομα» της Πηνελόπης Δέλτα. Και αυτό που κατάφερε ακόμη περισσότερο είναι να προβάλλει «Λαϊκά στοιχεία σε ένα ‘αντιλαϊκό’ παραμύθι». Αυτά τα λαϊκά στοιχεία ανιχνεύει με οξυδέρκεια η Ιωάννα Χαραλαμπάκη στη μελέτη της με τον παραπάνω τίτλο.
«Το θέατρο σκιών μέσα από τις πολυπρισματικές προσεγγίσεις κορυφαίων καραγκιοζοπαιχτών» αποτελεί μια από τις πιο ενδιαφέρουσες μελέτες αυτού του τόμου. Είναι σπαρταριστά τα επεισόδια που παραθέτει από την ψευδαίσθηση της πραγματικότητας του λαϊκού ακροατηρίου. Εστιάζει όμως κυρίως στην κοινωνική θέση του καραγκιοζοπαίχτη, δηλαδή της πλειοψηφίας τους, γιατί υπήρχαν και εξαιρέσεις. Αγράμματοι, στο κοινωνικό περιθώριο, περιφέρονταν μεταξύ παρανομίας, παιδεραστίας και επαιτείας.
Ο διδακτισμός ήταν πάντα η κατάρα της παιδικής λογοτεχνίας όταν γίνεται άκομψα, θυσιάζοντας την λογοτεχνικότητα σε ένα ηθικοπλαστικό μήνυμα που δίνεται κηρυγματικά. Υπάρχουν όμως και εξαιρέσεις, όπου έργα υψηλής λογοτεχνικότητας εμπεριέχουν θετικά μηνύματα. Η Ιωάννα Παπαβασιλείου – Χαραλαμπάκη ανιχνεύει τα «Κοινωνικά και οικολογικά μηνύματα στην παιδική ποίηση της πρώτης εικοσαετίας του 20ου αιώνα», στην ομώνυμη μελέτη της, κάνοντας μια ευσυνείδητη καταγραφή τους.
Θεματικό εύρος αλλά προπαντός βάθος ανάλυσης και οξυδέρκεια στην παρατήρηση χαρακτηρίζουν τις μελέτες αυτές της Ιωάννας Παπαβασιλείου – Χαραλαμπάκη, αναδεικνύοντάς την ως μία από τις πιο αξιόλογες ερευνήτριες στον τομέα της Λογοτεχνίας. Διαυγέστατα στη γλώσσα, σαφέστατα στη διατύπωση, ενδιαφέρουν όχι μόνο τον εκπαιδευτικό αλλά και κάθε σκεπτόμενο άτομο.
Book review, movie criticism
Thursday, October 7, 2010
Wednesday, October 6, 2010
Πέτρος Τατσόπουλος, Η καλοσύνη των ξένων
Πέτρος Τατσόπουλος, Η καλοσύνη των ξένων, Μεταίχμιο 2006 σελ.303
Κ.Ε. Φλεβάρης 2007, και σε συνεπτυγμένη εκδοχή από τον φίλτατο το Μάκη, Ομπρέλα, Ιούνιος-Αύγουστος 2007
Με γλαφυρό τρόπο, αλλά και με αυτοσαρκασμό, ο Πέτρος Τατσόπουλος εκθέτει την πραγματική ιστορία της υιοθεσίας του.
«Μια αληθινή ιστορία» είναι ο υπότιτλος του νέου βιβλίου του Πέτρου Τατσόπουλου (γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το 1959) που φέρει τον τίτλο «Η καλοσύνη των ξένων». Στα δεκαεννιά του, με το πρώτο του βιβλίο «Ανήλικοι» και λίγο αργότερα με το «Παυσίπονο» έδειξε στο ευρύ κοινό ότι ένας συγγραφέας γεννιέται, και για μένα άρθρωσε εμπειρίες που περνούσα τότε έντονα στο αριστερό γκρουπούσκουλο στο οποίο ανήκα, και από το οποίο πέρασε και ο ίδιος. Εγώ πτυχιούχος πια, έχοντας τελειώσει το στρατιωτικό μου, αυτός ακόμη μαθητής. Το διήγημά του που βραβεύτηκε σε διαγωνισμό που διοργάνωσε η οργάνωσή μας και που δημοσιεύτηκε στο μαθητικό περιοδικό «Μόρφωση Τέχνη Ζωή» πρέπει να βρίσκεται κάπου στα χαρτιά μου. Γράφει και γι αυτό στο βιβλίο του, μια αυτοβιογραφία εστιασμένη στην υιοθεσία του.
Το βιβλίο αυτό διαθέτει σε αφάνταστο βαθμό την αρετή που είχαν τα δυο πρώτα του έργα, και που λιγόστεψε στα τρία επόμενα που διάβασα, το χιούμορ. Και εδώ δεν πρόκειται για οποιοδήποτε χιούμορ, αλλά το αυτοσαρκαστικό χιούμορ. Διάβασα κάπου ότι τα άτομα που μπορούν και αυτοσαρκάζονται δεν κινδυνεύουν ποτέ να γίνουν ψυχωσικοί. Με παρηγόρησε, γιατί κι εγώ έχω αυτοσαρκαστεί σε κάποια μου κείμενα. Νευρωσικοί όμως;
Αυτό είναι άλλη κουβέντα, ας συνεχίσουμε με τον Τατσόπουλο.
Τη Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 1969 ο Πέτρος Βασσάλος, βάσει αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γίνεται Πέτρος Τατσόπουλος. Πριν μας το πει, μας λέει ένα σωρό γεγονότα που κατέγραψε ο τύπος της εποχής. Η είδηση για την υιοθεσία του, μας λέγει τελειώνοντας το κεφάλαιο, «δεν προλαβαίνει να βρει το δρόμο προς τα πιεστήρια».
Και μια και τον παινέσαμε, ας κάνουμε μια διόρθωση. Στη δεύτερη κιόλας πρόταση του βιβλίου γράφει: «Ο αντιπρόεδρος του Νοτίου Βιετνάμ στρατηγός Κυ ανακοινώνει...». Δεν ήταν στρατηγός, ήταν πτέραρχος. Όταν ο δεκάχρονος Πετράκης ήταν στην τετάρτη δημοτικού, ο δεκαεννιάχρονος Χάρης (τότε) Δερμιτζάκης ήταν δευτεροετής στο Τμήμα Αγγλικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, πρόωρα πολιτικοποιημένος, συνδρομητής του TIME, και εφημεριδοφάγος. Δεν έχανε είδηση για το Βιετνάμ. Το «Φονιάδες των λαών, αμερικάνοι», το έλεγε ήδη τότε, αλλά από μέσα του.
Συνεχίζουμε, στη σελίδα 86. «Με κολάκευε η καταγωγή από ένα μέρος με τόσο βαριά ιστορία...». Το παραθέτω για να προσθέσω: Και μένα.
Άλλη διόρθωση: στη σελίδα 142 γράφει ότι διάδοχος του Περικλή Αθανασόπουλου στη διεύθυνση του περιοδικού Διαβάζω ήταν ο Ηρακλής Παπαλέξης. Ήταν ο Γιώργος Γαλάντης, εκδότης και διευθυντής ταυτόχρονα. Ο Παπαλέξης ήταν αρχισυντάκτης. Νομίζω από τότε που το Διαβάζω άρχισε να δίνει βραβεία ο Γιώργος Γαλάντης περιορίστηκε στη θέση του εκδότη.
Άλλη διόρθωση, στο κεφάλαιο «Το αίμα είναι μια μπούρδα» (μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις, θα πρέπει να προσθέσω). Μιλώντας για το Λεωφορείον ο Πόθος του Τένεσι Ουίλλιαμς ο Τατσόπουλος γράφει για την Μπλανς ντι Μπουά. Λάθος: Μπλανς Dubois. Το γράφω αυτό για το λογοπαίγνιο. Μόνο από ξύλο δεν ήταν αυτή η ευαίσθητη, ψυχωτική γυναίκα. (du bois στα γαλλικά σημαίνει «από το ξύλο»).
Συνεχίζουμε με τις διορθώσεις.
Γράφω σε βιβλιοκριτική μου για την ποιητική συλλογή του Σταμάτη Πολενάκη, Τα γαλάζια άλογα του Φραντς Μαρκ, (Οδός Πανός 2006). «... ο Σταμάτης διακονεύει επαξίως την ποίηση...». Τη βλέπει (ευτυχώς πριν δημοσιευθεί) ο Κώστας Μαυρουδής και με διορθώνει: - Τι, διακονιάρης είναι ο Σταμάτης; Το ρήμα είναι διακονώ. «Βρε να πάρει, σκέφτομαι, έχει δίκιο». Καλού κακού το επιβεβαιώνω στο λεξικό. Γράφει λοιπόν και ο Τατσόπουλος «Κανένα φιλαράκι μου, όσο και να διακόνευε το μαύρο χιούμορ...» (σελ. 161). Θα έπρεπε να γράψει «διεκόνει» ή «διακονούσε». Ο Τατσόπουλος, ως κοινωνικός λειτουργός, δικαιολογείται, όχι όμως και ο επιμελητής των εκδόσεων, που μάλλον κάποιος φιλόλογος ή καμιά φιλολογίνα θα είναι. Ούτε βέβαια κι εγώ, αλλά εγώ, χάρη στον Κώστα, το πρόλαβα. Τώρα το Μεταίχμιο πρέπει να προλάβει τις ανατυπώσεις.
Παρεμπιπτόντως, και ο Τατσόπουλος διακονεί το μαύρο χιούμορ. Γράφει στη σελίδα 255: «Όπως αντιλαμβάνεσθε, με δικηγόρο σύζυγο, δεν σκέφτομαι καν το διαζύγιο, μόνο το έγκλημα».
Άλλο λάθος. Γράφει ο Τατσόπουλος για το σκεπτικό της διαγραφής του από το αριστερό γκρουπούσκουλο που διοργάνωσε τον διαγωνισμό διηγήματος που του χάρισε την πρώτη λογοτεχνική του δάφνη. «Γιατί ο σύντροφος Πέτρος πρότεινε στη συντρόφισσα Καίτη να πάνε μαζί εκδρομή στην Πεντέλη, ενώ γνώριζε πολύ καλά ότι η συντρόφισσα Καίτη έχει ήδη δεσμό με τον σύντροφο Αντρέα;» (σελ. 177). Εκτός του ότι δεν προσφωνούμασταν σύντροφοι αλλά φίλοι, η Καίτη δεν τα είχε με τον Αντρέα αλλά με το Σύλλα. Αλλά καλό κουμάσι και του λόγου της, τον κάρφωσε κατ’ ευθείαν.
Ο Τατσόπουλος γράφει για την εξ αποστάσεως υιοθεσία. Υιοθετείς ένα τριτοκοσμικό παιδί, του στέλνεις χρήματα, κι εσύ παίρνεις φωτογραφίες και στοιχεία για την πρόοδό του. Μάλλον δεν θα είχε δει το έργο «Σχετικά με τον Σμιθ» με τον Τζακ Νίκολσον, αλλιώς θα το ανέφερε. Ο Νίκολσον, συνταξιούχος, βλέπει να μην τον υπολογίζουν πια στην εταιρία από όπου έφυγε στέλεχος, και μαθαίνει από κάτι γράμματα ότι η μακαρίτισσα γυναίκα του τον απατούσε με τον καλύτερό του φίλο. Το έργο τελειώνει με τον Νίκολσον να βλέπει με δάκρυα στα μάτια μια ζωγραφιά που του έστειλε ο «μαυρούκος» του, όπου είχε ζωγραφίσει και τους δυο τους.
Γράφει στη σελίδα 209, αρχίζοντας το 19ο κεφάλαιο με τίτλο: Τα χειρότερα ορφανά. «Σημειώστε το όνομα της Γιασμίν Γκατά. Διαισθάνομαι ότι θα το ακούσουμε κατ’ επανάληψη στο μέλλον. Γαλλιδούλα με τουρκικές και αλβανικές ρίζες, τριάντα ενός χρονών σήμερα...». Να βοηθήσουμε κι εμείς σ’ αυτό, να ακουστεί το όνομά της. Η ατάκα της είναι συγκινητική. «Τα χειρότερα ορφανά είναι εκείνα που έχουν ζωντανούς γονείς».
Θέλω να κλείσω αυτή τη βιβλιοπαρουσίαση με μια προσωπική εμπειρία, που δεν τη περνά καθένας στη ζωή σου. Φίλος μου με παρακαλεί να παραβρεθώ στη συνάντηση χωριανής του με το υιοθετημένο παιδί της. Το παιδί το είχε υιοθετήσει ένα ζευγάρι Σουηδών. Από τη γλώσσα των φυσικών γονιών του δεν ήξερε γρι. Και η πονήρω η φυσική του μάνα ήθελε να έχει ένα διερμηνέα δικό της στη συνάντηση, για να είναι σίγουρη ότι αυτά που θα λέει ή αυτά που θα ακούει μεταφράζονται επακριβώς από την κοινωνική λειτουργό.
Η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη, αλλά δεν έσκασε και κανένας κεραυνός. Αντάλλαξαν δώρα μητέρα και γιος – η μητέρα του έκανε δώρο ένα χρυσό σταυρουδάκι, θυμάμαι- και είπαν κάποια πράγματα για τη ζωή τους. Η μητέρα έκανε την πρόταση αν το παιδί θέλει, να εγκατασταθεί κάποια στιγμή στην Ελλάδα, κάπου κοντά της. Μυρίστηκε την κληρονομιά των θετών γονιών του; Λαχταρούσε το βλαστάρι της να βρίσκεται κοντά της;
Ρωτούσα τον παλιό φίλο, και σύντροφο στο ίδιο γκρουπούσκουλο που βρέθηκε και ο Πετράκης, κάθε φορά που τον έβλεπα - σπάνια, γιατί μένει στα Τρίκαλα - αν έγινε τίποτα μετά από αυτή συνάντηση. Φαίνεται δεν έγινε τίποτα. Ο γιος ήλθε, είδε και απήλθε. Η Αθήνα δεν του άρεσε καθόλου. Μου είπε χαρακτηριστικά ότι πριν πατήσεις το πόδι σου στο δρόμο από το πεζοδρόμιο πρέπει να κοιτάξεις προσεκτικά, μη σε παρασύρει κανένα αμάξι. Λες και πρόκειται για ποτάμι της Βραζιλίας και καραδοκούνε τα πιράνχας (πιράνιας επί το ορθότερον). Τέτοιο κυκλοφοριακό πανδαιμόνιο δεν υπάρχει στη Σουηδία. Κατά τα άλλα έχουν σοσιαλισμό κι εκεί.
Οι πιο συγκινητικές εμπειρίες είναι οι πιο σκληρές, και οι εμπειρίες του Τατσόπουλου, παρά το χιούμορ με το οποίο τις αφηγείται, είναι σκληρές και συγκινητικές ταυτόχρονα.
Κ.Ε. Φλεβάρης 2007, και σε συνεπτυγμένη εκδοχή από τον φίλτατο το Μάκη, Ομπρέλα, Ιούνιος-Αύγουστος 2007
Με γλαφυρό τρόπο, αλλά και με αυτοσαρκασμό, ο Πέτρος Τατσόπουλος εκθέτει την πραγματική ιστορία της υιοθεσίας του.
«Μια αληθινή ιστορία» είναι ο υπότιτλος του νέου βιβλίου του Πέτρου Τατσόπουλου (γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το 1959) που φέρει τον τίτλο «Η καλοσύνη των ξένων». Στα δεκαεννιά του, με το πρώτο του βιβλίο «Ανήλικοι» και λίγο αργότερα με το «Παυσίπονο» έδειξε στο ευρύ κοινό ότι ένας συγγραφέας γεννιέται, και για μένα άρθρωσε εμπειρίες που περνούσα τότε έντονα στο αριστερό γκρουπούσκουλο στο οποίο ανήκα, και από το οποίο πέρασε και ο ίδιος. Εγώ πτυχιούχος πια, έχοντας τελειώσει το στρατιωτικό μου, αυτός ακόμη μαθητής. Το διήγημά του που βραβεύτηκε σε διαγωνισμό που διοργάνωσε η οργάνωσή μας και που δημοσιεύτηκε στο μαθητικό περιοδικό «Μόρφωση Τέχνη Ζωή» πρέπει να βρίσκεται κάπου στα χαρτιά μου. Γράφει και γι αυτό στο βιβλίο του, μια αυτοβιογραφία εστιασμένη στην υιοθεσία του.
Το βιβλίο αυτό διαθέτει σε αφάνταστο βαθμό την αρετή που είχαν τα δυο πρώτα του έργα, και που λιγόστεψε στα τρία επόμενα που διάβασα, το χιούμορ. Και εδώ δεν πρόκειται για οποιοδήποτε χιούμορ, αλλά το αυτοσαρκαστικό χιούμορ. Διάβασα κάπου ότι τα άτομα που μπορούν και αυτοσαρκάζονται δεν κινδυνεύουν ποτέ να γίνουν ψυχωσικοί. Με παρηγόρησε, γιατί κι εγώ έχω αυτοσαρκαστεί σε κάποια μου κείμενα. Νευρωσικοί όμως;
Αυτό είναι άλλη κουβέντα, ας συνεχίσουμε με τον Τατσόπουλο.
Τη Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 1969 ο Πέτρος Βασσάλος, βάσει αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γίνεται Πέτρος Τατσόπουλος. Πριν μας το πει, μας λέει ένα σωρό γεγονότα που κατέγραψε ο τύπος της εποχής. Η είδηση για την υιοθεσία του, μας λέγει τελειώνοντας το κεφάλαιο, «δεν προλαβαίνει να βρει το δρόμο προς τα πιεστήρια».
Και μια και τον παινέσαμε, ας κάνουμε μια διόρθωση. Στη δεύτερη κιόλας πρόταση του βιβλίου γράφει: «Ο αντιπρόεδρος του Νοτίου Βιετνάμ στρατηγός Κυ ανακοινώνει...». Δεν ήταν στρατηγός, ήταν πτέραρχος. Όταν ο δεκάχρονος Πετράκης ήταν στην τετάρτη δημοτικού, ο δεκαεννιάχρονος Χάρης (τότε) Δερμιτζάκης ήταν δευτεροετής στο Τμήμα Αγγλικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, πρόωρα πολιτικοποιημένος, συνδρομητής του TIME, και εφημεριδοφάγος. Δεν έχανε είδηση για το Βιετνάμ. Το «Φονιάδες των λαών, αμερικάνοι», το έλεγε ήδη τότε, αλλά από μέσα του.
Συνεχίζουμε, στη σελίδα 86. «Με κολάκευε η καταγωγή από ένα μέρος με τόσο βαριά ιστορία...». Το παραθέτω για να προσθέσω: Και μένα.
Άλλη διόρθωση: στη σελίδα 142 γράφει ότι διάδοχος του Περικλή Αθανασόπουλου στη διεύθυνση του περιοδικού Διαβάζω ήταν ο Ηρακλής Παπαλέξης. Ήταν ο Γιώργος Γαλάντης, εκδότης και διευθυντής ταυτόχρονα. Ο Παπαλέξης ήταν αρχισυντάκτης. Νομίζω από τότε που το Διαβάζω άρχισε να δίνει βραβεία ο Γιώργος Γαλάντης περιορίστηκε στη θέση του εκδότη.
Άλλη διόρθωση, στο κεφάλαιο «Το αίμα είναι μια μπούρδα» (μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις, θα πρέπει να προσθέσω). Μιλώντας για το Λεωφορείον ο Πόθος του Τένεσι Ουίλλιαμς ο Τατσόπουλος γράφει για την Μπλανς ντι Μπουά. Λάθος: Μπλανς Dubois. Το γράφω αυτό για το λογοπαίγνιο. Μόνο από ξύλο δεν ήταν αυτή η ευαίσθητη, ψυχωτική γυναίκα. (du bois στα γαλλικά σημαίνει «από το ξύλο»).
Συνεχίζουμε με τις διορθώσεις.
Γράφω σε βιβλιοκριτική μου για την ποιητική συλλογή του Σταμάτη Πολενάκη, Τα γαλάζια άλογα του Φραντς Μαρκ, (Οδός Πανός 2006). «... ο Σταμάτης διακονεύει επαξίως την ποίηση...». Τη βλέπει (ευτυχώς πριν δημοσιευθεί) ο Κώστας Μαυρουδής και με διορθώνει: - Τι, διακονιάρης είναι ο Σταμάτης; Το ρήμα είναι διακονώ. «Βρε να πάρει, σκέφτομαι, έχει δίκιο». Καλού κακού το επιβεβαιώνω στο λεξικό. Γράφει λοιπόν και ο Τατσόπουλος «Κανένα φιλαράκι μου, όσο και να διακόνευε το μαύρο χιούμορ...» (σελ. 161). Θα έπρεπε να γράψει «διεκόνει» ή «διακονούσε». Ο Τατσόπουλος, ως κοινωνικός λειτουργός, δικαιολογείται, όχι όμως και ο επιμελητής των εκδόσεων, που μάλλον κάποιος φιλόλογος ή καμιά φιλολογίνα θα είναι. Ούτε βέβαια κι εγώ, αλλά εγώ, χάρη στον Κώστα, το πρόλαβα. Τώρα το Μεταίχμιο πρέπει να προλάβει τις ανατυπώσεις.
Παρεμπιπτόντως, και ο Τατσόπουλος διακονεί το μαύρο χιούμορ. Γράφει στη σελίδα 255: «Όπως αντιλαμβάνεσθε, με δικηγόρο σύζυγο, δεν σκέφτομαι καν το διαζύγιο, μόνο το έγκλημα».
Άλλο λάθος. Γράφει ο Τατσόπουλος για το σκεπτικό της διαγραφής του από το αριστερό γκρουπούσκουλο που διοργάνωσε τον διαγωνισμό διηγήματος που του χάρισε την πρώτη λογοτεχνική του δάφνη. «Γιατί ο σύντροφος Πέτρος πρότεινε στη συντρόφισσα Καίτη να πάνε μαζί εκδρομή στην Πεντέλη, ενώ γνώριζε πολύ καλά ότι η συντρόφισσα Καίτη έχει ήδη δεσμό με τον σύντροφο Αντρέα;» (σελ. 177). Εκτός του ότι δεν προσφωνούμασταν σύντροφοι αλλά φίλοι, η Καίτη δεν τα είχε με τον Αντρέα αλλά με το Σύλλα. Αλλά καλό κουμάσι και του λόγου της, τον κάρφωσε κατ’ ευθείαν.
Ο Τατσόπουλος γράφει για την εξ αποστάσεως υιοθεσία. Υιοθετείς ένα τριτοκοσμικό παιδί, του στέλνεις χρήματα, κι εσύ παίρνεις φωτογραφίες και στοιχεία για την πρόοδό του. Μάλλον δεν θα είχε δει το έργο «Σχετικά με τον Σμιθ» με τον Τζακ Νίκολσον, αλλιώς θα το ανέφερε. Ο Νίκολσον, συνταξιούχος, βλέπει να μην τον υπολογίζουν πια στην εταιρία από όπου έφυγε στέλεχος, και μαθαίνει από κάτι γράμματα ότι η μακαρίτισσα γυναίκα του τον απατούσε με τον καλύτερό του φίλο. Το έργο τελειώνει με τον Νίκολσον να βλέπει με δάκρυα στα μάτια μια ζωγραφιά που του έστειλε ο «μαυρούκος» του, όπου είχε ζωγραφίσει και τους δυο τους.
Γράφει στη σελίδα 209, αρχίζοντας το 19ο κεφάλαιο με τίτλο: Τα χειρότερα ορφανά. «Σημειώστε το όνομα της Γιασμίν Γκατά. Διαισθάνομαι ότι θα το ακούσουμε κατ’ επανάληψη στο μέλλον. Γαλλιδούλα με τουρκικές και αλβανικές ρίζες, τριάντα ενός χρονών σήμερα...». Να βοηθήσουμε κι εμείς σ’ αυτό, να ακουστεί το όνομά της. Η ατάκα της είναι συγκινητική. «Τα χειρότερα ορφανά είναι εκείνα που έχουν ζωντανούς γονείς».
Θέλω να κλείσω αυτή τη βιβλιοπαρουσίαση με μια προσωπική εμπειρία, που δεν τη περνά καθένας στη ζωή σου. Φίλος μου με παρακαλεί να παραβρεθώ στη συνάντηση χωριανής του με το υιοθετημένο παιδί της. Το παιδί το είχε υιοθετήσει ένα ζευγάρι Σουηδών. Από τη γλώσσα των φυσικών γονιών του δεν ήξερε γρι. Και η πονήρω η φυσική του μάνα ήθελε να έχει ένα διερμηνέα δικό της στη συνάντηση, για να είναι σίγουρη ότι αυτά που θα λέει ή αυτά που θα ακούει μεταφράζονται επακριβώς από την κοινωνική λειτουργό.
Η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη, αλλά δεν έσκασε και κανένας κεραυνός. Αντάλλαξαν δώρα μητέρα και γιος – η μητέρα του έκανε δώρο ένα χρυσό σταυρουδάκι, θυμάμαι- και είπαν κάποια πράγματα για τη ζωή τους. Η μητέρα έκανε την πρόταση αν το παιδί θέλει, να εγκατασταθεί κάποια στιγμή στην Ελλάδα, κάπου κοντά της. Μυρίστηκε την κληρονομιά των θετών γονιών του; Λαχταρούσε το βλαστάρι της να βρίσκεται κοντά της;
Ρωτούσα τον παλιό φίλο, και σύντροφο στο ίδιο γκρουπούσκουλο που βρέθηκε και ο Πετράκης, κάθε φορά που τον έβλεπα - σπάνια, γιατί μένει στα Τρίκαλα - αν έγινε τίποτα μετά από αυτή συνάντηση. Φαίνεται δεν έγινε τίποτα. Ο γιος ήλθε, είδε και απήλθε. Η Αθήνα δεν του άρεσε καθόλου. Μου είπε χαρακτηριστικά ότι πριν πατήσεις το πόδι σου στο δρόμο από το πεζοδρόμιο πρέπει να κοιτάξεις προσεκτικά, μη σε παρασύρει κανένα αμάξι. Λες και πρόκειται για ποτάμι της Βραζιλίας και καραδοκούνε τα πιράνχας (πιράνιας επί το ορθότερον). Τέτοιο κυκλοφοριακό πανδαιμόνιο δεν υπάρχει στη Σουηδία. Κατά τα άλλα έχουν σοσιαλισμό κι εκεί.
Οι πιο συγκινητικές εμπειρίες είναι οι πιο σκληρές, και οι εμπειρίες του Τατσόπουλου, παρά το χιούμορ με το οποίο τις αφηγείται, είναι σκληρές και συγκινητικές ταυτόχρονα.
Tuesday, October 5, 2010
Μανόλης Πεπονάκης, Πανάσος Ηρακλείου Κρήτης
Μανόλης Πεπονάκης, Πανάσος Ηρακλείου Κρήτης, Αθήνα 2005
Κρητικά Επίκαιρα, Ιανουάριος 2007
Ένα ακόμη αξιόλογο βιβλίο με θέμα «Το χωριό μου» (εγώ έβαλα αυτόν ακριβώς τον τίτλο στο βιβλίο για το δικό μου χωριό) κυκλοφόρησε πρόσφατα. Ο συγγραφέας βέβαια αποτελεί εγγύηση για το περιεχόμενό του: Διδάκτωρ φιλολογίας, καθηγητής θεολογίας και τώρα συνάδελφος σχολικός σύμβουλος θεολόγων στην Α΄ Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Αθήνας, έχει εντρυφήσει στο θέμα με το βάθος, την οξυδέρκεια και την επιμονή του επιστήμονα. Καρπός μακρόχρονης έρευνας όπως μου είπε ο ίδιος ο συγγραφέας, τον «κούρασε» περισσότερο από το διδακτορικό του. Το «κούρασε» το βάλαμε σε εισαγωγικά, γιατί η χαρά της πνευματικής δημιουργίας πάντα εξουδετερώνει την ψυχοσωματική κούραση που απαιτεί. Και όταν ανιχνεύει την ιστορία του χωριού του από το 1280, φαντάζεται κανείς πόσο κόπο έχει επενδύσει σε αρχειακή έρευνα ο Πεπονάκης.
Μπορεί η θεματική, την οποία παραθέτουμε παρακάτω, να είναι περίπου κοινή στα βιβλία με θέμα «το χωριό μου», όμως το βιβλίο του Πεπονάκη έχει μια πρωτοτυπία: Δεν παρατίθεται φωτογραφικό υλικό αλλά σκίτσα μιας φοβερής καλλιτεχνικής ποιότητας.
Η διδακτορική διατριβή του Πεπονάκη έχει θέμα τον εξισλαμισμό και τον επανεκχριστιανισμό στην Κρήτη, ένα θέμα τεράστιου ενδιαφέροντος. Οι χριστιανοί, για να αποφύγουν τις διώξεις, όσοι δεν άντεχαν την πίεση και τον κατατρεγμό, εξισλαμίζονταν, όμως οι περισσότεροι παρέμεναν κρυπτοχριστιανοί. Ένας τέτοιος εξισλαμισθείς πρόγονός μου πρέπει να ήταν και ο Σελίμ αγάς Ντερμιτζάκης τον οποίο αναφέρει ο Πεπονάκης στο βιβλίο του (σελ. 42) και ο Τζεμάλης Δερμιτζάκης (σελ. 45). Στην ίδια σελίδα βλέπομε και το εξαφανισμένο σήμερα, αλλά τόσο όμορφο: Ντερμιτζοπούλα.
Την ιστορία του σογιού μου την άκουσα από ένα θείο μου. Εννιά αδέλφια σφακιανοί, το έφεραν βαρέως που η αδελφή τους αγάπησε ένα τούρκο. Τον έσφαξαν λοιπόν και τον έθαψαν κάτω από την κοπριά του στάβλου. Οι τούρκοι το ανακάλυψαν και τους κυνήγησαν, και για να γλιτώσουν σκόρπισαν σε όλη την Κρήτη, γι αυτό και Δερμιτζάκηδες υπάρχουν σε όλους τους νομούς. Κάποιος απόγονος φαίνεται προτίμησε τον εξισλαμισμό από την τουρκική καταπίεση.
Ας μη τους καταδικάσουμε. Δεν ήταν άλλωστε πολλοί, αν τους συγκρίνουμε με ένα ολόκληρο έθνος, τους Αλβανούς, που στη συντριπτική τους πλειοψηφία εξισλαμίσθηκαν. Τα ξαδέλφια τους όμως οι αρβανίτες παρέμειναν σταθερά χριστιανοί, και ανέδειξαν μάλιστα ήρωες στον αγώνα για την εθνική μας ανεξαρτησία, όπως ο Καραϊσκάκης και η Μπουμπουλίνα. Διάβασα μάλιστα κάπου ότι δυο μουσουλμάνοι αλβανοί πολέμησαν κι αυτοί ενάντια στον τούρκο κατακτητή, και παρασημοφορήθηκαν από την ελληνική κυβέρνηση.
Όμως ας επανέλθουμε στο βιβλίο του Πεπονάκη.
Χωρίζεται σε δυο μέρη. Το πρώτο μέρος, η «βάση», για να χρησιμοποιήσω τη μαρξιστική ορολογία, που επιγράφεται «Η αγροτική ζωή» αναφέρεται στη γεωγραφία του χωριού, στην αξιοποίηση της φύσης και στις αγροτικές εργασίες. Το δεύτερο μέρος, το «εποικοδόμημα», τιτλοφορείται «Ο λαϊκός πολιτισμός», και αναφέρεται σε κάθε πτυχή του, από τα σπίτια, τους αργαλειούς και τα υφαντά μέχρι τη διατροφή, τη διασκέδαση, και τις διαβατήριες τελετές όπως τις ονομάζει η κοινωνική ανθρωπολογία: βάφτιση, αρραβώνας, γάμος. Στον επίλογο παραθέτει τραγούδια, παροιμίες και μαντινάδες. Να παραθέσουμε ένα δείγμα από αυτές «Του έρωτα και της αγάπης»:
Να τα χαρώ τα μάτια σου, πως τα ’χεις μαθημένα,
Να κάνεις πως θωρείς αλλού και να θωρείς εμένα.
Όλο τον κόσμο εγύρεψα να βρω μαγιού χορτάρι
Να σε μαγέψω αγάπη μου, άλλος να μη σε πάρει.
Δεν χρειάζεται να κλείσω παινεύοντας άλλη μια φορά το θαυμάσιο αυτό βιβλίο του Μανώλη Πεπονάκη. Επειδή η κεντρική έννοια του μεταμοντερνισμού είναι «anything goes», χοντρικά «όλα πάνε με όλα», θα κολλήσω κι εγώ στις παραπάνω μαντινάδες δυο μαντινάδες που άκουσα χθες βράδυ στο σύλλογο Γεραπετριτών, στην παρουσίαση του λαογραφικού μουσείου Βαϊνιάς από τη φίλη μου Ελένη Ροβυθάκη, που μου άρεσαν ιδιαίτερα: Η μια γιατί αναφέρεται στην επικαιρότητα (σαν εκείνες τις παλιές «δίδυμοι πύργοι μοιάζουνε καλή μου τα βιζά σου/ κι εγώ Μπιλ Λάντεν θα γενώ να ρθω στην αγκαλιά σου» και «μετά τα εβδομήντα σου ας είσαι κι Ευρωπαίος/ σου μένουν μόνο τα ευρώ και χάνεται το πέος») και η άλλη γιατί σατιρίζει ελαφρά τις νέες τεχνολογίες.
Αυτή η γρίπη των πουλιών πολύ μ’ έχει φοβίσει
Μη μου ψοφήσει το πουλί που μου ’χει ο θεος χαρίσει
Και
Σαν θα ποθάνω βάλτε μου το κινητό στο μνήμα
Μα μη με θάψετε βαθιά γιατί δε θα ’χω σήμα.
Α, όχι, μετάνιωσα, θα κλείσω με ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Πεπονάκη σε ένα θέμα που μου έχει γίνει εμμονή και θα με κυνηγάει μέχρι να πεθάνω:
«Η βοήθεια που πρόσφερε το χωριό στους ελασίτες είχε σαν αποτέλεσμα να υποστεί καταπιέσεις και καταστροφές από τους αντάρτες του Εμμ. Μπαντουβά, οι οποίοι αναζητούσαν το καλοκαίρι του 1947 τον Ιω. Ποδιά στις νότιες πλαγιές του Ψηλορείτη. Το χωριό κυκλώθηκε στα τέλη Ιουνίου από τους αντάρτες του Εμμ. Μπαντουβά και οι κάτοικοί του υποχρεώθηκαν να συγκεντρωθούν στην Κατωχωριά, όπου προπηλακίστηκαν και χτυπήθηκαν. Οι πράξεις εκδίκησης σε βάρος του χωριού θα ήταν μεγαλύτερες, αν δεν έφτανε έγκαιρα η είδηση εντοπισμού του Ιω. Ποδιά, που υποχρέωσε τους αντάρτες να επιβιβαστούν σε αυτοκίνητα και να φύγουν» (σελ. 60-61). Θα κλείσουμε παραπέμποντας στις θαυμάσιες σελίδες που αφιερώνει η Ρέα Γαλανάκη στο βιβλίο της «Ο αιώνας τον Λαβυρίνθων» για τον Ποδιά, το οποίο παρουσιάσαμε στα Κ.Ε. Φλεβάρης 2004.
Κρητικά Επίκαιρα, Ιανουάριος 2007
Ένα ακόμη αξιόλογο βιβλίο με θέμα «Το χωριό μου» (εγώ έβαλα αυτόν ακριβώς τον τίτλο στο βιβλίο για το δικό μου χωριό) κυκλοφόρησε πρόσφατα. Ο συγγραφέας βέβαια αποτελεί εγγύηση για το περιεχόμενό του: Διδάκτωρ φιλολογίας, καθηγητής θεολογίας και τώρα συνάδελφος σχολικός σύμβουλος θεολόγων στην Α΄ Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Αθήνας, έχει εντρυφήσει στο θέμα με το βάθος, την οξυδέρκεια και την επιμονή του επιστήμονα. Καρπός μακρόχρονης έρευνας όπως μου είπε ο ίδιος ο συγγραφέας, τον «κούρασε» περισσότερο από το διδακτορικό του. Το «κούρασε» το βάλαμε σε εισαγωγικά, γιατί η χαρά της πνευματικής δημιουργίας πάντα εξουδετερώνει την ψυχοσωματική κούραση που απαιτεί. Και όταν ανιχνεύει την ιστορία του χωριού του από το 1280, φαντάζεται κανείς πόσο κόπο έχει επενδύσει σε αρχειακή έρευνα ο Πεπονάκης.
Μπορεί η θεματική, την οποία παραθέτουμε παρακάτω, να είναι περίπου κοινή στα βιβλία με θέμα «το χωριό μου», όμως το βιβλίο του Πεπονάκη έχει μια πρωτοτυπία: Δεν παρατίθεται φωτογραφικό υλικό αλλά σκίτσα μιας φοβερής καλλιτεχνικής ποιότητας.
Η διδακτορική διατριβή του Πεπονάκη έχει θέμα τον εξισλαμισμό και τον επανεκχριστιανισμό στην Κρήτη, ένα θέμα τεράστιου ενδιαφέροντος. Οι χριστιανοί, για να αποφύγουν τις διώξεις, όσοι δεν άντεχαν την πίεση και τον κατατρεγμό, εξισλαμίζονταν, όμως οι περισσότεροι παρέμεναν κρυπτοχριστιανοί. Ένας τέτοιος εξισλαμισθείς πρόγονός μου πρέπει να ήταν και ο Σελίμ αγάς Ντερμιτζάκης τον οποίο αναφέρει ο Πεπονάκης στο βιβλίο του (σελ. 42) και ο Τζεμάλης Δερμιτζάκης (σελ. 45). Στην ίδια σελίδα βλέπομε και το εξαφανισμένο σήμερα, αλλά τόσο όμορφο: Ντερμιτζοπούλα.
Την ιστορία του σογιού μου την άκουσα από ένα θείο μου. Εννιά αδέλφια σφακιανοί, το έφεραν βαρέως που η αδελφή τους αγάπησε ένα τούρκο. Τον έσφαξαν λοιπόν και τον έθαψαν κάτω από την κοπριά του στάβλου. Οι τούρκοι το ανακάλυψαν και τους κυνήγησαν, και για να γλιτώσουν σκόρπισαν σε όλη την Κρήτη, γι αυτό και Δερμιτζάκηδες υπάρχουν σε όλους τους νομούς. Κάποιος απόγονος φαίνεται προτίμησε τον εξισλαμισμό από την τουρκική καταπίεση.
Ας μη τους καταδικάσουμε. Δεν ήταν άλλωστε πολλοί, αν τους συγκρίνουμε με ένα ολόκληρο έθνος, τους Αλβανούς, που στη συντριπτική τους πλειοψηφία εξισλαμίσθηκαν. Τα ξαδέλφια τους όμως οι αρβανίτες παρέμειναν σταθερά χριστιανοί, και ανέδειξαν μάλιστα ήρωες στον αγώνα για την εθνική μας ανεξαρτησία, όπως ο Καραϊσκάκης και η Μπουμπουλίνα. Διάβασα μάλιστα κάπου ότι δυο μουσουλμάνοι αλβανοί πολέμησαν κι αυτοί ενάντια στον τούρκο κατακτητή, και παρασημοφορήθηκαν από την ελληνική κυβέρνηση.
Όμως ας επανέλθουμε στο βιβλίο του Πεπονάκη.
Χωρίζεται σε δυο μέρη. Το πρώτο μέρος, η «βάση», για να χρησιμοποιήσω τη μαρξιστική ορολογία, που επιγράφεται «Η αγροτική ζωή» αναφέρεται στη γεωγραφία του χωριού, στην αξιοποίηση της φύσης και στις αγροτικές εργασίες. Το δεύτερο μέρος, το «εποικοδόμημα», τιτλοφορείται «Ο λαϊκός πολιτισμός», και αναφέρεται σε κάθε πτυχή του, από τα σπίτια, τους αργαλειούς και τα υφαντά μέχρι τη διατροφή, τη διασκέδαση, και τις διαβατήριες τελετές όπως τις ονομάζει η κοινωνική ανθρωπολογία: βάφτιση, αρραβώνας, γάμος. Στον επίλογο παραθέτει τραγούδια, παροιμίες και μαντινάδες. Να παραθέσουμε ένα δείγμα από αυτές «Του έρωτα και της αγάπης»:
Να τα χαρώ τα μάτια σου, πως τα ’χεις μαθημένα,
Να κάνεις πως θωρείς αλλού και να θωρείς εμένα.
Όλο τον κόσμο εγύρεψα να βρω μαγιού χορτάρι
Να σε μαγέψω αγάπη μου, άλλος να μη σε πάρει.
Δεν χρειάζεται να κλείσω παινεύοντας άλλη μια φορά το θαυμάσιο αυτό βιβλίο του Μανώλη Πεπονάκη. Επειδή η κεντρική έννοια του μεταμοντερνισμού είναι «anything goes», χοντρικά «όλα πάνε με όλα», θα κολλήσω κι εγώ στις παραπάνω μαντινάδες δυο μαντινάδες που άκουσα χθες βράδυ στο σύλλογο Γεραπετριτών, στην παρουσίαση του λαογραφικού μουσείου Βαϊνιάς από τη φίλη μου Ελένη Ροβυθάκη, που μου άρεσαν ιδιαίτερα: Η μια γιατί αναφέρεται στην επικαιρότητα (σαν εκείνες τις παλιές «δίδυμοι πύργοι μοιάζουνε καλή μου τα βιζά σου/ κι εγώ Μπιλ Λάντεν θα γενώ να ρθω στην αγκαλιά σου» και «μετά τα εβδομήντα σου ας είσαι κι Ευρωπαίος/ σου μένουν μόνο τα ευρώ και χάνεται το πέος») και η άλλη γιατί σατιρίζει ελαφρά τις νέες τεχνολογίες.
Αυτή η γρίπη των πουλιών πολύ μ’ έχει φοβίσει
Μη μου ψοφήσει το πουλί που μου ’χει ο θεος χαρίσει
Και
Σαν θα ποθάνω βάλτε μου το κινητό στο μνήμα
Μα μη με θάψετε βαθιά γιατί δε θα ’χω σήμα.
Α, όχι, μετάνιωσα, θα κλείσω με ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Πεπονάκη σε ένα θέμα που μου έχει γίνει εμμονή και θα με κυνηγάει μέχρι να πεθάνω:
«Η βοήθεια που πρόσφερε το χωριό στους ελασίτες είχε σαν αποτέλεσμα να υποστεί καταπιέσεις και καταστροφές από τους αντάρτες του Εμμ. Μπαντουβά, οι οποίοι αναζητούσαν το καλοκαίρι του 1947 τον Ιω. Ποδιά στις νότιες πλαγιές του Ψηλορείτη. Το χωριό κυκλώθηκε στα τέλη Ιουνίου από τους αντάρτες του Εμμ. Μπαντουβά και οι κάτοικοί του υποχρεώθηκαν να συγκεντρωθούν στην Κατωχωριά, όπου προπηλακίστηκαν και χτυπήθηκαν. Οι πράξεις εκδίκησης σε βάρος του χωριού θα ήταν μεγαλύτερες, αν δεν έφτανε έγκαιρα η είδηση εντοπισμού του Ιω. Ποδιά, που υποχρέωσε τους αντάρτες να επιβιβαστούν σε αυτοκίνητα και να φύγουν» (σελ. 60-61). Θα κλείσουμε παραπέμποντας στις θαυμάσιες σελίδες που αφιερώνει η Ρέα Γαλανάκη στο βιβλίο της «Ο αιώνας τον Λαβυρίνθων» για τον Ποδιά, το οποίο παρουσιάσαμε στα Κ.Ε. Φλεβάρης 2004.
Monday, October 4, 2010
Φώτης Σιουμπούρας, Ο δικός μας Μενέλαος Λουντέμης
Φώτης Σιουμπούρας, Ο δικός μας Μενέλαος Λουντέμης, Αθήνα 2005, Δωρικός.
Κρητικά Επίκαιρα, Οκτώβρης 2006
Από τα Κρητικά Επίκαιρα, λόγω περιεχομένου της εφημερίδας, παρουσιάζουμε Κρήτες συγγραφείς ή βιβλία που αναφέρονται στην Κρήτη. Σήμερα θα παρουσιάσουμε ένα βιβλίο που ούτε ο συγγραφέας είναι Κρητικός, ούτε αναφέρεται στην Κρήτη. Το κάνουμε όμως αποδίδοντας ένα φόρο τιμής στον εκδότη, τον Αριστείδη Κλάδο, ο οποίος είναι Κρητικός, και έχει εκδώσει πολλούς Κρήτες συγγραφείς. Το κάνουμε ακόμη σαν έκφραση ευγνωμοσύνης που εξέδωσε πριν 15 χρόνια το βιβλίο μας «Η λαϊκότητα της Κρητικής λογοτεχνίας». Ένα τέτοιο βιβλίο δεν μπορούσε να είναι εμπορικό. Εγώ το έγραψα από πατριωτισμό, και εκείνος το εξέδωσε επίσης από πατριωτισμό. Εγώ έδρεψα συγγραφικές «δάφνες» (χωρίς υπερβολή, άκουσα πολλά κολακευτικά σχόλια γι αυτό το βιβλίο από διακεκριμένα άτομα, αν και όταν το έγραφα είχα στο μυαλό μου ως αποδέκτη τον απλό Κρητικό, για να γνωρίσει τη λογοτεχνία του τόπου του και να νιώσει πιο υπερήφανος) ενώ ο Αριστείδης ελπίζω να έβγαλε κάτι παραπάνω από τα έξοδά του.
Ένας από τους συγγραφείς τους οποίους εξέδωσε είναι και ο αγαπημένος μας, και ιδιαίτερα ο αγαπημένος της νεολαίας τα μεταχουντικά χρόνια, Μενέλαος Λουντέμης. Χαρακτηρίστηκε ως ο Γκόργκι της Ελλάδας. Και πράγματι οι δυο αυτοί συγγραφείς έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά. Πολυγραφότατοι και οι δυο, όχι προπαγανδιστές αλλά κοινωνικά στρατευμένοι, έθεσαν την τέχνη τους στην υπηρεσία της κοινωνικής αλλαγής. Πέρασαν δύσκολα παιδικά χρόνια, κάνοντας ένα σωρό δουλειές του ποδαριού για να ζήσουν. Έζησαν μια σχετικά σύντομη ζωή. Εξηνταοχτώ χρονών πέθανε ο Γκόργκι, άλλοι λένε από πνευμονία άλλοι από καρδιά, εβδομηνταενός ο Λουντέμης, από ανακοπή μέσα στο αυτοκίνητό του. Πέθανε ο γιος του Γκόργκι, έχασε την κόρη του ο Λουντέμης, που για χρόνια τη νόμιζε πεθαμένη. Έζησαν και οι δυο πολλά χρόνια στο εξωτερικό, ο Λουντέμης ως αυτοεξόριστος (όταν του στέρησαν την ιθαγένεια το 1958), αλλά το ίδιο και ο Γκόργκι. Ο Καραμανλής έφερε πίσω τον Λουντέμη, ενώ τον Γκόργκι τον έπεισε ο Στάλιν να γυρίσει από το εξωτερικό, όπου έζησε όλη τη δεκαετία του ’20. Και οι δυο κυνηγήθηκαν και φυλακίσθηκαν για τις ιδέες τους. Η διαφορά όμως είναι ότι η Οκτωβριανή επανάσταση ήταν νικηφόρα, ενώ η ήττα της Αριστεράς στον εμφύλιο ήταν η αρχή νέων διώξεων για τους Έλληνες αριστερούς.
Ο Φώτης Σιουμπούρας, δημοσιογράφος στο επάγγελμα που γνώρισε από κοντά τον Λουντέμη, παρότι σεμνά αποποιείται τον τίτλο του βιογράφου, τον βιογραφεί, με επίσης μεγάλη σεμνότητα. Τα κείμενα του Λουντέμη που παραθέτει, ειδικά τα ανέκδοτα, όπως και άλλα ντοκουμέντα, είναι άφθονα. Το βιβλίο μάλιστα κλείνει με ένα εκτενές, ανέκδοτο δοκίμιο του Λουντέμη περί τέχνης. Παραθέτει επίσης και κείμενα άλλων για τον Λουντέμη, όπως ένα σχετικό ποίημα του Ρίτσου.
Οι βιογραφίες μου αρέσουν γιατί από αυτές διδάσκεσαι. Διδάσκεσαι κυρίως για τη στάση ζωής μεγάλων ανδρών. Για παράδειγμα ο Βιτγκεστάιν υπήρξε για μένα ένα μάθημα: Άφησε τις καθηγητικές δόξες του για να γίνει ένας απλός νηπιαγωγός. Και ο Λουντέμης επίσης. Αρνήθηκε να υπογράψει, να κάνει τη λεγόμενη «δήλωση», γιατί πίστευε ότι τις ιδέες του δεν πρέπει να τις απαρνιέται κανείς, ακόμη και με θυσίες.
Θα κλείσω αυτή την παρουσίαση με δυο ρήσεις-διδάγματα του Λουντέμη. Η πρώτη είναι από την απολογία του σε μια δίκη, όπου κατηγορήθηκε για το ανατρεπτικό δήθεν περιεχόμενο ενός βιβλίου του.
«Επειδή μου μιλήσατε για δήλωση, σας λέω ότι χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να γίνουν τα τέσσερα πόδια δυο. Δεν θα τα κάνω πάλι τέσσερα εγώ» (σελ. 115).
Η δεύτερη είναι μια προσευχή. «Σ’ ευχαριστώ κι εγώ ο ανάξιος δούλος σου που μου ’δωσες γόνατα για να μπορώ και θέληση να μη θέλω να γονατίσω» (σελ. 151).
Αυτός ήταν ο Λουντέμης, ένας ασυμβίβαστος.
Κρητικά Επίκαιρα, Οκτώβρης 2006
Από τα Κρητικά Επίκαιρα, λόγω περιεχομένου της εφημερίδας, παρουσιάζουμε Κρήτες συγγραφείς ή βιβλία που αναφέρονται στην Κρήτη. Σήμερα θα παρουσιάσουμε ένα βιβλίο που ούτε ο συγγραφέας είναι Κρητικός, ούτε αναφέρεται στην Κρήτη. Το κάνουμε όμως αποδίδοντας ένα φόρο τιμής στον εκδότη, τον Αριστείδη Κλάδο, ο οποίος είναι Κρητικός, και έχει εκδώσει πολλούς Κρήτες συγγραφείς. Το κάνουμε ακόμη σαν έκφραση ευγνωμοσύνης που εξέδωσε πριν 15 χρόνια το βιβλίο μας «Η λαϊκότητα της Κρητικής λογοτεχνίας». Ένα τέτοιο βιβλίο δεν μπορούσε να είναι εμπορικό. Εγώ το έγραψα από πατριωτισμό, και εκείνος το εξέδωσε επίσης από πατριωτισμό. Εγώ έδρεψα συγγραφικές «δάφνες» (χωρίς υπερβολή, άκουσα πολλά κολακευτικά σχόλια γι αυτό το βιβλίο από διακεκριμένα άτομα, αν και όταν το έγραφα είχα στο μυαλό μου ως αποδέκτη τον απλό Κρητικό, για να γνωρίσει τη λογοτεχνία του τόπου του και να νιώσει πιο υπερήφανος) ενώ ο Αριστείδης ελπίζω να έβγαλε κάτι παραπάνω από τα έξοδά του.
Ένας από τους συγγραφείς τους οποίους εξέδωσε είναι και ο αγαπημένος μας, και ιδιαίτερα ο αγαπημένος της νεολαίας τα μεταχουντικά χρόνια, Μενέλαος Λουντέμης. Χαρακτηρίστηκε ως ο Γκόργκι της Ελλάδας. Και πράγματι οι δυο αυτοί συγγραφείς έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά. Πολυγραφότατοι και οι δυο, όχι προπαγανδιστές αλλά κοινωνικά στρατευμένοι, έθεσαν την τέχνη τους στην υπηρεσία της κοινωνικής αλλαγής. Πέρασαν δύσκολα παιδικά χρόνια, κάνοντας ένα σωρό δουλειές του ποδαριού για να ζήσουν. Έζησαν μια σχετικά σύντομη ζωή. Εξηνταοχτώ χρονών πέθανε ο Γκόργκι, άλλοι λένε από πνευμονία άλλοι από καρδιά, εβδομηνταενός ο Λουντέμης, από ανακοπή μέσα στο αυτοκίνητό του. Πέθανε ο γιος του Γκόργκι, έχασε την κόρη του ο Λουντέμης, που για χρόνια τη νόμιζε πεθαμένη. Έζησαν και οι δυο πολλά χρόνια στο εξωτερικό, ο Λουντέμης ως αυτοεξόριστος (όταν του στέρησαν την ιθαγένεια το 1958), αλλά το ίδιο και ο Γκόργκι. Ο Καραμανλής έφερε πίσω τον Λουντέμη, ενώ τον Γκόργκι τον έπεισε ο Στάλιν να γυρίσει από το εξωτερικό, όπου έζησε όλη τη δεκαετία του ’20. Και οι δυο κυνηγήθηκαν και φυλακίσθηκαν για τις ιδέες τους. Η διαφορά όμως είναι ότι η Οκτωβριανή επανάσταση ήταν νικηφόρα, ενώ η ήττα της Αριστεράς στον εμφύλιο ήταν η αρχή νέων διώξεων για τους Έλληνες αριστερούς.
Ο Φώτης Σιουμπούρας, δημοσιογράφος στο επάγγελμα που γνώρισε από κοντά τον Λουντέμη, παρότι σεμνά αποποιείται τον τίτλο του βιογράφου, τον βιογραφεί, με επίσης μεγάλη σεμνότητα. Τα κείμενα του Λουντέμη που παραθέτει, ειδικά τα ανέκδοτα, όπως και άλλα ντοκουμέντα, είναι άφθονα. Το βιβλίο μάλιστα κλείνει με ένα εκτενές, ανέκδοτο δοκίμιο του Λουντέμη περί τέχνης. Παραθέτει επίσης και κείμενα άλλων για τον Λουντέμη, όπως ένα σχετικό ποίημα του Ρίτσου.
Οι βιογραφίες μου αρέσουν γιατί από αυτές διδάσκεσαι. Διδάσκεσαι κυρίως για τη στάση ζωής μεγάλων ανδρών. Για παράδειγμα ο Βιτγκεστάιν υπήρξε για μένα ένα μάθημα: Άφησε τις καθηγητικές δόξες του για να γίνει ένας απλός νηπιαγωγός. Και ο Λουντέμης επίσης. Αρνήθηκε να υπογράψει, να κάνει τη λεγόμενη «δήλωση», γιατί πίστευε ότι τις ιδέες του δεν πρέπει να τις απαρνιέται κανείς, ακόμη και με θυσίες.
Θα κλείσω αυτή την παρουσίαση με δυο ρήσεις-διδάγματα του Λουντέμη. Η πρώτη είναι από την απολογία του σε μια δίκη, όπου κατηγορήθηκε για το ανατρεπτικό δήθεν περιεχόμενο ενός βιβλίου του.
«Επειδή μου μιλήσατε για δήλωση, σας λέω ότι χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να γίνουν τα τέσσερα πόδια δυο. Δεν θα τα κάνω πάλι τέσσερα εγώ» (σελ. 115).
Η δεύτερη είναι μια προσευχή. «Σ’ ευχαριστώ κι εγώ ο ανάξιος δούλος σου που μου ’δωσες γόνατα για να μπορώ και θέληση να μη θέλω να γονατίσω» (σελ. 151).
Αυτός ήταν ο Λουντέμης, ένας ασυμβίβαστος.
Sunday, October 3, 2010
Θεοδόσης Πυλαρινός, Η κριτική αξιολόγηση της ποίησης του Μανόλη Πρατικάκη
Θεοδόσης Πυλαρινός, Η κριτική αξιολόγηση της ποίησης του Μανόλη Πρατικάκη, Μελάνι 2006
Κρητικά Επίκαιρα, Σεπτέμβρης 2006
Όταν τα κριτικά κείμενα και οι μελέτες για ένα συγγραφέα είναι τόσες που μπορούν να αποτελέσουν οι ίδιες αντικείμενο κριτικής αντιμετώπισης και συνόψισης των θέσεών τους, αυτό είναι άσφαλτος δείκτης ότι ο συγγραφέας έχει φτάσει πια σε ένα υψηλό επίπεδο αναγνώρισης. Αυτή είναι η περίπτωση του ποιητή Μανόλη Πρατικάκη. Ο καθηγητής του Ιόνιου Πανεπιστημίου Θεοδόσης Πυλαρινός συγκέντρωσε και μελέτησε όλα τα κείμενα τα σχετικά με τον Μανόλη Πρατικάκη, βιβλιοκριτικές, εισηγήσεις σε ημερίδες, μελέτες, συνεντεύξεις κλπ. και προέβη στη μελέτη τους. Ένα μεγάλο μέρος απ’ αυτές συμπεριέλαβε στον ογκώδη τόμο της έκδοσης (380 σελίδες μεγάλου σχήματος, εκ των οποίων 88 η δική του εισαγωγή).
Ο Πυλαρινός ξεκινάει την εισαγωγή του με τα βιβλιοκριτικά σημειώματα που γράφτηκαν για κάθε συλλογή. Αρχίζοντας από τις «ημι-αποκηρυγμένες» «Θαλασσινές Φωνές» φτάνει μέχρι το «Νερό», τη βραβευμένη με κρατικό βραβείο ποίησης προτελευταία συλλογή του Πρατικάκη (έχει ήδη κυκλοφορήσει η τελευταία, ο «Μεγάλος Ξενώνας»). Στη συνέχεια αναφέρεται στα «Κριτικά κείμενα γενικού ενδιαφέροντος» για να καταλήξει στην «Ποίηση και μουσική», στα κείμενα που αναφέρονται στη μελοποίηση ποιημάτων του Πρατικάκη από τον Γιάννη Μαρκόπουλο.
Ο Πυλαρινός δεν περιορίζεται απλώς στην συνόψιση των κριτικών θέσεων. Κρατάει και κριτική στάση. Για παράδειγμα γράφει:
«Το ‘παράπονο’ ενός κριτικού ότι θα μπορούσε να αναφερθεί και σε άλλες ιστορικές ή βιβλικές περιπτώσεις για το νερό, προφανώς δεν ευσταθεί. Δεν πρόκειται για εγκυκλοπαίδεια, αλλά για ποίηση, όπου είναι αδιάφορη η επιστημονική πληρότητα και η ιστορική λεπτομέρεια και πρωτεύει η αλληγορία, η ενορατική διάθεση, η συναισθηματική έγερση και η υπαρξιακή αναζήτηση» (σελ. 63).
Ακόμη καταγράφει στοιχεία της ποίησης του Πρατικάκη τα οποία έχει εντοπίσει ο ίδιος, όταν βλέπει ότι οι κριτικοί δεν κατάφεραν να τα επισημάνουν. Για παράδειγμα γράφει:
«Θα προσθέσουμε όμως ότι κανένας κριτικός δεν έθιξε τη λαϊκότητα του λόγου του, τα πρωτογενή ακούσματα των απλών ανθρώπων που αποτελούν την ουσία της γλωσσικής του βάσης» (σελ. 74).
Επίσης:
«Δεν επισημάνθηκε όμως, από όσα γνωρίζουμε, η έννοια της αναχώρησης και η σύμφυτη τάση αναχωρητισμού και μοναχισμού (όχι υπό την ορθόδοξη αλλά μάλλον ως προς την ανατολίτικη αίσθηση που παραπέμπει στη νιρβάνα και την ινδική φιλοσοφία».
Τέλος, εντυπωσιάζει ο πλούτος των λέξεων που χρησιμοποιεί στο κείμενό του ο Πυλαρινός, συναγωνιζόμενος τον ποιητή που μελετά: θανατόεσσα, πτεροεσσών, αυθιστορική, αποσκυβαλίζουν, πατίνα, ίμερο, είναι κάποιες απ’ τις σπάνιες λέξεις που συναντήσαμε. Είναι πράγματι εκπληκτικό το πόσο μεγάλο ενεργητικό λεξιλόγιο διαθέτει.
Κρητικά Επίκαιρα, Σεπτέμβρης 2006
Όταν τα κριτικά κείμενα και οι μελέτες για ένα συγγραφέα είναι τόσες που μπορούν να αποτελέσουν οι ίδιες αντικείμενο κριτικής αντιμετώπισης και συνόψισης των θέσεών τους, αυτό είναι άσφαλτος δείκτης ότι ο συγγραφέας έχει φτάσει πια σε ένα υψηλό επίπεδο αναγνώρισης. Αυτή είναι η περίπτωση του ποιητή Μανόλη Πρατικάκη. Ο καθηγητής του Ιόνιου Πανεπιστημίου Θεοδόσης Πυλαρινός συγκέντρωσε και μελέτησε όλα τα κείμενα τα σχετικά με τον Μανόλη Πρατικάκη, βιβλιοκριτικές, εισηγήσεις σε ημερίδες, μελέτες, συνεντεύξεις κλπ. και προέβη στη μελέτη τους. Ένα μεγάλο μέρος απ’ αυτές συμπεριέλαβε στον ογκώδη τόμο της έκδοσης (380 σελίδες μεγάλου σχήματος, εκ των οποίων 88 η δική του εισαγωγή).
Ο Πυλαρινός ξεκινάει την εισαγωγή του με τα βιβλιοκριτικά σημειώματα που γράφτηκαν για κάθε συλλογή. Αρχίζοντας από τις «ημι-αποκηρυγμένες» «Θαλασσινές Φωνές» φτάνει μέχρι το «Νερό», τη βραβευμένη με κρατικό βραβείο ποίησης προτελευταία συλλογή του Πρατικάκη (έχει ήδη κυκλοφορήσει η τελευταία, ο «Μεγάλος Ξενώνας»). Στη συνέχεια αναφέρεται στα «Κριτικά κείμενα γενικού ενδιαφέροντος» για να καταλήξει στην «Ποίηση και μουσική», στα κείμενα που αναφέρονται στη μελοποίηση ποιημάτων του Πρατικάκη από τον Γιάννη Μαρκόπουλο.
Ο Πυλαρινός δεν περιορίζεται απλώς στην συνόψιση των κριτικών θέσεων. Κρατάει και κριτική στάση. Για παράδειγμα γράφει:
«Το ‘παράπονο’ ενός κριτικού ότι θα μπορούσε να αναφερθεί και σε άλλες ιστορικές ή βιβλικές περιπτώσεις για το νερό, προφανώς δεν ευσταθεί. Δεν πρόκειται για εγκυκλοπαίδεια, αλλά για ποίηση, όπου είναι αδιάφορη η επιστημονική πληρότητα και η ιστορική λεπτομέρεια και πρωτεύει η αλληγορία, η ενορατική διάθεση, η συναισθηματική έγερση και η υπαρξιακή αναζήτηση» (σελ. 63).
Ακόμη καταγράφει στοιχεία της ποίησης του Πρατικάκη τα οποία έχει εντοπίσει ο ίδιος, όταν βλέπει ότι οι κριτικοί δεν κατάφεραν να τα επισημάνουν. Για παράδειγμα γράφει:
«Θα προσθέσουμε όμως ότι κανένας κριτικός δεν έθιξε τη λαϊκότητα του λόγου του, τα πρωτογενή ακούσματα των απλών ανθρώπων που αποτελούν την ουσία της γλωσσικής του βάσης» (σελ. 74).
Επίσης:
«Δεν επισημάνθηκε όμως, από όσα γνωρίζουμε, η έννοια της αναχώρησης και η σύμφυτη τάση αναχωρητισμού και μοναχισμού (όχι υπό την ορθόδοξη αλλά μάλλον ως προς την ανατολίτικη αίσθηση που παραπέμπει στη νιρβάνα και την ινδική φιλοσοφία».
Τέλος, εντυπωσιάζει ο πλούτος των λέξεων που χρησιμοποιεί στο κείμενό του ο Πυλαρινός, συναγωνιζόμενος τον ποιητή που μελετά: θανατόεσσα, πτεροεσσών, αυθιστορική, αποσκυβαλίζουν, πατίνα, ίμερο, είναι κάποιες απ’ τις σπάνιες λέξεις που συναντήσαμε. Είναι πράγματι εκπληκτικό το πόσο μεγάλο ενεργητικό λεξιλόγιο διαθέτει.
Saturday, October 2, 2010
Μανόλης Πρατικάκης, Ο Μεγάλος Ξενώνας
Μανόλης Πρατικάκης, Ο Μεγάλος Ξενώνας, Μεταίχμιο 2006
Κ.Ε. Σεπτέμβρης 2006 και Αντί 3-Νοεμβρίου 2006, τ. 880
Με το «Μεγάλο Ξενώνα» ο Μανόλης Πρατικάκης πραγματοποιεί μια στροφή στην ποίησή του. Εγκαταλείποντας την οντολογική ποίησή του, που η «Οντοφάνεια» αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό της στίγμα, στρέφεται σε μια προβληματική σύγχρονη, στην οποία όμως δίνει και τη μεταφυσική, α-χρονική της διάσταση, μια διάσταση που έχουν από κοινού τόσο η οντολογία όσο και η μεταφυσική. Η διάσταση αυτή φαίνεται στον μεταφορικό τίτλο της συλλογής. Αν ο Έλιοτ χαρακτηρίζει την χώρα του με ένα επίθετο, ο Πρατικάκης την χαρακτηρίζει με μια μεταφορά. Όπως ο ταξιδιώτης μένει προσωρινά στον ξενώνα, έτσι και ο άνθρωπος είναι προσωρινός σ’ αυτή τη γη. Την υπαρξιακή αυτή συνθήκη του ο σύγχρονος άνθρωπος την ξεχνάει, και ας λένε οι υπαρξιακοί ψυχαναλυτές όπως ο Γιάλομ. Ίσως γιατί βρίσκεται εγκλωβισμένος σε μεγαλύτερα αδιέξοδα, παγιδευμένος σε προβλήματα που αδυνατεί να επιλύσει, σε καταστάσεις που διαστρέφουν τον ψυχισμό του. Χωρίς κανένα άλλοθι, επισύρει τον σαρκασμό του Πρατικάκη σε μια ποίηση που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πολιτική με μια ευρεία έννοια, συναντώντας έτσι την αφετηρία της, την «Ποίηση 1971-74» και τους «Παραχαράκτες».
Ο αυτοσαρκασμός, η αποκαλυπτική προφητεία μιας επικείμενης καταστροφής, η «Έρημη χώρα» του Έλιοτ updated, στην πιο σύγχρονη δηλαδή εκδοχή της, αποτελούν τους βασικούς θεματικούς άξονες του έργου.
Τέρατα, φαντάσματα, βαμπίρ (το βαμπίρ το χρησιμοποιεί σαν μεταφορά και ο Μίμης Ανδρουλάκης στο βιβλίο του «Βαμπίρ και κανίβαλοι») είναι λέξεις που εμφανίζονται συχνά μέσα στο ποίημα, ενώ τόσο στην εικονοποιεία όσο και στις μεταφορές χρησιμοποιεί συχνά λέξεις-εξαρτήματα αυτοκινήτου: διανομέας, πολλαπλασιαστής, αερόσακοι, στροφόμετρα, συμπλέκτης, ζάντες. Και φυσικά λέξεις-ιατρικούς όρους, λοβοτομή, αμφιβληστροειδής, ρετροϊός κλπ. Ας μη ξεχνάμε ότι ο Πρατικάκης είναι ψυχίατρος, διευθυντής της ψυχιατρικής κλινικής στον Ερυθρό.
Δίπλα στη συγχρονία της θεματικής του υπάρχει η διαχρονία των διακειμενικών αναφορών και των ποιητικών τρόπων. Ο Πρατικάκης, σ’ αυτό το έργο του περισσότερο από όλα τα άλλα, αντλεί από την παρακαταθήκη της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Όμηρος, προσωκρατικοί, τραγικοί, Δάντε, Σαίξπηρ, Έλιοτ, Μπέκετ, Καβάφης, είναι οι πιο αναγνωρίσιμες και πιο συχνές αναφορές του.
Υφολογικά, μέσα στο ανομοιοκατάληκτο της σύγχρονης ποίησης, πολλές φορές σε συνεχές κείμενο σαν πεζός λόγος, υπάρχει το εφέ του ομοιοτέλευτου, συχνά σε βαθμό υπερβολής, καθώς και διάσπαρτοι ίαμβοι, κυρίως οι δεκαπεντασύλλαβοι της δημοτικής μας ποίησης (Πως η αγάπη μάς μετρά στις φλόγες της κρυμμένη, σελ. 16), αλλά και οι τροχαίοι και ανάπαιστοι της λόγιας:
Χημική λοβοτομή-η κυρίαρχη δομή.
Στο βασίλειο της Έρσης δεν υπάρχουν εξεγέρσεις (σελ. 25)
Αμοντάριστα πλάνα του ασυνάρτητου κόσμου
είν’ οι μέρες κι οι νύχτες της πορείας μας, φως μου (σελ. 36).
Ο Πρατικάκης μαγεύεται επίσης από τις παρηχήσεις:
Τις λείες ολομέλειες σαν Αλαλίες (σελ. 28).
Ο μεταμοντέρνος συμφυρμός υψηλού και χαμηλού ύφους, σε λεξιλογικό επίπεδο κυρίως, είναι επίσης συχνότατος:
Όπου τα μύρια απεκδύεται πέπλα της και θεόγυμνη στέκει η σκυλομούρα, πολυδαίδαλος Μοίρα (σελ 54).
Η δύναμη στην εικονοποιεία, η τόλμη στη μεταφορά, το βάθος των συλλήψεων, ήταν πάντα καίρια χαρακτηριστικά της ποίησης του Πρατικάκη. Ας μείνουμε σε κάποια χαρακτηριστικά σημεία:
Δημιουργώ σημαίνει σπρώχνω σε κοχλαστική διασάλευση την τάξη (σελ.55).
Υπάρχει άραγε πιο ποιητική απόδοση της έννοιας της εντροπίας;
Και για τις τρελές αγελάδες:
Η λαίμαργη νύχτα-αγελάδα βόσκοντας οστεάλευρα. Ρέπει
στη σπογγώδη διάλεκτο Γιάκομπ-Κρόιτσφελντ (με ρήτρα ECU).
Η φρίκη του κέρδους πάλι πρώτη στο παγκόσμιο ψυχιατρείο (σελ.57).
Σαν ποιητής-ιεροφάντης χρησμοδοτεί:
Είδα τα σαστισμένα πλήθη σε πανικούς-περιπάτους.
Κονσερβηδόν στα καταφύγια με προβοσκήδες (σελ. 44).
Αλλά και νουθετεί: Περπάτα πιο αργά. Κάνε έρωτα. Στοχάσου πιο αργά. Αργοπόρησε στις αργόσυρτες οδοιπορίες. Πατώντας φρένο. Σπρώξε στο χώρο των αχρήστων το επάρατο στεφάνι της πρωτιάς (σελ. 62).
Και:
Αντιστρέφοντας: το αργόν και χάριν έχει (σελ. 63).
Από τους πιο ωραίους στίχους της συλλογής είναι αυτοί που αναφέρονται στην ποίηση και τον ποιητή:
Γράφω πάει να πει μιλάω για τους άλλους.
Και ακούω τους απόηχους της φιλαυτίας μου.
Σημαίνει σαρκάζω τον Ξενώνα του οποίου είμαι τρόφιμος (σελ. 58).
Γράφω πάει να πει συνομιλώ με τις ρίζες μου. Συνομιλώ με τις πληγές μου. Με τη σκόνη των πεθαμένων μου προσδοκιών. Γράφω θα πει συνομιλώ με τη χαράδρα που βουίζει μέσα μου. Με την τίγρη που με λιανίζει νύχτα μέρα (σελ. 59).
Γράφω σημαίνει συναρμολογώ τα όνειρα. Σημαίνει ζω
την ουτοπία να πλευρίσω το απρόσιτο.
Με παράλογο πάθος να χαρτογραφήσω την άβυσσο.
Σημαίνει εκτίω την ειρκτήν μου
Σημαίνει κατεβαίνω χωρίς απελπισία
στο δικό μου Μινώταυρο
που με ονειρεύεται.
και πριν με καταπιεί
με εικονίζει
που τον εικονίζω (σελ. 60).
Ο μεγάλος ποιητής είναι πάντα γλωσσοπλάστης. Δεν διευρύνει απλώς το σθένος των λέξεων σε απρόβλεπτες συνδέσεις, δεν ανασύρει απλώς λέξεις από την αφάνεια των παπύρων και των λαογραφικών καταγραφών (θις, θρινάκι, καθελέτο, ειλούμαι, έκφρενος) αλλά και πλάθει δικές του. Τις επεξηγεί άλλωστε στο λεξιλόγιο που παραθέτει στο τέλος της συλλογής. Ανάμεσά τους οι, αστερώνομαι, αποσφηνώνω, μνημεκτομή, χάοσμος.
Ο Μανόλης Πρατικάκης ξεχωρίζει από τους ποιητές της γενιάς του. Ανάμεσα σ’ αυτούς που έχουν μελετήσει διεξοδικά το έργο του είναι και ο Θεοδόσης Πυλαρινός, καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, ο οποίος εξέδωσε πρόσφατα (εκδόσεις Μελάνι) ένα πολυσέλιδο τόμο (380 σελίδες) με τίτλο «Η κριτική αξιολόγηση της ποίησης του Μανόλη Πρατικάκη», μια ανθολόγηση κριτικών προσεγγίσεων στο έργο του με μια εκτενέστατη και εμπεριστατωμένη εισαγωγή 88 σελίδων. Με την τελευταία του αυτή ποιητική συλλογή ο Πρατικάκης αποδεικνύει ότι επάξια κατέχει την ξεχωριστή θέση που έχει στα ελληνικά γράμματα.
Κ.Ε. Σεπτέμβρης 2006 και Αντί 3-Νοεμβρίου 2006, τ. 880
Με το «Μεγάλο Ξενώνα» ο Μανόλης Πρατικάκης πραγματοποιεί μια στροφή στην ποίησή του. Εγκαταλείποντας την οντολογική ποίησή του, που η «Οντοφάνεια» αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό της στίγμα, στρέφεται σε μια προβληματική σύγχρονη, στην οποία όμως δίνει και τη μεταφυσική, α-χρονική της διάσταση, μια διάσταση που έχουν από κοινού τόσο η οντολογία όσο και η μεταφυσική. Η διάσταση αυτή φαίνεται στον μεταφορικό τίτλο της συλλογής. Αν ο Έλιοτ χαρακτηρίζει την χώρα του με ένα επίθετο, ο Πρατικάκης την χαρακτηρίζει με μια μεταφορά. Όπως ο ταξιδιώτης μένει προσωρινά στον ξενώνα, έτσι και ο άνθρωπος είναι προσωρινός σ’ αυτή τη γη. Την υπαρξιακή αυτή συνθήκη του ο σύγχρονος άνθρωπος την ξεχνάει, και ας λένε οι υπαρξιακοί ψυχαναλυτές όπως ο Γιάλομ. Ίσως γιατί βρίσκεται εγκλωβισμένος σε μεγαλύτερα αδιέξοδα, παγιδευμένος σε προβλήματα που αδυνατεί να επιλύσει, σε καταστάσεις που διαστρέφουν τον ψυχισμό του. Χωρίς κανένα άλλοθι, επισύρει τον σαρκασμό του Πρατικάκη σε μια ποίηση που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πολιτική με μια ευρεία έννοια, συναντώντας έτσι την αφετηρία της, την «Ποίηση 1971-74» και τους «Παραχαράκτες».
Ο αυτοσαρκασμός, η αποκαλυπτική προφητεία μιας επικείμενης καταστροφής, η «Έρημη χώρα» του Έλιοτ updated, στην πιο σύγχρονη δηλαδή εκδοχή της, αποτελούν τους βασικούς θεματικούς άξονες του έργου.
Τέρατα, φαντάσματα, βαμπίρ (το βαμπίρ το χρησιμοποιεί σαν μεταφορά και ο Μίμης Ανδρουλάκης στο βιβλίο του «Βαμπίρ και κανίβαλοι») είναι λέξεις που εμφανίζονται συχνά μέσα στο ποίημα, ενώ τόσο στην εικονοποιεία όσο και στις μεταφορές χρησιμοποιεί συχνά λέξεις-εξαρτήματα αυτοκινήτου: διανομέας, πολλαπλασιαστής, αερόσακοι, στροφόμετρα, συμπλέκτης, ζάντες. Και φυσικά λέξεις-ιατρικούς όρους, λοβοτομή, αμφιβληστροειδής, ρετροϊός κλπ. Ας μη ξεχνάμε ότι ο Πρατικάκης είναι ψυχίατρος, διευθυντής της ψυχιατρικής κλινικής στον Ερυθρό.
Δίπλα στη συγχρονία της θεματικής του υπάρχει η διαχρονία των διακειμενικών αναφορών και των ποιητικών τρόπων. Ο Πρατικάκης, σ’ αυτό το έργο του περισσότερο από όλα τα άλλα, αντλεί από την παρακαταθήκη της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Όμηρος, προσωκρατικοί, τραγικοί, Δάντε, Σαίξπηρ, Έλιοτ, Μπέκετ, Καβάφης, είναι οι πιο αναγνωρίσιμες και πιο συχνές αναφορές του.
Υφολογικά, μέσα στο ανομοιοκατάληκτο της σύγχρονης ποίησης, πολλές φορές σε συνεχές κείμενο σαν πεζός λόγος, υπάρχει το εφέ του ομοιοτέλευτου, συχνά σε βαθμό υπερβολής, καθώς και διάσπαρτοι ίαμβοι, κυρίως οι δεκαπεντασύλλαβοι της δημοτικής μας ποίησης (Πως η αγάπη μάς μετρά στις φλόγες της κρυμμένη, σελ. 16), αλλά και οι τροχαίοι και ανάπαιστοι της λόγιας:
Χημική λοβοτομή-η κυρίαρχη δομή.
Στο βασίλειο της Έρσης δεν υπάρχουν εξεγέρσεις (σελ. 25)
Αμοντάριστα πλάνα του ασυνάρτητου κόσμου
είν’ οι μέρες κι οι νύχτες της πορείας μας, φως μου (σελ. 36).
Ο Πρατικάκης μαγεύεται επίσης από τις παρηχήσεις:
Τις λείες ολομέλειες σαν Αλαλίες (σελ. 28).
Ο μεταμοντέρνος συμφυρμός υψηλού και χαμηλού ύφους, σε λεξιλογικό επίπεδο κυρίως, είναι επίσης συχνότατος:
Όπου τα μύρια απεκδύεται πέπλα της και θεόγυμνη στέκει η σκυλομούρα, πολυδαίδαλος Μοίρα (σελ 54).
Η δύναμη στην εικονοποιεία, η τόλμη στη μεταφορά, το βάθος των συλλήψεων, ήταν πάντα καίρια χαρακτηριστικά της ποίησης του Πρατικάκη. Ας μείνουμε σε κάποια χαρακτηριστικά σημεία:
Δημιουργώ σημαίνει σπρώχνω σε κοχλαστική διασάλευση την τάξη (σελ.55).
Υπάρχει άραγε πιο ποιητική απόδοση της έννοιας της εντροπίας;
Και για τις τρελές αγελάδες:
Η λαίμαργη νύχτα-αγελάδα βόσκοντας οστεάλευρα. Ρέπει
στη σπογγώδη διάλεκτο Γιάκομπ-Κρόιτσφελντ (με ρήτρα ECU).
Η φρίκη του κέρδους πάλι πρώτη στο παγκόσμιο ψυχιατρείο (σελ.57).
Σαν ποιητής-ιεροφάντης χρησμοδοτεί:
Είδα τα σαστισμένα πλήθη σε πανικούς-περιπάτους.
Κονσερβηδόν στα καταφύγια με προβοσκήδες (σελ. 44).
Αλλά και νουθετεί: Περπάτα πιο αργά. Κάνε έρωτα. Στοχάσου πιο αργά. Αργοπόρησε στις αργόσυρτες οδοιπορίες. Πατώντας φρένο. Σπρώξε στο χώρο των αχρήστων το επάρατο στεφάνι της πρωτιάς (σελ. 62).
Και:
Αντιστρέφοντας: το αργόν και χάριν έχει (σελ. 63).
Από τους πιο ωραίους στίχους της συλλογής είναι αυτοί που αναφέρονται στην ποίηση και τον ποιητή:
Γράφω πάει να πει μιλάω για τους άλλους.
Και ακούω τους απόηχους της φιλαυτίας μου.
Σημαίνει σαρκάζω τον Ξενώνα του οποίου είμαι τρόφιμος (σελ. 58).
Γράφω πάει να πει συνομιλώ με τις ρίζες μου. Συνομιλώ με τις πληγές μου. Με τη σκόνη των πεθαμένων μου προσδοκιών. Γράφω θα πει συνομιλώ με τη χαράδρα που βουίζει μέσα μου. Με την τίγρη που με λιανίζει νύχτα μέρα (σελ. 59).
Γράφω σημαίνει συναρμολογώ τα όνειρα. Σημαίνει ζω
την ουτοπία να πλευρίσω το απρόσιτο.
Με παράλογο πάθος να χαρτογραφήσω την άβυσσο.
Σημαίνει εκτίω την ειρκτήν μου
Σημαίνει κατεβαίνω χωρίς απελπισία
στο δικό μου Μινώταυρο
που με ονειρεύεται.
και πριν με καταπιεί
με εικονίζει
που τον εικονίζω (σελ. 60).
Ο μεγάλος ποιητής είναι πάντα γλωσσοπλάστης. Δεν διευρύνει απλώς το σθένος των λέξεων σε απρόβλεπτες συνδέσεις, δεν ανασύρει απλώς λέξεις από την αφάνεια των παπύρων και των λαογραφικών καταγραφών (θις, θρινάκι, καθελέτο, ειλούμαι, έκφρενος) αλλά και πλάθει δικές του. Τις επεξηγεί άλλωστε στο λεξιλόγιο που παραθέτει στο τέλος της συλλογής. Ανάμεσά τους οι, αστερώνομαι, αποσφηνώνω, μνημεκτομή, χάοσμος.
Ο Μανόλης Πρατικάκης ξεχωρίζει από τους ποιητές της γενιάς του. Ανάμεσα σ’ αυτούς που έχουν μελετήσει διεξοδικά το έργο του είναι και ο Θεοδόσης Πυλαρινός, καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, ο οποίος εξέδωσε πρόσφατα (εκδόσεις Μελάνι) ένα πολυσέλιδο τόμο (380 σελίδες) με τίτλο «Η κριτική αξιολόγηση της ποίησης του Μανόλη Πρατικάκη», μια ανθολόγηση κριτικών προσεγγίσεων στο έργο του με μια εκτενέστατη και εμπεριστατωμένη εισαγωγή 88 σελίδων. Με την τελευταία του αυτή ποιητική συλλογή ο Πρατικάκης αποδεικνύει ότι επάξια κατέχει την ξεχωριστή θέση που έχει στα ελληνικά γράμματα.
Friday, October 1, 2010
Στέλλα Αρκάδη, Ποιήματα των αγαπημένων
Στέλλα Αρκάδη, Ποιήματα των αγαπημένων, Εριφύλη 2004
Κρητικά Επίκαιρα, Μάης 2006
Η Στέλλα Αρκάδη είναι μια από τις πιο αξιόλογες ποιητικές φωνές. Από το 1992 που παρακολουθούμε την ποιητική της πορεία έχουμε παρουσιάσει από τα Κ.Ε. τέσσερις ποιητικές συλλογές της. Τα «Ποιήματα των αγαπημένων» είναι η τελευταία και, κατά τη γνώμη μας, πιο ώριμη δουλειά της.
Όλοι οι Κρήτες λογοτέχνες, ακόμη κι εκείνοι που ξεφεύγουν από τα στενά πλαίσια μιας λαογραφικής νοσταλγίας της γλώσσας και της παράδοσης, κουβαλούν την Κρήτη μέσα τους.
Αλλά εγώ βαστώ ακόμη το βάλσαμο
Που γιατρεύει και γαληνεύει
Όπως ο «έρωντας» που φυτρώνει μοναχά στην Κρήτη
Το κόβεις κι απολησμονιέσαι
Χορταράκι θείο, μικρή μαγική χημεία
Κι όχι σαν αυτή τη Μεγάλη Χημεία
Της μοίρας και του κορμιού μας
Αχ, ρίζες ευγενικές, αρωματικά βουνά
Λευκά Όρη μου.
Η λήθη του θανάτου και η εγκατάλειψη κατατρύχει την ποιήτρια.
Καημένη μαμά…
Ο καρκίνος δεν είναι μεταφυσική
Τεντώνει τους νευρώνες
Κι εξελκώνει τη βούληση
Τι να σου κάνει μια ασπιρίνη
Τα παιδιά σου μιμούνται την τραγωδία
Χορός σιωπηλός, έτοιμος να σκορπίσει
Σαν του λαγού τα μικρά.
Και:
Να μην ξανάρθεις. Γιατί τώρα σε ξέχασα
Γιατί καμιά θάλασσα δε νοιάζεται
Για τους πνιγμένους της.
Ο (αυτό)σαρκασμός της έχει κάτι το στυφό, το διαπερνάει η ίδια απαισιοδοξία:
Η νεκρή ομορφιά αφήνει κακά σημάδια
Και πόσο λαμπερά το θυμάμαι
«όταν μεγαλώσω θα γίνω…»
(γέρος και θα πεθάνω, φρόνιμα
γιατί θα σε φάει ο γέρος…)
Σχολιάζοντας τον στίχο της Ζωής Καρέλλη «Αν δεν είσαι τραγικός είσαι γελοίος» γράφει:
…αν είσαι τραγικός
περνάς τα σύνορα και γλιτώνεις
Αν είσαι γελοίος κλείνεσαι στο κορμί σου
Κάνεις το γύρο της κάμαρής σου
Και νομίζεις πως ταξιδεύεις.
Τα «Άτιτλα μικρά ερωτικά και άλλα» είναι αυτά που μου άρεσαν περισσότερο. Αστραπές έμπνευσης, δείγματα σπάνιας ευαισθησίας και νοηματικής πυκνότητας συναρπάζουν σαν τις πετυχημένες μαντινάδες και τα χάι κου.
Mantis religiosa, χαριτωμένε κανίβαλε
Στολίστηκες για ν’ αφανίσεις το σύνευνό σου
Αμείλικτη φύση, μονάχα για τη διαιώνιση
Νοιάζεσαι, ευλάβεια θρησκευτική για τον Αύγουστο.
Το απόσπασμα αυτό δίνει ανάγλυφα την υπαρξιακά απαισιόδοξη διάσταση της ποίησης της Στέλλας Αρκάδη.
Θα κλείσω το σημείωμα αυτό με την επισήμανση της τολμηρής λεξιπλασίας της ποιήτριας. Οι δυο θαυμάσιες λέξεις που συνάντησα στην τελευταία της αυτή ποιητική συλλογή θα πρέπει να αποθησαυριστούν στα λεξικά. Τις παραθέτω σε bold, στο ποιητικό τους συγκείμενο.
Δεν μπορείς να τα κλέψεις όλα, πουλί μου
Θα μείνει το αλεξίπονο να ξημερωθώ.
Και:
Σε ποιον ουρανό καταστερίστηκες κι έγινες
Τρόφιμος εσαεί του μυαλού μου.
Κρητικά Επίκαιρα, Μάης 2006
Η Στέλλα Αρκάδη είναι μια από τις πιο αξιόλογες ποιητικές φωνές. Από το 1992 που παρακολουθούμε την ποιητική της πορεία έχουμε παρουσιάσει από τα Κ.Ε. τέσσερις ποιητικές συλλογές της. Τα «Ποιήματα των αγαπημένων» είναι η τελευταία και, κατά τη γνώμη μας, πιο ώριμη δουλειά της.
Όλοι οι Κρήτες λογοτέχνες, ακόμη κι εκείνοι που ξεφεύγουν από τα στενά πλαίσια μιας λαογραφικής νοσταλγίας της γλώσσας και της παράδοσης, κουβαλούν την Κρήτη μέσα τους.
Αλλά εγώ βαστώ ακόμη το βάλσαμο
Που γιατρεύει και γαληνεύει
Όπως ο «έρωντας» που φυτρώνει μοναχά στην Κρήτη
Το κόβεις κι απολησμονιέσαι
Χορταράκι θείο, μικρή μαγική χημεία
Κι όχι σαν αυτή τη Μεγάλη Χημεία
Της μοίρας και του κορμιού μας
Αχ, ρίζες ευγενικές, αρωματικά βουνά
Λευκά Όρη μου.
Η λήθη του θανάτου και η εγκατάλειψη κατατρύχει την ποιήτρια.
Καημένη μαμά…
Ο καρκίνος δεν είναι μεταφυσική
Τεντώνει τους νευρώνες
Κι εξελκώνει τη βούληση
Τι να σου κάνει μια ασπιρίνη
Τα παιδιά σου μιμούνται την τραγωδία
Χορός σιωπηλός, έτοιμος να σκορπίσει
Σαν του λαγού τα μικρά.
Και:
Να μην ξανάρθεις. Γιατί τώρα σε ξέχασα
Γιατί καμιά θάλασσα δε νοιάζεται
Για τους πνιγμένους της.
Ο (αυτό)σαρκασμός της έχει κάτι το στυφό, το διαπερνάει η ίδια απαισιοδοξία:
Η νεκρή ομορφιά αφήνει κακά σημάδια
Και πόσο λαμπερά το θυμάμαι
«όταν μεγαλώσω θα γίνω…»
(γέρος και θα πεθάνω, φρόνιμα
γιατί θα σε φάει ο γέρος…)
Σχολιάζοντας τον στίχο της Ζωής Καρέλλη «Αν δεν είσαι τραγικός είσαι γελοίος» γράφει:
…αν είσαι τραγικός
περνάς τα σύνορα και γλιτώνεις
Αν είσαι γελοίος κλείνεσαι στο κορμί σου
Κάνεις το γύρο της κάμαρής σου
Και νομίζεις πως ταξιδεύεις.
Τα «Άτιτλα μικρά ερωτικά και άλλα» είναι αυτά που μου άρεσαν περισσότερο. Αστραπές έμπνευσης, δείγματα σπάνιας ευαισθησίας και νοηματικής πυκνότητας συναρπάζουν σαν τις πετυχημένες μαντινάδες και τα χάι κου.
Mantis religiosa, χαριτωμένε κανίβαλε
Στολίστηκες για ν’ αφανίσεις το σύνευνό σου
Αμείλικτη φύση, μονάχα για τη διαιώνιση
Νοιάζεσαι, ευλάβεια θρησκευτική για τον Αύγουστο.
Το απόσπασμα αυτό δίνει ανάγλυφα την υπαρξιακά απαισιόδοξη διάσταση της ποίησης της Στέλλας Αρκάδη.
Θα κλείσω το σημείωμα αυτό με την επισήμανση της τολμηρής λεξιπλασίας της ποιήτριας. Οι δυο θαυμάσιες λέξεις που συνάντησα στην τελευταία της αυτή ποιητική συλλογή θα πρέπει να αποθησαυριστούν στα λεξικά. Τις παραθέτω σε bold, στο ποιητικό τους συγκείμενο.
Δεν μπορείς να τα κλέψεις όλα, πουλί μου
Θα μείνει το αλεξίπονο να ξημερωθώ.
Και:
Σε ποιον ουρανό καταστερίστηκες κι έγινες
Τρόφιμος εσαεί του μυαλού μου.
Subscribe to:
Posts (Atom)
