Book review, movie criticism

Thursday, October 6, 2011

Αντώνης Δεσύλλας, Βόλτα στη Σπανιάδα

Αντώνης Δεσύλλας, Βόλτα στη Σπανιάδα, ΑΛΔΕ 2011, σελ. 173 (3η έκδοση, βελτιωμένη και επηυξημένη)

Ένα μυθιστόρημα λιγότερο, όσο καλό και αν είναι, δεν είναι και μεγάλη απώλεια για τα γράμματα. Όμως η έλλειψη ενός βιβλίου όπως το «Βόλτα στη Σπιανάδα», θα ήταν μια ανεπανάληπτη απώλεια. Το ίδιο πράγμα θα πω και για το βιβλίο μου «Το χωριό μου: από την αυτοκατανάλωση στην αγορά». Και θα εξηγήσω το γιατί.
Και στα δυο βιβλία, εγώ και ο Δεσύλλας αναφερόμαστε στους γενέθλιους τόπους μας: εγώ στο Κάτω Χωριό Ιεράπετρας, ο Δεσύλλας στην Κέρκυρα (Σπιανάδα είναι το όνομα της κεντρικής πλατείας της Κέρκυρας). Και οι δυο αναπολούμε την εποχή των παιδικών μας χρόνων, τη δεκαετία του πενήντα και του εξήντα. Την εισαγωγή του δικού μου βιβλίου την τελειώνω γράφοντας τα εξής: «Στα τέλη του 21ου αιώνα, ένας δισέγγονός μου, ή απλά ένα κατωχωριτάκι, ανασκαλεύοντας τη βιβλιοθήκη της κοινότητας, όπως έκανα εγώ όταν ήμουν μικρός, θα πέσει πάνω σ’ αυτό το βιβλίο και θα διαβάσει με συγκίνηση πώς ζούσαν οι παππούδες του έναν αιώνα πριν. Ίσως μάλιστα δακρύσει. Γι’ αυτό το κατωχωριτάκι γράφω». Ο Αντώνης θα προσυπέγραφε φαντάζομαι αυτό το απόσπασμα. Γράφει επίσης και για αυτό το Κερκυραιοτάκι.
Η μεγάλη ιστορία γράφεται από πολλούς. Πολλοί έχουν γράψει για τον εμφύλιο, πολλοί έχουν γράψει για την μικρασιατική καταστροφή. Όμως για την μικρή ιστορία της ιδιαίτερης πατρίδας τους, του χωριού τους ή της πόλης τους, λίγοι έχουν γράψει. Και αυτή η ιστορία μπορεί να μην είναι ευρύτερου ενδιαφέροντος, όμως για κάποιους λίγους έχει πάρα πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Πολύ θα ήθελα ένας κατωχωρίτης να είχε γράψει για το πώς ήταν το Κάτω Χωριό στα μέσα του 19ου αιώνα. Αλλά ένας τέτοιος κατωχωρίτης δεν υπήρξε. Όμως ένας κατωχωρίτης του 21ου αιώνα μπορεί να διαβάσει για το Κάτω Χωριό του 20ου.
Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για το βιβλίο του Δεσύλλα. Δίνει μια ανάγλυφη εικόνα της Κέρκυρας στο τρίτο τέταρτο του 20ου αιώνα, που σίγουρα συγκινεί αυτούς που την έζησαν, άτομα δηλαδή περίπου της δικής μας ηλικίας, αλλά και νέα άτομα, που δεν πρόλαβαν να τη ζήσουν. Και σίγουρα θα ενδιαφέρει και όλους τους μεταγενέστερους. Γλαφυρός στις περιγραφές του, συναρπαστικός στην αφήγησή του, μαγεύει τον αναγνώστη.
Διαβάζοντάς το ένιωσα αυτό που ένιωσαν άλλοι για το δικό μου βιβλίο. Άκουσα από αρκετούς της ηλικίας μου, που όμως έζησαν σε άλλα μέρη της Ελλάδας, ότι τους θύμισε το δικό τους τόπο, τις συνθήκες ζωής και της δικής τους παιδικής ηλικίας. Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό του Δεσύλλα συνειδητοποίησα πόσα πράγματα θα μπορούσα να είχα βάλει ακόμη στο δικό μου βιβλίο, που μου ξέφυγαν. Πολλοί με έχουν ρωτήσει γιατί δεν έγραψα και για τους γραφικούς τύπους του χωριού μου. Ο Αντώνης το έκανε στο δικό του βιβλίο.
Θα παραθέσω τώρα κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα, που με πλημμύρισαν με τις δικές μου αναμνήσεις.
«Πριν και μετά τη λειτουργία, αφού ο εσπερινός τελείωνε σχετικά νωρίς και υπήρχε ακόμη ελεύθερος χρόνος, μαζευόμαστε στην πλατεῒτσα κι ανάμεσα στ’ άλλα παιχνίδια μας προσθέταμε όσο πλησίαζε η Ανάσταση και το άναμμα αυτοσχέδιων βεγγαλικών που φτιάχναμε με σύρμα ψιλό κατσαρόλας δεμένο στην άκρη ενός κομματιού σπάγγου τον οποίο περιστρέφαμε γύρω-γύρω, δημιουργώντας έτσι ένα φωτεινό στεφάνι» (σελ. 122).
Το ίδιο κάναμε κι εμείς. Θυμάμαι μια φορά, μαθητής δημοτικού, που πήγα να κάνω επίδειξη στη γιαγιά μου, που ήταν κατάκοιτη με σπασμένο πόδι στο κρεβάτι. Όμως έπεσε ένα φλεγόμενο κομμάτι από αυτό το σύρμα σε κάτι χαρτιά που πήραν φωτιά. Έτρεξα τρομοκρατημένος στην κουζίνα που έτρωγαν οι γονείς μου, και τους φώναξα: -Μπαμπά, μαμά, γλακάτε γιατί ήβαλα φωτιά και θα καεί η γιαγιά μου. Και το έβαλα στα πόδια. Σπίτι γύρισα πολύ αργά το βράδυ. Υπολόγιζα ότι μέχρι τότε θα είχαν ξεθυμάνει και θα γλίτωνα το ξύλο.
Μου έρχονται επίσης στο μυαλό οι κουτσούνες (κούκλες), τα παπούτσια που είχαν σιδερένια πέταλα για να μη λειώνουν γρήγορα, τα μπαλωμένα ρούχα. Εμείς στην Κρήτη είχαμε και τους καβάλους, μεγάλα μπαλώματα για τους πισινούς, καθώς τα παντελόνια μας εκεί φθείρονταν πρώτα. Ο Δεσύλλας γράφει ακόμη και για τις «τύχες», τις καρτούλες με τις οποίες κέρδιζες ευτελή δωράκια, ενώ «υπήρχε και το μεγάλο δώρο, μια μπάλα ποδοσφαίρου που κανείς δεν θυμάμαι να την κέρδισε» (σελ. 39). Να σου πω εγώ Αντώνη, κανείς δεν την κέρδισε, γιατί αυτό που γινόταν στην Κέρκυρα με το μεγάλο δώρο-κράχτη γινόταν και στα άλλα μέρη της Ελλάδας. Μια παρόμοια εμπειρία αναφέρει αν δεν κάνω λάθος και ο Αντώνης Σουρούνης στο βιβλίο του «Το μονοπάτι στη θάλασσα», μια παρουσίαση της Θεσσαλονίκης των παιδικών του χρόνων, και μια ακόμη γυναίκα συγγραφέας που δεν μπορώ να θυμηθώ ποια ήταν. Γράφοντας για το βιβλίο της αναφέρθηκα στον Σουρούνη.
Διαβάζω: «…Όλα ήταν ασυσκεύαστα, το ρύζι, τα μακαρόνια, το πιπέρι, οι ελιές και κάθε τι που αγοράζαμε».
Και θυμάμαι μια ιστορία που μας την είπε ο συγχωρεμένος Γιάννης Μιχαλάκης, καθηγητής χημείας (παρεμπιπτόντως, ήταν ο μόνος καθηγητής που με είχε σαπίσει στο ξύλο στη δευτέρα Γυμνασίου, όπως και ένας δάσκαλος στο δημοτικό). Πηγαίνει κάποιος στον μπακάλη και του λέει να του δώσει ένα κιλό φακές, ένα κιλό φασόλια και ένα κιλό ρεβύθια, -αλλά να τα βάλεις στην ίδια σακούλα. Ζυγίζει ο μπακάλης, τον ρωτάει πόσο κάνουν, τόσο κάνουν, -γράφτα, του λέει.
–Μα, κάνει ο μπακάλης, δεν δίνουμε βερεσέ -Ε, αν δεν δίνεις βερεσέ, πάρτα πίσω. Τι να κάνει ο κακόμοιρος, τον άφησε να τα πάρει βερεσέ.
Ο Δεσύλλας στο βιβλίο του γράφει και για τις βεντούζες. Και θυμήθηκα πάλι μια προσωπική ιστορία. Ο πατέρας μου πέθανε 94 χρόνων, το 1997. Τα τελευταία 9 χρόνια τα πέρασε στο σπίτι μας στην Αθήνα. Έπασχε από βρογχικά, και αν κρατήθηκε στη ζωή τόσα χρόνια ήταν επειδή του έπαιρνα κάθε λίγο και λιγάκι βεντούζες. Το επεισόδιο που θα αφηγηθώ έγινε δυο τρεις μήνες περίπου πριν πεθάνει. Έχωσα το πιρούνι με το μπαμπάκι μέσα στο οινόπνευμα, αλλά βγάζοντάς το δεν το σφούγγιξα καλά και έτσι όταν του έβαλα φωτιά πετάχτηκαν κάποιες φλεγόμενες σταγόνες πάνω στο κρεβάτι του. Τις έσβησα βιαστικά. Φοβισμένος και οργισμένος ο πατέρας μου μού είπε τότε μια κρητική παροιμία που δεν την είχα ξανακούσει: «Το βιαστικό γαμήσι κάνει κουζουλό κοπέλι».
Γράφει ο Δεσύλλας για τη σειρήνα ενός εργοστασίου που «Σήμαινε δυνατά, ώστε το σφύριγμά της να ακούγεται πολύ μακριά… για την αλλαγή της βάρδιας των εργαζομένων σ’ αυτό και μάθαιναν την ώρα οι κάτοικοι της πόλης μας, στις έξι το πρωί, στις δύο το μεσημέρι και στις δέκα το βράδυ» (σελ. 28). Έτσι κι εμείς στο λιομάζωμα, σταματάγαμε τη δουλειά για φαγητό όταν κτύπαγε η σειρήνα του «Μίνως», ενός πυρηνελαιουργείου στην Ιεράπετρα, στις μία η ώρα. Ρολόι χειρός δεν είχαμε. Το πρώτο μου ρολόι το απέκτησα φοιτητής, γιατί μου ήταν ολότελα αναγκαίο για να ξέρω πότε να πηγαίνω στις παραδόσεις. Πλήρωσα γι’ αυτό κοντά ένα χιλιάρικο, τότε που το μηνιάτικο έμβασμά μου ήταν δυο χιλιάρικα. Και ήταν και από τα φτηνά.
Διαβάζουμε: «Κατάλοιπα αυτού του διαστρεβλώματος της γλώσσας παρατηρούμε ακόμη και στις μέρες μας, όπου η φιάλη υγραερίου ονομάζεται ‘πετρογκάζ’, η οδοντόκρεμα ‘κολυνός’ και ο στυλός διαρκείας ‘μπικ’» (σελ. 147).
Δυστυχώς δεν ονομαζόταν μόνο η οδοντόκρεμα κολυνός, αλλά και η κρέμα ξυρίσματος. Θυμάμαι μια ξαδέλφη μου που ζήτησε ένα κολυνό, της έδωσαν κρέμα ξυρίσματος, και όταν το πρόσεξε ντράπηκε να τον γυρίσει πίσω.
Διαβάζω: «…μπροστά σ’ όλους όσους βρίσκονταν εκεί…» (σελ. 38). Αλήθεια, γιατί οι συγγραφείς δεν ακολουθούν την έλξη του αναφορικού, όπως κάνουμε πάντα στον προφορικό λόγο, και γράφουν «όλους όσοι»; Επιμένω στην έλξη του αναφορικού στα κείμενά μου. Πρόσφατα την συνάντησα και σε έναν άλλο συγγραφέα, και με χαρά την συναντώ και σ’ αυτό το κείμενο του Αντώνη Δεσύλλα.
Δομώντας τις εικόνες-αφηγήσεις του σύμφωνα με τις τέσσερις εποχές, διακοσμώντας τις με σπάνιο φωτογραφικό υλικό της εποχής, μπορούμε να πούμε για αυτό το βιβλίο του Αντώνη Δεσύλλα ότι είναι ένα livre bien fait (για να παραφράσουμε το pièce bien faite), ένα πολύ καλογραμμένο βιβλίο που θα συναρπάσει όχι μόνο τους Κερκυραίους αλλά και κάθε αναγνώστη.

Tuesday, October 4, 2011

Ιουστίνη Φραγκούλη, Έρωτας στην Ομίχλη

Ιουστίνη Φραγκούλη, Έρωτας στην Ομίχλη, Ψυχογιός 2011, σελ. 425

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Δεν είναι ένα συναρπαστικό ρομάντζο αλλά μια σκληρή ερωτική ιστορία, μια πραγματική ερωτική ιστορία που η συγγραφέας αφηγείται συναρπαστικά

Δεν είναι και τόσο συνηθισμένο οι συγγραφείς να τοποθετούν τις ιστορίες τους σε αγροτικά περιβάλλοντα. Από τις εξαιρέσεις που μου έρχονται τώρα στο μυαλό είναι η Ευγενία Φακίνου, που, αν δεν κάνω λάθος, όλες της οι ιστορίες διαδραματίζονται στην επαρχία. Και της Ελένης Στασινού το τελευταίο μυθιστόρημα, «Η γυναίκα των Δελφών», τοποθετείται στην επαρχία, και, όπως φαίνεται από τον τίτλο, στους Δελφούς. Και της Ιουστίνης Φραγκούλη το τελευταίο μυθιστόρημα, «Έρωτας στην ομίχλη», τοποθετείται στην επαρχία, σε ένα ορεινό χωριό στην Έδεσσα.
Στην τελευταία παράγραφο στις «ευχαριστίες», στο τέλος του βιβλίου, διαβάζουμε: «Ευχαριστώ όλους για τούτο το βιβλίο, και προπάντων την Αμαλία που μου εμπιστεύτηκε την προσωπική της ιστορία, χωρίς μοντάζ, κοιτώντας με ευθύβολα στα μάτια». Έχουμε λοιπόν να κάνουμε όχι ακριβώς με ένα μυθιστόρημα, αλλά με την εξιστόρηση μιας πραγματικής ιστορίας.
Υπάρχουν βιβλία στα οποία η αφήγηση καταποντίζεται μέσα στο ύφος, και βιβλία που το ύφος υπηρετεί την αφήγηση, χωρίς να θέλει να της τραβήξει το χαλί κάτω από τα πόδια. Εγώ ως αφηγηματολόγος έχω την τάση να εκτιμώ πολύ τα δεύτερα, αλλά φαντάζομαι και η μεγάλη πλειοψηφία των αναγνωστών. Το βιβλίο της Ιουστίνης δεν κατακλύζεται με τα συνηθισμένα υφολογικά στοιχεία όπως είναι για παράδειγμα οι μεταφορές, οι οποίες σε μερικούς συγγραφείς χρησιμοποιούνται σε βαθμό κατάχρησης, ούτε με λυρικές περιγραφές τοπίων σε μια επίδειξη λογοτεχνικότητας. Η συγγραφέας αφήνει τους ήρωές της να μιλούν αβίαστα, σαν να βρίσκονται πάνω σε ένα θεατρικό σανίδι, περιορίζοντας τις αφηγηματικές συνδέσεις και τα σχόλιά της στα εντελώς αναγκαία. Παρά το ό,τι τα επεισόδια που αφηγείται στις 415 σελίδες του βιβλίου δεν είναι και τόσα πολλά, δεν δημιουργείται ποτέ η αίσθηση του πλατειασμού. Αντίθετα η Φραγκούλη λέγει αυτά που είναι αναγκαίο να πει, ούτε περισσότερα, ούτε λιγότερα. Την ίδια αίσθηση απεκόμισα παρεμπιπτόντως, διαβάζοντας μόλις πρόσφατα τον «Φιλαράκο» του Γκυ ντε Μωπασάν.
Συνήθως τη λέξη «πλοκή» τη χρησιμοποιούν ως συνώνυμη της «ιστορίας». Στην κυριολεκτική της σημασία σημαίνει το πλέξιμο των γεγονότων της ιστορίας κατά την αφήγηση. Και το πλέξιμο αυτό έχει μεγάλη σημασία, γιατί καθορίζει σημαντικά το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Και ένα στοιχείο εκ των ων ουκ άνευ σε μια καλή πλοκή είναι το στοιχείο του σασπένς, της αγωνίας για την έκβαση, το οποίο δημιουργείται με διάφορες αφηγηματικές τεχνικές.
Η Ιουστίνη παρακολουθεί την Αμαλία, την ηρωίδα της, πρωτοδιόριστη δασκάλα, καθώς πηγαίνει με το λεωφορείο στο ορεινό χωριό όπου έχει τοποθετηθεί. Ο δρόμος είναι κακοτράχαλος, γεμάτος στροφές. Στην μια πλευρά του ορθώνεται ο σκοτεινός όγκος ενός πανύψηλου βουνού και στην άλλη χάσκει ένας απύθμενος γκρεμός. Ένα απότομο φρενάρισμα πετάει την Αμαλία έξω στο διάδρομο. «Αν δεν έπιανε το φρένο, θα κατρακυλούσαν κάτω και δε θα ’μενε τίποτα από τα κορμιά τους» (σελ. 21). Τι θα γίνει αν συναντήσουν και άλλο αμάξι στην επόμενη στροφή; Μικροσασπένς, που όμως ανεβάζει την αδρεναλίνη του αναγνώστη.
Σε λίγες σελίδες εκτίθεται το οικογενειακό background της Αμαλίας, για να παρουσιαστεί στη συνέχεια μια τσιγγάνα που θα της πει με το έτσι θέλω τη μοίρα της. Την βλέπει σκοτεινή. Μ’ αυτό τον τρόπο δημιουργείται το τραγικό σασπένς του ποιες συμφορές περιμένουν την ηρωίδα. Ο έρωτας που θα αναπτυχθεί με έναν νεαρό του χωριού ξέρουμε ότι δεν θα ευοδωθεί, αγνοούμε όμως για ποιο λόγο. Σαν κακός οιωνός η τσιγγάνα αυτή θα εμφανιστεί ξανά μερικά κεφάλαια πιο κάτω, για να την τρομοκρατήσει άλλη μια φορά με τις μαύρες προφητείες της, και μια τρίτη φορά στο τέλος του βιβλίου: «Σήμερα θα γενεί το κακό, σήμερα…» (σελ. 404).
Υπάρχουν και άλλα σασπένς. Η Αμαλία ακούει ανθρώπινα ουρλιαχτά. Η σπιτονοικοκυρά της την καθησυχάζει λέγοντάς της ότι είναι τσακάλια. Η Αμαλία δεν πείθεται, ούτε και ο αναγνώστης. Αργότερα μαθαίνουμε πως είναι η τρελή της κόρη, που από τη φυλακή του Δαφνιού την μετέφερε στη φυλακή ενός στάβλου του σπιτιού της, για καλύτερα.
Όταν η Αμαλία με τη φίλη της βλέπουν ένα ερωτικό ζευγάρι πίσω από τους θάμνους, αναγνωρίζουν την Ευγενία, όμως ο άλλος ποιος είναι; Ο Αρίστος μήπως;
Η Ευγενία κάποια στιγμή εξαφανίζεται. Είναι μήπως νεκρή; Όχι, θα την βρουν σε άθλια κατάσταση, και τότε θα μάθει η Αμαλία μαζί με τον αναγνώστη ότι είναι ψυχασθενής.
Η οικογενειακή ιστορία του νεαρού Αρίστου εκτίθεται με περισσότερες λεπτομέρειες, σε ολόκληρο κεφάλαιο, λίγο μετά την οικογενειακή ιστορία της Αμαλίας. Είναι εξάλλου πιο συναρπαστική, αφού έχει να κάνει με τον ξεριζωμό των προγόνων του από την Μικρά Ασία και τη μετανάστευση του παππού του στην Αμερική.
Ο νεαρός Αρίστος είναι γυναικάς. Η αφηγηματική αναμονή είναι πως η σχέση θα διαλυθεί γι’ αυτό το λόγο. Και έχουμε εδώ μια αφηγηματική ανατροπή –μια άλλη αρετή της συναρπαστικής αφήγησης- αφού τέλος στη σχέση θα δώσει όχι η απηυδισμένη Αμαλία αλλά ο θάνατος του Αρίστου από ανακοπή μέσα στα παγωμένα νερά της λίμνης• που, όπως μαθαίνουμε στο τέλος, μπορεί και να είναι μια αυτοκτονία υπεράνω πάσης υποψίας.
Υπάρχει και άλλη μια αφηγηματική ανατροπή. Όταν η Ευγενία μιλάει για τη σχέση της με τον Αρίστο ο αναγνώστης δεν υποψιάζεται πως πρόκειται για ψυχωτικό παραλήρημα. Θα το μάθει πολύ αργότερα.
Το σασπένς και οι ανατροπές στις αναγνωστικές προσδοκίες είναι οι κύριες αφηγηματικές αρετές του «μυθιστορήματος». Υπάρχει όμως και ένα εφέ απροσδόκητου, ακόμη και για τους πιο υποψιασμένους αναγνώστες, ένας από τους οποίους σεμνύνομαι ότι είμαι και εγώ. Ξέρουμε ότι οι ψυχικές παθήσεις οφείλονται σε δυο κυρίως παράγοντες, που μπορεί να είναι ανεξάρτητοι, αλλά που συνήθως λειτουργούν συνεργικά. Αυτοί είναι οι τραυματικές εμπειρίες, ιδιαίτερα κατά την παιδική ηλικία, και η κληρονομικότητα. Η διπολική διαταραχή (η επιστημονική ονομασία της μανιοκατάθλιψης) από την οποία πάσχει ο Αρίστος φαίνεται ότι οφείλεται στην εμπειρία μιας διπλής ορφάνιας. Όταν πέθανε η μητέρα του κατά τη γέννα, ο πατέρας του τον εξαπέστειλε στην αδελφή του στην Αθήνα. Στο χωριό ερχόταν μόνο για διακοπές. Οι σχέσεις του με τον πατέρα του που ουσιαστικά τον απαρνήθηκε δεν είναι οι καλύτερες. Αντίθετα η διπολική διαταραχή της Ευγενίας φαίνεται να οφείλεται σε κληρονομικούς παράγοντες. Όσο για την τρέλα της κόρης της σπιτονοικοκυράς, έχουμε την εντύπωση ότι ήταν αποτέλεσμα ενός άτυχου γάμου στην Αυστραλία. Τελικά δεν ήταν τίποτα από όλα αυτά, ή δεν ήταν μόνο, ή κυρίως, αυτά. Οι ψυχολογικές διαταραχές από τις οποίες έπασχαν, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού οφειλόταν στην αυξημένη ποσότητα σε άλατα του νερού της περιοχής. Αυτό αποκάλυψε μια ερευνητική ομάδα μετά από εξονυχιστική μελέτη. Ξέρουμε τις επιπτώσεις που έχει η μόλυνση του περιβάλλοντος στην σωματική μας υγεία, αλλά δεν ξέρουμε, ή υποτιμούμε, την επίδραση που μπορεί να έχει πάνω στην ψυχική μας υγεία. Και εγώ που έχω μελετήσει κάπως το θέμα – έχω γράψει σχετικά στο βιβλίο μου «Περιβάλλον, διατροφή και ποιότητα ζωής»-δεν της δίνω την πρέπουσα σημασία. Και όμως θυμάμαι που απέδιδα την υπερκινητικότητα του γιου μου - αστειευόμενος βέβαια γιατί μάλλον είναι κληρονομική, την είχα και εγώ - στη μόλυνση από το μόλυβδο. Τώρα με την αμόλυβδη βενζίνη ο παράγοντας αυτός έχει εξαλειφθεί.
Τα αποσπάσματα από τα ποιήματα του Ρίτσου, όπως και ένα εκτενές απόσπασμα από τον «Αλέξη Ζορμπά» του Καζαντζάκη, αν δεν αποκαλύπτουν τις λογοτεχνικές επιρροές της Ιουστίνης, αποκαλύπτουν σίγουρα τις λογοτεχνικές της αγάπες. Η αγάπη για τον Καζαντζάκη μάλιστα τρύπωσε, θα λέγαμε ασυνείδητα, σε ένα σημείο. Διαβάζουμε: «Μαύρα φίδια με ζώνανε μαθές εμένα τη μαυροκακομοίρα τη μάνα» (σελ. 242). «Μαθές», μια λέξη που συναντάμε συχνά στον Καζαντζάκη, που όμως εγώ δεν την άκουσα ποτέ ζωντανά στην Κρήτη. Θυμάμαι που όταν την πρωτοδιάβασα στον Καζαντζάκη ρώτησα τους γονείς μου να μου πούνε τη σημασία της (μου είπαν ότι σημαίνει «βέβαια», «σίγουρα», αλλά μάλλον την χρησιμοποιούσαν οι κρητικοί όπως πετάνε σήμερα στο λόγο τους κάποιοι το «που λες» ή «να πούμε»).
Όλα τα βιβλία της Ιουστίνης που έχω διαβάσει ήταν πολύ καλά, αλλά αυτό πιστεύω είναι το καλύτερο. Το συνιστώ ανεπιφύλακτα.

Sunday, October 2, 2011

καταρχήν, καταρχάς, ένας διάλογος

Βρίσκεται εδώ

Αυτός εδώ μπορεί να μην είναι και τόσο άσχετος

Βρήκα και άλλα ενδιαφέρονται link, αλλά επειδή είχαν ελληνικούς χαρακτήρες το blog δεν μου τα έπαιρνε. Όποιος έχει κουράγιο μπορεί να συνεχίσει ψάχνοντας στο google.
Θα μείνω στο σχόλιο ότι το κατ' αρχήν μπορεί να χρησιμοποιηθεί και με τις δύο σημασίες στην καθομιλουμένη,και ότι τα συμφραζόμενα κάνουν κατανοητή την εκάστοτε σημασία.

Friday, September 30, 2011

Γκυ ντε Μωπασάν, Ο φιλαράκος

Γκυ ντε Μωπασάν, Ο φιλαράκος

Δεν είχα διαβάσει ποτέ Γκυ ντε Μωπασάν. Ήξερα βέβαια το Bel ami (όχι το ουζερί, το τραγούδι), και επειδή κάθε φιλαναγνώστης ξέρει περισσότερα βιβλία από ό, τι έχει διαβάσει φαντάζομαι θα ήξερα και για το μυθιστόρημα αυτό του Γκυ ντε Μωπασάν. Το βρήκα κάποτε σε ένα καλάθι, το πήρα και έμεινε και αυτό στο ράφι των τύψεων. Οι τύψεις μου πρέπει σιγά σιγά να καταλαγιάζουν, και γι’ αυτό αποφάσισα να διαβάζω στο εξής περισσότερα βιβλία από ό, τι αγοράζω ή παίρνω για βιβλιοπαρουσιάσεις.
Ο ρεαλισμός των γάλλων κλασικών του 19ου αιώνα έχει χαρακτηριστεί από τους μαρξιστές θεωρητικούς της λογοτεχνίας ως κριτικός ρεαλισμός, σε αντιπαράθεση με τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό των μαρξιστών συγγραφέων. Διαβάζοντας όμως τον Γκυ ντε Μωπασάν διαπίστωσα ότι πολύ πιο κριτικός από αυτούς είναι ο νατουραλιστής Γκυ ντε Μωπασάν. Στον «Φιλαράκο» κριτικάρεται ο αμοραλισμός και ο αριβισμός των μετά Κομμούνας γάλλων. Ο Ντυρουά, ο φιλαράκος, δεν έχει τίποτα το κοινό, πέρα από τη φιλοδοξία της κοινωνικής ανόδου, με τον Julien στο «Το κόκκινο και το μαύρο» ή τον Fabrice στο «Μοναστήρι της Πάρμας» του Σταντάλ. Ακόμη και ο φιλόδοξος Ραστινιάκ στον «Μπάρμπα Γκοριό» του Μπαλζάκ δεν είναι αδίστακτος. Ο Ντυρουά είναι η καρικατούρα τους. Τους επαρχιώτες γονείς του τους ανέχεται με συγκατάβαση, ενώ η συμβία του καθόλου. Η συμβία αυτή θα τον κερατώσει. Θα ανεχθεί το κεράτωμα προκειμένου να πάρει μια γερή κληρονομιά, θα κερατώσει το αφεντικό του φτιάχνοντάς τα με τη γυναίκα του, κ.λπ. κ.λπ.
Υπάρχει ένα πρόβλημα με τους ήρωες του νατουραλισμού. Δεν είναι καλοί, ούτε καν τραγικοί, για να μπορέσουμε να ταυτιστούμε μαζί τους και να τους συμπαθήσουμε. Μας προκαλούν την περιφρόνηση και τον αποτροπιασμό. Αλήθεια, πώς μπορούν να μας αρέσουν τα έργα του νατουραλισμού;
Για την «Νανά» και την «Τερέζα Ρακέν» του Ζολά δεν θυμάμαι. Να πω η λογοτεχνικότητα; Είναι πολύ αόριστο. Όμως για τον «Φιλαράκο» ξέρω. Είναι η σπαρταριστή σάτιρα (υπάρχει και αγέλαστη σάτιρα) με την οποία ο συγγραφέας αφηγείται τα επεισόδια. Ακόμη είναι το απέριττο ύφος, ένα ύφος που πραγματικά το ζήλεψα και πολύ θα ήθελα να μπορούσα να το μιμηθώ. Απέριττο και καίριο, και με πολύ χιούμορ. Κοντολογίς, πρόκειται για ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει ποτέ.

Tuesday, September 27, 2011

Κοινοί τόποι σε 10 λατινοαμερικάνικα σήριαλ

Κοινοί τόποι σε 10 λατινοαμερικάνικα σήριαλ

Διαβάζω, τ. 310, σελ. 18-22.

  Από όλα τα σημερινά «αφηγηματικά κείμενα», τα σήριαλ είναι αναμφισβήτητα τα εκτενέστερα και με τη μεγαλύτερη τηλεθέαση, με εξαίρεση ίσως κάποια κινηματογραφικά έργα βορειοαμερικανικής προέλευσης, κατά κανόνα υποψήφια για όσκαρ. Αφού, λοιπόν, ανταποκρίνονται στις «αφηγηματικές προσδοκίες» (αλλιώς: γούστα) ενός τόσο ευρέως κοινού, το οποίο από στατιστική άποψη αποτελεί ένα σημαντικό δείγμα, μπορούμε να κάνουμε υποθέσεις για ολόκληρο το σώμα του πληθυσμού, για τις αξίες και τις φιλοδοξίες του.
  Σαν εξάσκηση στα ισπανικά και τα πορτογαλικά, άρχισα να παρακολουθώ από πέρυσι την άνοιξη λατινοαμερικάνικα σήριαλ (Σε όλες τις χώρες νότια των ΗΠΑ μιλιούνται τα ισπανικά, με εξαίρεση τη Βραζιλία όπου μιλιούνται πορτογαλικά). Ξεκίνησα με ένα μεξικάνικο και ένα αργεντινέζικο σήριαλ, για να ακολουθήσει στη συνέχεια ένα βραζιλιάνικο. Από τότε πλήθυναν σημαντικά τα λατινοαμερικάνικα σήριαλ που προβάλλονται στα τηλεοπτικά κανάλια. Τη στιγμή που γράφω αυτές τις γραμμές (15 Γενάρη 1993) προβάλλονται έξι λατινοαμερικάνικα σήριαλ, το ένα μεταγλωττισμένο. (Τη στιγμή που κοιτάζω το σκαναρισμένο κείμενο για διόρθωση, 31-10-2006, όλα τα λατινοαμερικάνικα σήριαλ είναι μεταγλωττισμένα στα ελληνικά, τέτοια τηλεθέαση έχουν). Αξίζει να σημειωθεί ότι από τα υπόλοιπα σήριαλ που προβάλλονται κάποια είναι ελληνικά, μικρής διάρκειας, και κάποια αγγλόφωνα, και μάλιστα βορειοαμερικανικά. Σήριαλ σε άλλες γλώσσες απουσιάζουν (τη στιγμή που ξανακοιτάζω αυτό το κείμενο, 27-9-2011, τρία τούρκικα σήριαλ παίζονται στην ελληνική τηλεόραση, και δυο φίλες μου τα βλέπουν μετά μανίας). Σε όλο αυτό το διάστημα αντιλήφθηκα μόνο ένα μίνι σήριαλ στα ιταλικά και δυο γερμανικά. Όταν επιχείρησα να δω τα γερμανικά, πάλι για εξάσκηση της γλώσσας (αφού και οι γερμανικές ταινίες είναι ανύπαρκτες, με εξαίρεση τα έργα του Φασμπίντερ που προβάλλονται κατά καιρούς), διαπίστωσα με απογοήτευση ότι ήσαν μεταγλωττισμένες στα αγγλικά.
  Πώς μπορεί να ερμηνευθεί αυτή η εισβολή των λατινοαμερικάνικων σήριαλ, που παρουσιάζονται σαν σοβαρός ανταγωνιστής στα αγγλόφωνα; Συμπτωματικοί λόγοι και το χαμηλό κόστος μπορούν να θεωρηθούν σαν αιτίες, όμως όχι οι μόνες. Υπάρχει νομίζω ένας πιο σημαντικός λόγος. Τα σήριαλ αυτά αντανακλούν κοινωνικές καταστάσεις που είναι σε μεγάλο βαθμό όμοιες με τις ελληνικές. Και η Ελλάδα και οι χώρες της Λατινικής Αμερικής είναι αναπτυσσόμενες χώρες, με υπέρογκο εξωτερικό χρέος (μπα, ακόμη και εγώ το ήξερα από τότε;), και οι λαοί τους είναι με το ένα μάτι στυλωμένο στο όνειρο μιας αστικής επιτυχίας και αποκατάστασης, και με το άλλο στο αγροτικό, επαρχιώτικο παρελθόν τους. Αν τα αμερικάνικα σήριαλ γίνονται δεκτά λόγω μιας ιμπεριαλιστικής πολιτιστικής εισβολής, επιβάλλοντας τα δικά τους πρότυπα και τις δικές τους αξίες, τα λατινοαμερικάνικα γίνονται δεκτά γιατί στους ήρωές τους το ελληνικό κοινό αναγνωρίζει σε μεγάλο βαθμό τον εαυτό του.
  Μέσα στο χρονικό διάστημα που ανέφερα είδα συνολικά πέντε σήριαλ, και   παρακολουθώ αυτή τη στιγμή άλλα πέντε. Τα σήριαλ που είδα είναι τα εξής: «Ρόζα», (Rosa) μεξικάνικο, 160 ημίωρων επεισοδίων. «Top model», βραζιλιάνικο, (σελ. 18) που ξεκίνησε με ωριαία επεισόδια και συνεχίστηκε με ημίωρα, συνολικής διάρκειας περίπου 50 ωρών. «Επαναστάτης» (άστοχη μετάφραση του Rebelde, η Ατίθαση. Μου θυμίζει μια ανάλογη μετάφραση του «Κουκλόσπιτου» του Ίψεν, ως Το σπίτι με τις κούκλες) αργεντινέζικο, 138 ωριαίων επεισοδίων (στην πραγματικότητα ο χρόνος σε όλα τα σήριαλ είναι μικρότερος από τον αναγραφόμενο για να χωρέσουν οι διαφημίσεις) που κατ’ απαίτηση των τηλεθεατών άρχισε να προβάλλεται σε επανάληψη. «Άσπονδοι φίλοι» (ti,ti,ti, εσύ, εσύ, εσύ) βραζιλιάνικο, 160 ημίωρων επεισοδίων, «Τερέζα» (Teresa) μεξικάνικο, 160 ημίωρων επεισοδίων. Τώρα βλέπω τη «Σολεδάδ» (Soledad) μεξικάνικο, 160 ημίωρων επεισοδίων (το 160 είναι φαίνεται ο μαγικός αριθμός για τους παραγωγούς αυτών των σήριαλ), που βρίσκεται κάπου μετά τη μέση, με επανάληψη των εβδομαδιαίων επεισοδίων την Κυριακή. «Κριστάλ» (Cristal) από τη Βενεζουέλα, 250  επεισοδίων των τριών τετάρτων, που βρίσκεται πριν τη μέση. «Μάνα και κόρη» (Vale tudo, Όλα αξίζουν) βραζιλιάνικο, αγνώστου αριθμού επεισοδίων, που μεταδίδεται καθημερινά εδώ και τρεις μήνες περίπου, «Ο δρόμος της δόξας» (Senda de gloria) μεξικάνικο, το πιο αξιόλογο απ’ όλα, που αναφέρεται στην ιστορία της μεξικάνικης επανάστασης και προβάλλεται εδώ και τρεις περίπου μήνες για το περιορισμένο κοινό του, κάθε πρωί 6-7 από το Mega channel. «Νησί του  έρωτα» (Riacho doce, Γλυκό ρυάκι) βραζιλιάνικο, αγνώστου αριθμού  ημίωρων επεισοδίων,   που άρχισε να προβάλλεται πριν δυο βδομάδες από το Mega channel, 13.00-13.30', ώρα μεγάλης τηλεθέασης, σαν εξωτική περιπέτεια που είναι. Όλα αυτά τα σήριαλ, με εξαίρεση τα δύο παραπάνω και το «Top model» που προβλήθηκαν από το Mega channel, προβλήθηκαν ή προβάλλονται από την ΕΡΤ.
  Οι παρατηρήσεις που έκανα για τα σήριαλ αυτά είναι οι παρακάτω. Και πρώτον, όσον αφορά την κατασκευή τους:
  1. Υπάρχει μια εμφανής τάση μείωσης του κόστους παραγωγής. Είναι άλλωστε φυσικό ένα σήριαλ να έχει υποπολλαπλάσια έξοδα από ό,τι μια κινηματογραφική ταινία για ίδιο χρόνο προβολής, αλλιώς το κόστος θα ήταν δυσβάσταχτο. Έτσι τα εσωτερικά γυρίσματα υπερτερούν των εξωτερικών και η συνεχής παρουσία των ηθοποιών και του λόγου τους έχει στόχο να αποσπάσει την προσοχή από τα φτωχά ή επαναλαμβανόμενα ντεκόρ. Όσο για την ηχοληψία, γίνεται τις περισσότερες φορές την ίδια στιγμή με τη λήψη της εικόνας, για μείωση του κόστους από την εγγραφή στο στούντιο, και αυτό φαίνεται πολύ καθαρά στα εξωτερικά γυρίσματα, που συχνά οι θόρυβοι σκεπάζουν σημαντικά το λόγο των ηθοποιών.
  2. Μια βασική συνταγή του σήριαλ είναι η πρόκληση σασπένς, ώστε να θελήσει ο θεατής να δει το επόμενο επεισόδιο, και φυσικά τις παρεμβαλλόμενες διαφημίσεις. Πολλές φορές όμως αυτό γίνεται σε βαθμό κατάχρησης («Ρόζα») καθώς σε στιγμές κορύφωσης μιας σκηνής μεταβαίνουμε σε μιαν άλλη, για να κοπεί και αυτή στην πιο κρίσιμη στιγμή και να πάμε σε μια τρίτη ή στην προηγούμενη, κ.ο.κ.
  Αυτά ως προς τα γυρίσματα και τα μοντάζ. Ως προς τη μυθοπλασία τώρα.
  1. Το βασικό θέμα, όπως σε όλες τις μυθιστορίες, είναι ο έρωτας. Ερωτευμένοι νέοι χωρίζουν για να ενωθούν ξανά. Στα προαστικά έργα ο χωρισμός ήταν αποτέλεσμα εξωτερικών συνθηκών, είτε κατέληγε στο happy end της επανένωσης («Ερωτόκριτος») είτε όχι (σελ. 19) («Ερωφίλη»). Οι ερωτευμένοι νέοι είναι χωρισμένοι χωρίς να παύουν ούτε στιγμή να αγαπιούνται. Στα αστικά έργα ο χωρισμός είναι αποτέλεσμα κατά βάση εσωτερικών διεργασιών, δυσκολιών αλληλοκατανόησης και επικοινωνίας. Η αφηγηματική λογοτεχνία εκδραματίζει άλλωστε, είτε σε συμβολικό είτε σε ρεαλιστικό επίπεδο, αυτό που συμβαίνει στην πραγματική ζωή. Παλιά οι ερωτευμένοι κατέληγαν στο χωρισμό κυρίως από επεμβάσεις των γονιών, που έβλεπαν το γάμο περισσότερο σαν επιχείρηση παρά σαν την ευτυχή κατάληξη ενός αισθήματος. Σήμερα οι ερωτευμένοι οδηγούνται στο χωρισμό από δικές τους ασυνεννοησίες, πολλές φορές παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των γονιών.
Στα λατινοαμερικάνικα σήριαλ, οι ερωτευμένοι χωρίζουν από μια σύνθεση των παραπάνω αιτιών. Υπάρχουν πρόσωπα που υπονομεύουν την ευτυχία των ερωτευμένων, συνήθως ξεροκέφαλοι γονείς ή συγγενείς, ή/και αντίζηλοι, που όμως βρίσκουν πρόσφορο έδαφος στον ψυχισμό των ηρώων, που οδηγούνται έτσι στο χωρισμό. Ενώ νιώθουν βαθύ έρωτα ο ένας για τον άλλο, βρίσκονται σε συνεχείς εντάσεις και παρεξηγήσεις, για τις οποίες σε μεγάλο βαθμό ευθύνονται και τα πρόσωπα που αναφέραμε, με αποτέλεσμα να κάνουν ασυντόνιστα βήματα, ένα βήμα μπρος ένα πίσω, και να μη μπορούν να σμίξουν παρά μόνο στο τέλος του σήριαλ.
  2. Το μοτίβο της Σταχτοπούτας είναι συχνότατο. Η φτωχιά κοπέλα είναι ερωτευμένη με τον πλούσιο νέο («Ρόζα», «Σολεδάδ», «Κριστάλ»). Στην «Κριστάλ» μάλιστα, δίπλα στη Σταχτοπούτα υπάρχει και ένας Σταχτοπούτος.
  3. Όμως στην  εποχή της χειραφέτησης της γυναίκας, ο πλούσιος σύζυγος δεν αρκεί, αφού, στη σημερινή κοινωνική πραγματικότητα, αυτό σημαίνει υποτέλεια και εξάρτηση. Έτσι οι σταχτοπούτες αποδεικνύεται στο τέλος ότι έχουν πλούσιους γονείς, από τους οποίους για κάποιους λόγους χωρίστηκαν, όταν ήσαν ακόμη πολύ μικρές («Ρόζα», «Σολεδάδ», «Κριστάλ»).
  4. Έτσι έχουμε και την αναγνώριση, ένα από τα στοιχεία της αρχαίας τραγωδία κατά τον Αριστοτέλη, που μεταπήδησε ατόφιο στις μυθιστορίες. Παιδιά βρίσκονται στο τέλος από τους γονείς τους ή αντίστροφα, μετά από πολλές αναζητήσεις: κορίτσια από τη μητέρα τους («Ρόζα», «Σολεδάδ») ή και από τους δυο γονείς τους («Κριστάλ»), την πλούσια γιαγιά τους («Τερέζα»), αγόρια βρίσκουν τον πατέρα τους («Top model») ή τη μητέρα τους («Άσπονδοι φίλοι»), η κόρη τη μητέρα της («Δρόμος της δόξας»). Κάτι ανάλογο υπάρχει και στις κωμωδίες της Κρητικής Αναγέννησης.
  5. Το θέμα του διαζυγίου είναι επίσης παρόν στα περισσότερα σήριαλ («Rebelde», «Ρόζα», «Τερέζα», «Σολεδάδ», «Κριστάλ», «Μάνα και κόρη»).
  6. Υπάρχουν επίσης δυο βιασμοί («Rebelde», «Σολεδάδ») και παρουσιάζονται οι τραυματικές εμπειρίες μάνας και κόρης από το συμβάν.
  7. Είναι αξιοπερίεργο ότι ανύπαντρες ή χωρισμένες (σελ. 20) εγκυμονούσες γυναίκες (μαζί με τις δυο βιασθείσες που αναφέραμε πιο πριν) αποφασίζουν να κρατήσουν τα παιδιά τους, χωρίς όχι απλά να εκβιάσουν, αλλά ούτε καν να ενημερώσουν το φίλο τους με τον οποίο χώρισαν, σε μια στάση υπερήφανης ανεξαρτησίας («Rebelde», «Ρόζα», «Τερέζα», «Κριστάλ», «Top model»).
  Παιδιά ή/και έφηβοι έχουν συχνά έντονη παρουσία στα περισσότερα απ’ αυτά τα σήριαλ («Τερέζα», «Σολεδάδ», «Rebelde», «Ρόζα», «Top model», «Μάνα και κόρη»), πράγμα πολύ φυσικό για τριτοκοσμικές χώρες με μεγάλη γεννητικότητα και αυξημένο ποσοστό νεανικού πληθυσμού. Η «παιδολατρεία» αυτή, που έχει αναχθεί σε αξία, έχει να κάνει με τον καθολικισμό των χωρών αυτών (έντονος στην «Κριστάλ» και στο «Δρόμο της δόξας»), και εκφράζεται αφενός με μια απερίφραστη καταδίκη της έκτρωσης, ακόμη κι αν πρόκειται για ανύπαντρη ή βιασθείσα μητέρα («Rebelde»), και αφετέρου με τη λαχτάρα με την οποία περιμένουν οι ανύπαντρες ή χωρισμένες μητέρες το παιδί που θα γεννήσουν («Rebelde», «Κριστάλ»).
  8. Τα ατυχήματα είναι συχνό συμβάν σε όλα τα παραπάνω σήριαλ, από τα οποία έχουμε θανάτους ή τραυματισμούς, που συνήθως χρησιμοποιούνται για να φέρουν πιο κοντά τους ήρωες μεταξύ τους («Σολεδάδ», «Ρόζα», «Rebelde», «Κριστάλ»). Σε τέσσερα σήριαλ κάνει την εμφάνιση της η αναπηρική πολυθρόνα («Rebelde», «Σολεδάδ», «Τερέζα», «Κριστάλ»).
  9. Και στα τρία βραζιλιάνικα σήριαλ έχουμε ήρωες που υποφέρουν από κρίσεις άσθματος όταν αναστατωθούν ψυχικά.
  10. Οι παραδόσεις της μαγείας, που έχουν αφήσει τη σφραγίδα τους στην πεζογραφία των χωρών αυτών (του Μάρκες μάλιστα αποκλήθηκε, πολύ ενδεικτικά, μαγικός ρεαλισμός), κάνουν και εδώ την εμφάνιση τους. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της υπηρέτριας που προλέγει το μέλλον με τα χαρτιά («Τερέζα»), της κοπέλας που χρησιμοποιεί βότανα και μαγικές τελετουργίες για να κερδίσει τον άντρα που αγαπά («Κριστάλ») και της μάγισσας του χωριού που βλέπει ανταγωνιστικά τον ιερέα («Νησί του Έρωτα»).
  11. Το θέμα της φτώχιας και της ανεργίας θίγεται επίσης αρκετά συχνά. Βλέπουμε ανθρώπους να υποφέρουν, (σελ. 21) ανθρώπους να ψάχνουν με μικρότερη ή μεγαλύτερη επιτυχία για δουλειά. («Μάνα και κόρη», «Ρόζα», «Τερέζα», «Σολεδάδ», «Κριστάλ», «Άσπονδοι φίλοι»).
  12. Οι χώρες της λατινικής Αμερικής, χώρες τριτοκοσμικές με μεγάλες κοινωνικές αντιθέσεις πλούτου και φτώχιας, διακρίνονται από μια αμφιθυμική στάση των κατοίκων τους απέναντι στον κόσμο της φτώχιας από τον οποίο προέρχονται, και στον κόσμο του πλούτου τον οποίο φιλοδοξούν να αλώσουν, πράγμα που αντανακλάται και στα παραπάνω σήριαλ. Έτσι, από τη Rosa salvage, την άγρια Ρόζα, τη λαϊκή, αυθόρμητη κοπέλα που νιώθει άνετη και υπερήφανη για το στυλ της και τον κόσμο της, κόσμο φτώχιας και μιζέριας, πηγαίνουμε στην Τερέζα, επίσης Μεξικάνα, που απαρνιέται τον κόσμο της, τον έρωτά της (αρχικά), τους γονείς της, όχι χωρίς τύψεις, για να σχετισθεί με άτομα μιας ανώτερης τάξης προκειμένου να ανέλθει κοινωνικά. Δίπλα στην Τερέζα βαδίζει και η Φάτιμα («Μάνα και κόρη») που επίσης όχι μόνο απαρνιέται τον πατέρα και τη μητέρα της, αλλά θα κλέψει κιόλας τη μητέρα της προκειμένου να κάνει την τύχη της στο Ρίο, ενώ στη συνέχεια θα καταφύγει σε κάθε αθέμιτο μέσο για να κατακτήσει τον πλούσιο γαμπρό.
  13. Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι η κοινωνική άνοδος και η επαγγελματική επιτυχία επιδιώκεται με τον εύκολο δρόμο, με εξαίρεση την Τερέζα, η οποία φιλοδοξεί να αξιοποιήσει τις πανεπιστημιακές της σπουδές. Και ο πιο εύκολος δρόμος, εκτός από το γάμο («Rebelde», «Τερέζα», «Top model», «Κριστάλ», «Μάνα και κόρη») είναι αυτός των μοντέλων, των επιδείξεων και της μόδας («Rebelde», «Top model», «Κριστάλ», «Μάνα και κόρη», «Άσπονδοι φίλοι»). Λατινοαμερικάνικο dream  και κακέκτυπη και καθυστερημένη (με τη διπλή σημασία της λέξης) εκδοχή του american dream.
  Μια σύγκριση με αμερικανικά σήριαλ θα ήταν πολύ ενδιαφέρουσα. Όμως, χωρίς το κίνητρο της γλώσσας, δεν θα καθόμουν ποτέ να δω τόσα πολύωρα σήριαλ. Αν κάποιοι παρακολουθούν αγγλικά σήριαλ για τη γλώσσα, θα μπορούσα να αξιοποιήσουν τις δικές μου παρατηρήσεις για να κάνουν μια σύγκριση.
  θα μπορούσε να γίνει επίσης μια σύγκριση με ελληνικά σήριαλ. Φοβάμαι όμως ότι κανένα άτομο ικανό για τέτοιο είδους συγκρίσεις δεν θα έβρισκε σκόπιμο να αφιερώσει τόσες ώρες παρακολούθησης γι’ αυτό το σκοπό. Ήδη εγώ, απλά και μόνο για να βελτιώσω τα ισπανικά και τα πορτογαλικά μου, φοβάμαι ότι πληρώνω ένα ακριβό αντίτιμο. (σελ. 22).

  Συμπληρώνω σήμερα που διορθώνω το σκαναρισμένο κείμενο, 31-10-2006:
  Τα σήριαλ τα χρησιμοποίησα για εξάσκηση και σε άλλες γλώσσες. Πριν χρόνια, δεκαετία του ογδόντα, είδα ένα έξοχο ρώσικο σήριαλ, πραγματική ιστορία, που αναφερόταν στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, με τίτλο «Δεκαεπτά στιγμές της άνοιξης». Πριν ένα χρόνο επιχείρησα να δω ένα άλλο ρωσικό, τσιγγάνικο, με τίτλο «Καρμελίτα». Είδα μερικά επεισόδια, τα περισσότερα με περιμένουν γραμμένα σε κασέτες να τα δω, αν ποτέ βρω χρόνο. Οι καλοί και οι κακοί, μια απαγωγή, μια απάτη, και φυσικά ο έρωτας, είναι ό, τι θυμάμαι από το σήριαλ αυτό. Από τα ελληνικά οι «Δυο ξένοι» είχαν έξυπνες ατάκες, ενώ το «Παρά πέντε», που βλέπω παρέα με το γιο μου, είναι σπαρταριστό στις υπερβολές του και σε έξυπνα γκανγκ. Είναι τα μόνα ελληνικά σήριαλ που έχω αντέξει να δω. Όμως εδώ και τέσσερα χρόνια άρχισα να βλέπω κινέζικα σήριαλ. Μάλιστα για το σκοπό αυτό αγόρασα και dvd recorder. Παγώνω την εικόνα σε ενδιαφέροντα κομμάτια και διαβάζω τους (κινέζικους) υπότιτλους, χωρίς να τρεμοπαίζει η εικόνα όπως στο βίντεο. Είδα μερικά σήριαλ, κράτησα μάλιστα και δείγματα, με τη φιλοδοξία να κάνω μια πιο εμπεριστατωμένη μελέτη. Τώρα βλέπω ότι αυτό δεν θα γίνει ποτέ, και γι’ αυτό λέω να γράψω ό, τι θυμάμαι απ’ αυτά. Από τα έξι επτά που έχω δει, δεν θυμάμαι πόσα ακριβώς, μου έκανε εντύπωση το θέμα της αναγνώρισης σε δυο τρία απ’ αυτά, που το βρήκα και στα λατινοαμερικάνικα. Σε ένα πρωταγωνιστούσε ένα κοριτσάκι, και ο έρωτας του κεντρικού ήρωα έμεινε χωρίς ανταπόκριση. Σε ένα άλλο ο ήρωας τα φτιάχνει με άλλη κοπέλα, αλλά μένει κοντά στην πρώτη καθώς είναι άρρωστη με καρκίνο, μέχρι που να πεθάνει. Και όλα αυτά με ένα σωρό ίντριγκες, από τους γονείς και άλλους. Τα τελευταία δυο χρόνια βλέπω σήριαλ με στολές, στρατιωτικούς και αστυνομικούς. Ένα αναφερόταν στην πραγματική ιστορία μιας αστυνομικίνας. Βέβαια τα δυο σήριαλ που μου άρεσαν περισσότερο ήταν αυτά για τον Μάο. Και μου έκανε εντύπωση η καταπληκτική ομοιότητα των πρωταγωνιστών με τα πραγματικά πρόσωπα, του Μάο, του Zhou Enlai και του Τσανγκ Γκάι Σεκ. Να προσθέσω ακόμη ότι κάποια σήριαλ είχαν να κάνουν με αγροτικά περιβάλλοντα, ενώ κάποια άλλα με αστικά. Η καταπληκτική ανάπτυξη της Κίνας τα τελευταία χρόνια φαίνεται ανάγλυφα σε αυτά τα σήριαλ.

  Συμπληρώνω πάλι, 27-9-2011, πριν αναρτήσω το κείμενο αυτό στο blog μου.
  Πριν δυο χρόνια περίπου ανάρτησα στο blog μου όλες μου τις δημοσιεύσεις, βιβλία, άρθρα και βιβλιοκριτικές. Άφησα αυτό το κείμενο απ’ έξω, γιατί παρακολουθούσα ένα κινέζικο σήριαλ και ήθελα να γράψω και για αυτό πριν κάνω την ανάρτηση. Τελικά δεν κατάφερα να δω τα τελευταία 7 επεισόδια. Είχα τότε και το πρόβλημα της δίωξης που μου έγινε και έχασα τη θέση μου ως σχολικός σύμβουλος, και η επιστροφή, όχι στα θρανία αλλά στην έδρα, παρά το μειωμένο ωράριο των πειραματικών σχολείων (ήμουν στο Βαρβάκειο) μου στερούσε χρόνο και διάθεση να δω και αυτά τα τελευταία επεισόδια. Επί πλέον είχαν περάσει κάποια χρόνια που είχα εγκαταλείψει τα κινέζικα, και ήθελα πριν τα δω να κάνω μια γερή επανάληψη. Την έκανα τώρα που βρίσκομαι στη σύνταξη. Ήδη τέλειωσα το intermediate level και έχω περάσει στο advanced. Έτσι αποφάσισα να δω και τα τελευταία αυτά επεισόδια.
  Αυτά τα δυο χρόνια που πέρασαν ξέχασα αρκετά πράγματα από το σήριαλ αυτό. Θυμόμουν όμως την βασική υπόθεση: Μια φτωχιά κοπέλα που έχει και αυτή σαν όνειρο την επιτυχία πέφτει στα νύχια κάποιου επιτήδειου απατεώνα, που έχει στο ενεργητικό του ακόμη και φόνους. Είναι κινηματογραφικός παραγωγός, και η προστατευόμενή του έχει εξελιχθεί σε κινηματογραφικό αστέρι. Να πούμε όμως και του στραβού το δίκιο, δεν την θέλει για να την πηδήξει όπως είθισται στα καθ’ ημάς, θέλει να την κάνει γυναίκα του. Ο φτωχός νέος τον οποίο η κοπέλα αυτή έχει εγκαταλείψει τα φτιάχνει με μια φτωχιά κοπέλα. Στο τέλος όμως η κοπέλα που τον εγκατέλειψε του έχει γίνει εμμονή, και πηγαίνει στη Σαγκάη να τη βρει.
  Το τέλος είναι απρόσμενα unhappy για σήριαλ. Η φτωχιά κοπέλα πεθαίνει στο νοσοκομείο. Ο κακός την έχει σπρώξει βίαια στις σκάλες και αυτή, καθώς είναι έγκυος, τραυματίζεται θανάσιμα, και χάνει όχι μόνο το παιδί αλλά και τη ζωή της. Στο τέλος ο καλός και ο κακός βρίσκονται αντιμέτωποι. Ο καλός νέος βγάζει ένα μαχαίρι να σφάξει τον κακό. Ο κακός βγάζει πιστόλι. Στην συμπλοκή που ακολουθεί το πιστόλι εκπυρσοκροτεί και πληγώνεται η άμυαλη κοπέλα θανάσιμα (στο μεταξύ είχε μάθει τι κουμάσι ήταν ο προστάτης της). Και το περίεργο τέλος: η κάμερα μας παρουσιάζει από μακριά το κτήριο όπου είχαν διαδραματιστεί τα παραπάνω. Ξαφνικά ακούγεται ένας πυροβολισμός. Ποιος από τους δυο να σκοτώθηκε άραγε; Το σήριαλ τελειώνει και δεν το μαθαίνουμε. Μήπως θέλει να μας πει ο σκηνοθέτης ότι δεν έχει σημασία, αφού και οι δυο κοπέλες σκοτώθηκαν;
  Μα πώς δεν έχει σημασία; Η αφηγηματική αναμονή είναι να σκοτώνεται πάντα ο κακός. Δεν με ικανοποίησε καθόλου αυτό το τέλος.
  Πώς το λένε το σήριαλ; Δεν ξέρω. Μου είναι δύσκολο να διαβάσω την καλλιγραφική γραφή που χρησιμοποιούν στους τίτλους. Εξάλλου δεν είμαι σίγουρος ότι ξέρω και τα ιδεογράμματα για να προσπαθήσω.
  Μπορεί να ξαναδώ και άλλα κινέζικα σήριαλ. Είναι ένας πρώτης τάξεως τρόπος για να εξασκήσω τα κινέζικά μου. Ήδη στην εξάσκηση των ισπανικών έκανα απόσβεση. Και δεν εννοώ βέβαια το intermedio δίπλωμα που πήρα. Έτσι δεν αποκλείεται να συμπληρώσω αργότερα το άρθρο αυτό.

Ανακάλυψα ότι έγραψα στο blog μου για ένα ακόμη σήριαλ. Το κείμενο είναι εδώ, με ημερομηνία 6-1-08.

  Σήμερα δεν θα γράψουμε για ταινίες αλλά για σήριαλ.
  -Βλέπεις σήριαλ; Φαντάζομαι να μου κάνετε αυτή την ερώτηση με γουρλωμένα μάτια, όλο έκπληξη. Πώς εγώ, ένας κουλτουριάρης, καταδέχομαι και βλέπω «σαπουνόπερες», όπως ονομάζονται απαξιωτικά τα σήριαλ, προϊόντα υποκουλτούρας προορισμένα για πλατιά κατανάλωση;
  Εδώ πρέπει να κάνω τις απαραίτητες διευκρινίσεις.
  Τα σήριαλ τα έβλεπα σαν ένα μέσο εξάσκησης των γλωσσών μου. Στην τριετία 1991-3 είδα ακριβώς δέκα λατινοαμερικάνικα σήριαλ, για να εξασκήσω τα ισπανικά μου και τα πορτογαλικά μου (να θυμίσω ότι στη Λατινική Αμερική μιλούν ισπανικά εκτός από τη Βραζιλία, όπου μιλούν πορτογαλικά). Καρπός της παρακολούθησης αυτών των σήριαλ ήταν το άρθρο μου «Κοινοί τόποι σε δέκα λατινοαμερικάνικα σήριαλ» που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Διαβάζω. Και δεν ήταν η μόνη απόσβεση που έκανα του χρόνου που αφιέρωσα για να τα δω.
  Μετά, τα σήριαλ τα άφησα. Επανήλθα σ’ αυτά πριν πέντε περίπου χρόνια. Όχι στα λατινοαμερικάνικα. Αυτά είχαν τόση επιτυχία που άρχισαν στο εξής να προβάλλονται μεταγλωττισμένα, οπότε δεν είχαν πια ενδιαφέρον για μένα. Τα σήριαλ που έβλεπα ήταν κινέζικα.
  Είδα μερικά. Έγραψα δυο λογάκια σαν υστερόγραφο στο παραπάνω άρθρο, στον υπολογιστή μου. Τώρα επιστρέφω για να γράψω για τα δυο τελευταία σήριαλ που μόλις είδα, ένα ρώσικο και ένα κινέζικο. Θα μιλήσουμε πρώτα για το ρώσικο.
  Για να εξασκήσω τα ρώσικά μου έβλεπα από παλιά κινέζικες ταινίες. Κάπου αρχές της δεκαετίας του ’80 είδα και το πρώτο ρώσικο σήριαλ, το «17 στιγμές της άνοιξης», ένα κατασκοπευτικό έργο που η υπόθεσή του διαδραματίζεται στον 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Πριν τρία χρόνια είδα το δεύτερο ρώσικο σήριαλ, το «Καρμελίτα». Το έχω ξεχάσει ολότελα. Θυμάμαι μόνο κάτι ερωτικές αντιζηλίες (αυτό είναι στάνταρ θέμα σε όλα τα σήριαλ), την κλοπή ενός θησαυρού, και δυο ωραίες κοπέλες. Επίσης το ότι οι ήρωες είναι τσιγγάνοι μουσουλμάνοι.
  Στο δεύτερο, που το τελευταίο επεισόδιό του το είδα πριν λίγες μέρες, με τίτλο «Η μαύρη θεά», ένα μεγάλο μέρος των ηρώων είναι και πάλι μουσουλμάνοι: Γιουσούφ, Μαράτ, Τιμούρ, καθώς και η Καμίλα, η κόρη του Γιουσούφ.
  Το σήριαλ αυτό, όπως και η Καρμελίτα, προβλήθηκαν πέρυσι στην ΕΡΤ 3. Όμως δεν μπόρεσα να το δω τότε, έγραψα όμως τα τελευταία 6 επεισόδια σε κασέτα και τα είδα τώρα στις διακοπές.
  Να γράψω δυο λογάκια γι’ αυτό.
  Η πλοκή είναι αστυνομική. Ένας αστυνομικός ψάχνει ένα πολύτιμο διαμάντι, τη «Μαύρη θεά», που έχει κλαπεί και αυτοί που το έκλεψαν προσπαθούν να το φυγαδεύσουν στο εξωτερικό. Παράλληλα με τις έρευνες εξελίσσονται και οι ερωτικές υποθέσεις των ηρώων. Στο τέλος βέβαια βρέθηκε το διαμάντι, και οι ήρωες, όσοι δεν παντρεύονται, ζευγαρώνουν. Τελευταίος ο καθηγητής με την υπηρέτρια. Και το πιο εντυπωσιακό: ο σεναριογράφος, επειδή δεν είχε χρόνο να ζευγαρώσει δυο ήρωες, αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο ενός ειδυλλίου.
  Οι «κακοί» δεν είναι απόλυτα κακοί. Παρουσιάζονται με τις ανθρώπινες πλευρές τους, με τις ευαισθησίες τους, και προ παντός με την άμετρη αγάπη για τα παιδιά τους. Ακόμη και τον διεφθαρμένο αστυνομικό «σώζει» ο σεναριογράφος, βάζοντάς τον αντί να πυροβολεί την ήρωα να αυτοκτονεί, και τους δυο άλλους αστυνομικούς να θυμούνται τις καλές του πλευρές, πριν διαφθαρεί. (Θυμήθηκα τώρα τον «Χασάπη» του Κλωντ Σαμπρόλ, όπου ο μανιακός δολοφόνος, ενώ τον περιμένουμε να σκοτώσει την κοπέλα, αυτοκτονεί. Η κοπέλα αυτή ήταν η κοπέλα που αγαπούσε. Πληγωμένος πάνω στο φορείο της λέει «embracez moi», φίλησέ με). Ένας μόνο είναι απόλυτα κακός, ο οποίος σκοτώνεται στο τέλος.
  Και, τέλος, από την άποψη της αφηγηματικής τεχνικής:
  Ο σκηνοθέτης αξιοποιεί στο έπακρο το σασπένς. Όχι μόνο στο τέλος του επεισοδίου, όπως συνηθίζεται, αλλά και πάρα πολλές φορές ενδιάμεσα. Στη στιγμή της κορύφωσης μας μεταφέρει σε άλλη σκηνή, για να επιστρέψει αμέσως μόλις στην άλλη σκηνή δημιουργείται κορύφωση.

Sunday, September 18, 2011

Αριστοτέλης Ράπτης, Ήθος ανθρώπω δαίμων

Πριν λίγες μέρες ανάρτησα στο facebook ένα video-clip με κάτι γατάκια που μεγάλωναν στον ακάλυπτο της πολυκατοικία μας, και παρέπεμψα σε ένα παλιό μου κείμενο-μελέτη για τις γάτες. Τώρα παραθέτω ένα σχετικό απόσπασμα από το συναρπαστικό, συγκινητικό, ανθρώπινο αυτοβιογραφικό αφήγημα του Αριστοτέλη Ράπτη, ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Τον ευχαριστώ για την τιμή που μου έκανε να μου εμπιστευθεί το χειρόγραφο για τις παρατηρήσεις μου (χειρόγραφο τρόπος του λέγειν. Κανονικό βιβλίο. Αν το δει κανείς δεν θα καταλάβει τη διαφορά. Καθηγητής Πληροφορικής ων, το εκτύπωσε στον υπολογιστή).

2, Ο εμφύλιος______________________________________________89_
Τα ζώα, η αγαθή πλευρά της ύπαρξης μας

Στις μετακομίσεις μας λόγω του εμφυλίου δεν είχαμε τη δυνατότητα να παίρνουμε μαζί μας και τα κατοικίδια ζώα που είχαμε στο χωριό. Με πόνο ψυχής τα εγκαταλείπαμε. Είχαμε και μια γάτα στο σπίτι μας, που αγαπούσα πάρα πολύ. Με συντρόφευε το βράδυ στον ύπνο και κοιμόμασταν αγκαλίτσα. Μου έλλειπε η συντροφιά της στην Οξύνεια και ανησυχούσα για την τύχη της, γι' αυτό και συχνά ρωτούσα τη μάνα μου: «Τι να κάνει άραγε η γατούλα μου, θα ζει»; «Θα ζει», έλεγε η μάνα μου, «γιατί τα γατιά τρέφεται με πουλιά και ποντίκια». Η γάτα μας όμως, μόλις εμείς φύγαμε, μετακόμισε στο Μοναστήρι. Εκεί υπήρχε κατανάλωση τροφής, είτε από τους μοναχούς, είτε από τους ΕΛΑΣίτες που κατέλαβαν το Μοναστήρι.
Η μάνα μου εκείνο το διάστημα έστειλε τον αδερφό μου με δυο μουλάρια στο χωριό με την οδηγία να πάρει, με πολλή προφύλαξη απέναντι στους ενδεχόμενους κινδύνους, την τελευταία ποσότητα του σταριού, το οποίο είχαμε αφήσει στα αμπάρια. Η γάτα πρέπει να μυρίστηκε από μακριά τα μουλάρια που ήταν της δικής της οικογένειας. Αυτό που συνέβη κατόπιν ξεπερνάει τα όρια της νοημοσύνης που νομίζουμε ότι έχουν τα ζώα: στο γυρισμό του αδελφού μου και τη στιγμή που περνούσαν τα μουλάρια φορτωμένα κοντά από το Μοναστήρι, η γάτα πήδηξε κρυφά στο σαμάρι και χώθηκε ανάμεσα στα πίσω τσουβάλια. Ο αδερφός μου υποψιάστηκε ότι κάτι συνέβη από μια αντίδραση φόβου του μουλαριού, αλλά η γάτα ήταν καλά καμουφλαρι¬σμένη και δεν έδωσε σημασία. Ο αδερφός μου σ' όλη τη διαδρομή δεν πήρε είδηση καθόλου την ύπαρξη του ζώου, παρόλο που το ταξίδι ξεπερνούσε τις δυο ώρες. Τόσο ακίνητη ήταν σε όλο το ταξίδι! Μόλις έφτασαν στο σπίτι μας φορτωμένα τα ζώα κι η γάτα άκουσε τις φωνές μας, πετάχτηκε κι ήρθε κοντά μου και μου μίλησε με το γνωστό νιαούρισμα της. Αυτή τη χαρά που ένοιωσα εκείνη τη στιγμή δεν θα την ξεχάσω. Το κόψιμο μιας κλωστής των συναισθηματικών μου δεσμών, που με έδεναν με τις αναμνήσεις της παιδικής μου εμπειρίας, αποκαταστάθηκε, κρατήθηκε και πάλι ακέραια

Saturday, September 17, 2011

Yonfan, Το περίπτερο με τις παιωνίες

Yonfan, Το περίπτερο με τις παιωνίες (Peony pavilion 2001).

Πριν γράψω για το έργο θα ήθελα να παραθέσω το παρακάτω απόσπασμα από το βιβλίο μου «Το θέατρο της Ιαπωνίας και της Κίνας» (Εκδόσεις ΑΛΔΕ, 2010).
«Ο Tang Xianzu (1550 – 1617. Στο βιβλίο είχα δώσει οδηγίες προφοράς. Εδώ θα μεταγράψω και στα ελληνικά: Τανγκ Χιανγκ-τζου, το χιανγκ με κρητική προφορά) είναι ένας από τους πιο εξέχοντες κινέζους δραματουργούς, περίπου σύγχρονος του Σαίξπηρ. Ήταν τόσο το πάθος του για το δράμα, ώστε παραιτήθηκε από την υπαλληλική θέση που κατείχε για να αφοσιωθεί αποκλειστικά στο γράψιμο. Είχε μια τεράστια συλλογή δραμάτων της περιόδου Yuan, και η μελέτη τους τον βοήθησε πολύ στη δική του δραματουργία. Κάθε ωραίο στίχο που συναντούσε τον έβαζε μέσα στα δικά του έργα.
Και τα πέντε δράματα που έγραψε σώθηκαν. Την Πορφυρή φλογέρα την ξεκίνησε στα νιάτα του, όμως την ολοκλήρωσε σε ώριμη ηλικία. Η Πορφυρή καρφίτσα αναφέρεται σε μια αγάπη χωρίς ανταπόδοση που έχει σχεδόν δυστυχισμένη έκβαση. Η ιστορία του Nan Ke έχει ως ηθικό επιμύθιο ότι η αγάπη είναι πιο πολύτιμη από τα πλούτη και τη δύναμη. Όσο για το ηθικό επιμύθιο της Ιστορίας του Han Tan, είναι ότι η αγάπη είναι απλώς ένα όνειρο.
Ως καλύτερο έργο του όμως θεωρείται το Περίπτερο με τις παιωνίες, με 55 σκηνές, από τα μεγαλύτερα δράματα της εποχής Ming. Η ηρωίδα πεθαίνει για την αγάπη ενός άνδρα που είδε στο όνειρό της. Αυτή όμως η αγάπη την ξαναφέρνει στη ζωή, γιατί ο άνδρας αυτός υπάρχει στην πραγματικότητα, και την αγάπησε επίσης όταν είδε μια προσωπογραφία της (και μια από τις τρεις υποσημειώσεις: Παρεμπιπτόντως, η παιωνία χρησιμοποιείται μεταφορικά στην καθημερινή ομιλία για να δηλώσει μια ελκυστική νέα γυναίκα, και ιδιαίτερα τα γυναικεία γεννητικά όργανα. «Όταν πέφτουν σταγόνες δροσιάς, η παιωνία ανοίγει»).
Οι όμορφοι στίχοι εντυπωσιάζουν εξίσου θεατές και αναγνώστες, ιδιαίτερα τις κοπέλες. Ήταν τέτοια η δημοτικότητα του έργου και τόσο το αγοραστικό κοινό, ώστε έπεσε η τιμή του άλλου αριστουργήματος Το δυτικό δωμάτιο. Ένας ηθοποιός πέθανε πάνω στη σκηνή πριν τελειώσει μια δύσκολη άρια, μια κοπέλα πέθανε από θλίψη όταν είδε αυτό το έργο, και μια άλλη έπεσε στο νερό και πνίγηκε, αφού δεν κατάφερε να παντρευτεί τον συγγραφέα. Ελεγείες γράφηκαν γι αυτήν.
Το έργο παρομοιάστηκε με το Όνειρο θερινής νύχτας του Σαίξπηρ και με το Hanneles Himmelfahrt του Hauptmann. Θεωρείται το αριστούργημα της κινέζικης λογοτεχνίας, και μέρη του παίζονται ακόμη και σήμερα στο στυλ kunqu (Κουν τσου). Βρήκε επίσης πάρα πολλούς μιμητές, όπως τον Wu Bing (Γου Μπινγκ) στο έργο του Ο δυτικός κήπος (Xiyuanji) Χι γιουαν τζι».
Η όπερα του Πεκίνου είναι γνωστή στη Δύση, ενώ το Κουν τσου είναι σχεδόν άγνωστο. Η δασκάλα μου όμως στον Σύνδεσμο Φιλίας Ελλάδας Κίνας, η κα Yu (Γιου), καθηγήτρια γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο της Σανγκάης που ήλθε να μας διδάξει κινέζικα, προτιμούσε το Κουν τσου. Την όπερα του Πεκίνου την εύρισκε πολύ θορυβώδη, ενώ το Κουν τσου το θεωρούσε πολύ εκλεπτισμένο.
Δυο χρόνια μας έκανε μάθημα. Ξέροντας το ενδιαφέρον μου για το κινέζικο θέατρο μου έφερε δυο όπερες του Πεκίνου σε video cd, το «Αντίο παλλακίδα μου» και το «Ηλιόλουστο δωμάτιο», και τρία dvd με το θαυμάσιο Peony Pavilion (牡丹亭; pinyin: mǔdāntíng). Υπέροχη μουσική, βλέποντάς το κατάλαβα γιατί αυτή η προτίμηση.
Δεν πίστευα ότι η ταινία του Γιον φαν θα ήταν κινηματογραφική μεταφορά του έργου. Και δεν ήταν, όπως δεν ήταν και το «Αντίο παλλακίδα μου» του Τσεν Κάι-γκε. Πέρα από το πιο γνωστό κομμάτι, που αρχικά το βλέπουμε σε εκτέλεση ενώ η μουσική του ακούγεται στη συνέχεια αρκετά συχνά, η ταινία δεν έχει καμιά σχέση με το κλασικό έργο. Αναφέρεται στην τρυφερή σχέση δύο γυναικών, ομοφυλοφιλική, που όμως δεν εκδηλώνεται ανοικτά παρά μόνο όταν μπαίνει στη μέση η ζήλεια. Η τραγουδίστρια, παλλακίδα με ένα παιδί, ζηλεύει τη δασκάλα που τα φτιάχνει με έναν νεαρό. Η σχέση με τον νεαρό κάποια στιγμή σταματάει, και στο τέλος του έργου βλέπουμε τις δυο γυναίκες σε τρυφερές στιγμές. Όχι σεξουαλικές. Τελειώνοντας η ταινία μένουμε με την αίσθηση ότι οι δυο γυναίκες έμειναν σε αυτό που λέγεται πλατωνικός έρωτας. Πολύ έξυπνος τρόπος για να αναδείξει ο Γιον φαν τον έρωτα: τον αποσυνδέει από το σεξ, παρουσιάζοντάς τον εντελώς εξιδανικευμένο.