Book review, movie criticism

Monday, January 13, 2014

Walter Salles, Most of his films



Walter Salles, Most of his films

Socorro Nombre (Life somewhere else, 1995)

  Η δεύτερη, μικρού μήκους ταινία, ντοκιμαντέρ, του Σάλες, που αναφέρεται στην πραγματική ιστορία ενός πολωνού γλύπτη που κατέφυγε στην Βραζιλία μετά την εισβολή των γερμανών στην πατρίδα του, κατά την οποία έχασε όλη την οικογένειά του. Μια καταδικασμένη σε είκοσι χρόνια φυλακή, διαβάζοντας σε ένα περιοδικό ένα άρθρο για τη ζωή του, του γράφει, και από τότε αρχίζει μια αλληλογραφία ανάμεσά τους.

Terra Estrangeira (Ξένη γη, 1995)
Για την ταινία έχουμε ήδη γράψει εδώ

Central do Brasil (Κεντρικός σταθός, 1998)
Και γι’ αυτή την ταινία έχουμε γράψει εδώ

O primeiro dia (Η πρώτη μέρα, 1999)
Και γι’ αυτή την ταινία έχουμε γράψει εδώ, γι’ αυτό άλλωστε αποφασίσαμε να γράψουμε και για τα υπόλοιπα τέσσερα έργα του Σάλες που μας έμειναν και που δεν έχουμε δει.

Abril Despedaçado (Ξεσκισμένος Απρίλης, Πίσω από τον ήλιο ο αγγλικός τίτλος, 2001)
  Πρόκειται για ένα έργο με θέμα τη βεντέτα. Το μόνο αντίστοιχο έργο που έχουμε υπόψη μας δεν είναι κινηματογραφικό αλλά μυθιστόρημα, το «Κουστούμι από χώμα» της Ιωάννας Καρυστιάννη, που η κινηματογραφική μεταφορά της «Μικράς Αγγλίας» έχει κατακτήσει το κινηματογραφόφιλο κοινό. Είναι εμπνευσμένο από το ομότιτλο έργο του Ισμαήλ Κανταρέ. Η υπόθεση βέβαια τοποθετείται στη Βραζιλία.
  Δεν ξέρω αν συμβαίνει στην πραγματικότητα ή είναι απλά επινόηση μαγικού ρεαλισμού: Ο δολοφόνος παρίσταται στο πένθος της οικογένειας, με την οποία συνήθως κηρύσσεται ανακωχή μέχρι να κιτρινίσει το αίμα στο πουκάμισο του νεκρού, που είναι κρεμασμένο σε μια απλώστρα, εκτεθειμένο στον άνεμο και τη βροχή. Υπάρχουν κανόνες στη βεντέτα, ο εκάστοτε στόχος είναι ο τελευταίος δολοφόνος και όχι οποιοδήποτε μέλος της άλλης οικογένειας. Ο γέρο πατριάρχης αρνείται την υπόδειξη του γιου του να μαζέψουν τους δικούς τους και πάνε να ξεπαστρέψουν όλα τα μέλη της άλλης οικογένειας. Το αίμα έχει την ίδια αξία για καθένα. Δεν έχεις το δικαίωμα να πάρεις περισσότερο αίμα από ό, τι πήραν από σένα. Γιατί αλλιώς θα το πληρώσεις διπλό, είτε εδώ είτε στην άλλη ζωή, του λέει.
  Όπως και στο έργο της Καρυστιάννη, η βεντέτα παίρνει τέλος, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Αυτός που σκοτώνεται είναι ο μικρός αδελφός, κατά λάθος, ενώ ο μεγάλος, το επόμενο θύμα, είναι έτοιμος να το σκάσει, γεμίζοντας ντροπή την οικογένεια, υπακούοντας στην προσταγή του έρωτα. Αρνείται να πάρει το όπλο του πατέρα του για να εκδικηθεί. Η βεντέτα, όπως λέει η μητέρα του, έχει πάρει πια τέλος. Και συναινεί σ’ αυτό.
  Ο μεγάλος κινηματογράφος είναι σχεδόν πάντα ποιητικός. Η σκηνή με την κοπέλα να γυρνάει σαν προπέλα σκαρφαλωμένη πάνω σε ένα σκοινί, ιδωμένη από διάφορες γωνίες της κάμερας, είναι ολότελα ποιητική, όπως και η τελευταία, με τον νεαρό Τόνιο να ατενίζει τη θάλασσα, με τεράστια κύματα να ξεσπάνε στην ακτή.

Τα ημερολόγια μοτοσικλέτας (2004)
Το έργο το έχω ξαναδεί, όπως και ένα ντοκιμαντέρ πάνω στα ημερολόγια στο οποίο μιλάει ο σύντροφός του. Ο παραπάνω σύνδεσμος γράφει τα πάντα για το έργο. Εγώ να πω μόνο ότι θαύμασα το ήθος και την προσωπικότητα του Τσε από αυτή την ταινία. Δεν είναι να απορεί κανείς που έγινε το σύμβολο του αγνού επαναστάτη.  

Σκοτεινά νερά (2005)

Τα θρίλερ δεν μου αρέσουν καθόλου, αλλά όταν πρόκειται για τον Σάλες είπα να κάνω μια εξαίρεση. Και καθώς είμαι ιδιοσυγκρασιακά συγκριτολόγος, είπα να δω πρώτα την ομώνυμη ταινία του Hideo Nakata, που αν δεν ήταν κι αυτή βασισμένη στο μυθιστόρημα Honogurai Mizuno Soko Kara του Koji Suzuki θα λέγαμε ότι η ταινία του Salles ήταν απλά ένα remake. Βέβαια, όπως διαβάζουμε στα γράμματα τέλους, ο Σάλες βασίστηκε και στην ταινία του Hideo Nakata.
Φυσικά δεν ξέρω το μυθιστόρημα, όμως καθώς αρχικά ο Σάλες ακολουθούσε ακριβώς τα βήματα του Nakata ένοιωθα να βαριέμαι. Γρήγορα όμως άρχισε να δίνει τη δική του παραλλαγή πάνω στην κύρια αφηγηματική γραμμή. Και το τέλος ήταν θα έλεγα αισιόδοξο, και όχι απαισιόδοξα σκοτεινό όπως του Νακάτα. Του οποίου η ταινία είναι επίσης εξαιρετική, και προφανώς αυτή ενέπνευσε τον Σάλες να γυρίσει τη δική του ταινία και όχι το μυθιστόρημα. 6,7 ο Νακάτα, 5,5 ο Σάλες στο IMDb, το βρίσκω φυσικό αφού προηγήθηκε ο Νακάτα. Εγώ πάντως δεν μπορώ να αποφανθώ ποια μου άρεσε περισσότερο.

Παρίσι, σ’ αγαπώ (2006)

Συλλογικό έργο, με ολιγόλεπτα φίλμ. Το πεντάλεπτο φιλμ του Σάλες έχει τίτλο «Μακριά από το 16ο διαμέρισμα». Η μετανάστρια νεαρή μητέρα αφήνει το μωρό της σε ένα βρεφονηπιακό σταθμό, μέσα σε ένα κρεβατάκι. Αυτό αρχίζει να κλαίει. Του τραγουδάει ένα νανούρισμα. Όταν αυτό ηρεμεί παίρνει το μετρό για να πάει στη δουλειά της. Ποια δουλειά; Να φυλάξει το μωρό μιας πλούσιας οικογένειας. Του τραγουδάει το ίδιο νανούρισμα.

Ο καθένας το σινεμά του (2007)
Το τετράλεπτο φιλμάκι είναι περίπου ντοκιμαντέρ. Δυο μουσικοί παίζουν ντέφια και τραγουδάνε μπροστά σε ένα σινεμά. Σινεμά στη Βραζιλία. «8.944 χιλιόμετρα (μακριά) από τις Κάννες».

Linha de passe, Οριακή γραμμή (2008)

«Στην πόλη» θα μπορούσε να είναι ο τίτλος της ταινίας, κατά το «Στο δρόμο», την επόμενη ταινία του. Η πόλη είναι το Σάο Πάολο. Μέσα από την ιστορία μιας οικογένειας, μιας ανύπαντρης μητέρας με τέσσερις γιους, πιθανώς όλοι τους από άλλο πατέρα και οπωσδήποτε ο μικρός μιγάς, βλέπουμε τη ζωή στο Σάο Πάολο. Η θρησκεία και τα ναρκωτικά είναι μια παρηγοριά, ενώ το ποδόσφαιρο είναι μια ελπίδα. Και η εγκληματικότητα πάντα ένα αδιέξοδο. Με εναλλαγή σκηνών πάνω στα ίδια επεισόδια ο Σάλες δίνει μια αίσθηση συγχρονικότητας αυτών που συμβαίνουν στα διάφορα μέλη της οικογένειας, ιδιαίτερα στο τέλος.
  Είναι εκπληκτικό πως ο Σάλες μας αιχμαλωτίζει με τις σκηνές του. Συνειδητοποιώντας την ικανότητά του αυτή τολμά να γυρίσει δυο ταινίες, αυτή και την επόμενη, με σχεδόν ανύπαρκτο σασπένς. Μου θύμισε το Dodeskaden του Κουροσάβα, που κι αυτό είναι μια ταινία με σκηνές ακόμα πιο ταπεινωμένων και καταφρονεμένων. Επίσης με εντυπωσίασε που, όπως και στο θρίλερ, ο Σάλες δίνει μια αίσθηση αισιοδοξίας στο τέλος, παρά τη ζοφερή ατμόσφαιρα όλου του έργου. Ο μεγάλος αδελφός πετυχαίνει το γκολ στο πέναλτι, που δεν φαίνεται αλλά μόλις που υποδηλώνεται με τις φωνές του πλήθους. Ο άλλος αδελφός, ο τσαντάκιας, εγκαταλείπει ενοχικά το αυτοκίνητο. Ο μικρός αδελφός, ο μιγάς, οδηγεί θριαμβευτικά ένα λεωφορείο στους δρόμους το Σάο Πάολο, ενώ ο θρησκευόμενος αδελφός περπατάει με μια έκφραση ικανοποίησης στο πρόσωπο, έχοντας επιτύχει το θαύμα.  
Να μην το ξεχάσουμε, η ταινία βρίσκεται στο youtube, αλλά χωρίς υπότιτλους. Για όσους ξέρουν πορτογαλικά.

On the road (2012)
Και τέλος για την τελευταία του ταινία, «Στο δρόμο», γράψαμε πρόσφατα εδώ. 
 

Sunday, January 12, 2014

Κάποια πράγματα δεν λέγονται



Κάποια πράγματα δεν λέγονται

Προωθώ ξανά στο facebook μια ανάρτησή μου στο blog, η οποία καταλήγει:
…. θυμήθηκα μια ιστορία. Έγινε σε ένα γειτονικό χωριό από το δικό μου. Πηγαίνει ο νεαρός στο περίπτερο και ζητάει από την περιπτερού ένα προφυλακτικό. Και αυτή του λέει: «Ωρέ Μ…., άτυχος είσαι, ένα είχα και ήλθε πριν μισή ώρα ο πατέρας σου και το πήρε».
Και συμπληρώνω:
Έχω ξανακάνει την παρακάτω ανάρτηση. Για την ιστορία που παραθέτω στο τέλος, πρέπει να γράψω εδώ ότι την έμαθα ως εξής: Πρόεδρος στο σύλλογο του χωριού μου, λέω από το μικρόφωνο σε μια χοροεσπερίδα ότι δυστυχώς ο δάσκαλός μας, ο κος... δεν μπόρεσε να έλθει γιατί είναι άρρωστος. Με πλησιάζει στη συνέχεια ένας ξάδελφός μου και μου λέει ότι αυτό δεν έπρεπε να το πω. -Γιατί, του λέω, -Διότι κάποια πράγματα δεν λέγονται. Να, για παράδειγμα... και μου λέει την ιστορία σαν ένα παράδειγμα για πράγματα που δεν λέγονται. Η περιπτερού δεν έπρεπε να πει αυτό το πράγμα.
Γιατί έκανα την ανάρτηση.
Τη θυμήθηκα με την περίπτωση του Τατσόπουλου. Για τον οποίο έγραψα σε μια βιβλιοκριτική μου για ένα βιβλίο του, ότι στην περίπτωσή του ταιριάζει η παροιμία "όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρώνε οι κότες", εννοώντας με τα πίτουρα την πολιτική. Οι λογοτέχνες και γενικά οι άνθρωποι της κουλτούρας είναι άλλης πάστας άνθρωποι από τους πολιτικούς.

Στην επόμενη ανάρτηση στον τοίχο μου στο facebook παραθέτω το τέλος ενός αυτοβιογραφικού μου κειμένου,  το οποίο έχει ως εξής:

Ένας ψυχολόγος που με είχε εντυπωσιάσει και διάβασα σχεδόν όλα του τα βιβλία, εκείνη την εποχή που είχα πέσει σαν τρελός στα ψυχολογικά διαβάσματα, τέλη της δεκαετίας του ’70, ήταν ο Hans Eysenck. O Eysenck λοιπόν υποστηρίζει ότι η προσωπικότητα του ανθρώπου καθορίζεται από δυο άξονες, τον άξονα της αισθηματικότητας και τον άξονα της ενδοστρέφειας-εξωστρέφειας. Φτιάχνει έναν κύκλο, και σ’ αυτόν χαράζει δυο άξονες ένα κατακόρυφο, της αισθηματικότητας, και ένα οριζόντιο, της ενδοστρέφειας-εξωστρέφειας. Όλοι οι άνθρωποι καταλαμβάνουν μια θέση στον κύκλο. Όσοι βρίσκονται στην περιοχή της υψηλής συναισθηματικότητας και της μεγάλης ενδοστρέφειας είναι οι νευρωσικοί και οι καλλιτεχνικές φύσεις. Όσοι βρίσκονται στη μεριά της χαμηλής συναισθηματικότητας και της μεγάλης εξωστρέφειας είναι οι εγκληματίες και οι πολιτικοί. Εμείς που έχουμε καλλιτεχνική φύση, οι λογοτέχνες, οι καλλιτέχνες και οι άνθρωποι των γραμμάτων γενικά, θα έπρεπε να είμαστε στα ψυχιατρεία. Όμως μας σώζει η καλλιτεχνική δημιουργία και η πνευματική απασχόληση. Ο Χεμινγουέη είχε πει ότι «εμένα ο ψυχίατρός μου είναι η γραφομηχανή μου». Και ο Ρίτσος είπε στον Πρεβελάκη που σχολίασε το ογκώδες του έργου του σαν προσπάθεια να ξεφύγει από τα άγχη του «μόνο εσύ με κατάλαβες».
Και οι πολιτικοί πώς ξεφεύγουν και δεν μπαίνουν στη φυλακή;
Δωροδοκώντας και απειλώντας. Ο Κεφαλογιάννης προχθές καταδικάστηκε με ένα χρόνο φυλάκιση γιατί προστάτευε τους χασισοκαλλιεργητές στα Ζωνιανά, αλλά με αναστολή. Και με το βουλευτικό άσυλο καλά βολεύονται. Και αυτός που έδωσε την εντολή στην Τσοτσόλη ελεύθερος κυκλοφορεί (αν και είμαι σίγουρος ότι και αυτού άλλος του έδωσε την εντολή). Τελικά, όλοι έχουμε τον τρόπο μας.

Για να γράψω αμέσως μετά σε σχόλιο:

Να μην παρεξηγηθώ, αυτά γράφηκαν καθ' υπερβολήν, και εν βρασμώ ψυχής μπορώ να πω, πριν κάποια χρόνια. Κάθε κανόνας έχει και τις εξαιρέσεις του. Που μπορεί βέβαια αυτά που γράφω παραπάνω να μην είναι ο κανόνας αλλά οι εξαιρέσεις. Βρίσκονται όμως στην πλευρά που περιέγραψα.

Tuesday, January 7, 2014

Dariush Mehrjui, Mr. Naïve



Dariush Mehrjui, Mr. Naïve (1970)

  Έχουμε γράψει για αρκετά έργα του ιρανού Dariush Mehrjui, τα οποία παραθέτουμε σε μια ανάρτηση με τίτλο most of his films. Σήμερα θα γράψουμε για τον «Κύριο Αφελή».
  Μου συμβαίνει συχνά να μη συμφωνώ απόλυτα με όσα γράφονται όσον αφορά την περίληψη για μια ταινία. Διαβάζω για παράδειγμα στον πρώτο σύνδεσμο:
  In the film, Nassirian plays a simple, naive villager who goes to Tehran to find a wife. While in the big city he is treated roughly and constantly fooled by local hustlers and con artists. When he goes into a dress shop to purchase a wedding gown, he meets a beautiful young woman (Fakhri Khorvash) and proposes to her. The young woman turns out to be a prostitute who rejects him and takes his money, spending him back to his village empty handed but more world-wise.
  Πραγματικά ο απλοϊκός επαρχιώτης πηγαίνει στην Τεχεράνη για να βρει γυναίκα να παντρευτεί. Πραγματικά του φέρνονται άσχημα και προσπαθούν να τον ξεγελάσουν. Όταν δεν τα καταφέρνουν κάποιοι μεσάζοντες να τον πείσουν να αγοράσει ένα κτήμα, τον σπάζουν στο ξύλο. Όμως η ιστορία με τη γυναίκα δεν είναι μια ιστορία αφέλειας, ή έστω μόνο αφέλειας, αλλά και έρωτα. Η γυναίκα δεν του απαιτεί πράγματα, αυτός τα προσφέρει, και αυτή τα δέχεται, αντιμετωπίζοντάς τον σαν υποψήφιο πελάτη. Όμως αυτός είναι όντως αρκετά αφελής για να την πηδήξει. Θέλει να τη ζητήσει σε γάμο από τον πατέρα της. Όμως ο πατέρας της δεν είναι «πατέρας» της, αλλά ο ιδιοκτήτης της «ταβέρνας», όπου οι πελάτες μπορούν να βρουν γυναίκα ή να καπνίσουν ναργιλέ. Του λέει την αλήθεια, ότι η κοπέλα είναι πουτάνα. Αυτός δεν νοιώθει αγανακτισμένος που ξεγελάστηκε. Αντίθετα είναι τόσο ερωτευμένος μαζί της που θα προσπαθήσει να την πείσει να τον παντρευτεί και να τον ακολουθήσει στο χωριό. Της λέει τι μισθό παίρνει από την υπηρεσία όπου εργάζεται. Αρκετός για να ζήσουν. Βλέπουμε το κορίτσι να αρνείται, όχι χωρίς κάποια θλίψη. Δεν είναι ο γκόμενος, αλλά θα μπορούσε να την αποσπάει από τη ζωή που κάνει. Ξέρει ότι δεν είναι εύκολο να ξεφύγει από τα νύχια του νταβατζή. Όταν αυτός μαθαίνει τι συμβαίνει της στρίβει τα δάκτυλα, σε ένα από τα οποία φοράει το πολύτιμο δακτυλίδι που της χάρισε. Την πονάει. Ο Αφελής μας ορμάει να την προστατεύσει, και αυτός τον κάνει μαύρο στο ξύλο, παρά τις προσπάθειες των άλλων να τον αποσπάσουν από τα χέρια του και να τον πείσουν να σταματήσει να τον χτυπάει.
  Μπορεί το έργο να φαίνεται περίπου σαν κωμωδία, όμως στην πραγματικότητα είναι tragicomedie, που με την τραγική κατάληξή της εκλύει τον έλεο του θεατή για τον αφελή ήρωα, αναδεικνύοντας για μια ακόμη φορά το μεγαλείο του έρωτα, που «τυφλώνει» μέχρι εκεί που δεν μπορεί να φανταστεί κανείς.

Monday, January 6, 2014

Άντον Τσέχωφ, Η νυφούλα και άλλα διηγήματα



Άντον Τσέχωφ, Η νυφούλα και άλλα διηγήματα (μετ. Γιώργης Πολιτόπουλος), Ζαχαρόπουλος 1989, σελ. 109

  Μετά το «Να κοιμηθώ» του Τσέχωφ που παρουσιάσαμε προχθές, σειρά έχει η υπεσχημένη «Νυφούλα».
  Η «Νυφούλα» είναι το τελευταίο διήγημα που έγραψε ο Τσέχωφ. Εκτενές, διαφέρει από το απαισιόδοξο κλίμα των περισσότερων διηγημάτων του. Η ηρωίδα, ζώντας μια ζωή γεμάτη απογοητεύσεις (ένας επικείμενος γάμος που δεν τον θέλει, ο θάνατος ενός αγαπημένου φίλου) παίρνει τη μεγάλη απόφαση:
  «Ανέβηκε στο δωμάτιό της να ετοιμάσει τις αποσκευές της, και την άλλη μέρα το πρωί αποχαιρετήθηκε με τους δικούς της και ζωντανή, κεφάτη, εγκατέλειψε την πόλη – όπως υπολόγιζε – για πάντα» (σελ. 31). Είναι η τελευταία παράγραφος του διηγήματος.
  Διαβάζοντάς τη μου ήλθαν στο μυαλό οι στίχοι του Καβάφη:

Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.

Αυτή, παρά το "όπως υπελόγιζε", μάλλον δεν πρόκειται να τη ρημάξει. 
Όμως δεν είναι το μοναδικό διήγημα που τελειώνει αισιόδοξα. Το διήγημα «Ο φοιτητής» τελειώνει ως εξής:
  «Και το αίσθημα της νεότητας, της υγείας και της δύναμης – είχε πατήσει μόνο το εικοστό δεύτερο χρόνο της ζωής του – και η απερίγραπτη αναμονή ευτυχίας, μιας ανεξήγητης και μυστικόπαθης ευτυχίας, τον κατακτήσανε σιγά-σιγά, και η ζωή του φάνηκε γοητευτική, μαγευτική και γεμάτη υψηλά νοήματα» (σελ. 62).
  Δεν πιστεύω να υπάρχει άλλος ήρωας του Τσέχωφ που, τελειώνοντας το διήγημα (για τα τέσσερα κορυφαία θεατρικά του ξέρουμε) να νοιώθει έτσι.
  Το διήγημα αυτό, όπως και «Η κόρη της Αλβιόνας», μου θύμισαν τους «Δουβλινέζους» του Τζέημς Τζόυς. Χωρίς σασπένς, εικονογραφούν χαρακτήρες και καταστάσεις.
  Πολύ πλάκα έχει το διήγημα «Χωρίς τίτλο». Ο γέρο καλόγερος, ο πιο σεβάσμιος στο μοναστήρι, πηγαίνει στην πόλη. Γυρνώντας, περιγράφει στους άλλους καλογέρους τι είδε. Και το διήγημα τελειώνει ως εξής:
  «Περιγράφοντας όλες τις χάρες του διαβόλου, την ομορφιά του κακού και την γοητευτική χάρη του σιχαμερού γυναικείου κορμιού, ο Γέρος καταράστηκε το διάβολο, γύρισε προς τα πίσω και κρύφτηκε στην πόρτα του.
  Όταν το επόμενο πρωί βγήκε από το κελί, δεν βρήκε ούτε έναν καλόγερο στο μοναστήρι. Όλοι έτρεξαν στην πόλη!» (σελ. 82).
  Συνήθως δεν σχολιάζω τη μετάφραση, γιατί, έχοντας κάνει κι εγώ μεταφράσεις, ξέρω ότι η ποιότητα της μετάφρασης έχει να κάνει και με το πόσο την πληρώνεσαι, αλλά και με το πόσο χρόνο είσαι διατεθειμένος να ξοδέψεις. Μια φράση μπορείς να την μεταφράσεις πολύ καλύτερα αν επιμείνεις λίγο περισσότερο. Τότε όμως η δουλειά σου στη μονάδα του χρόνου θα πληρωθεί ελάχιστα. Παρόλα αυτά κάποια μεταφραστικά ατοπήματα βαρύνουν τον μεταφραστή, αλλά πιστεύω και τον εκδότη. Ένας καλός μεταφραστής στοιχίζει, και ο μέτριος δεν έχει το υπόβαθρο που απαιτείται συχνά για μια καλή μετάφραση. Στο «Κοιμητήριο της Πράγας» (ας μη γράψουμε το όνομα του συγγραφέα, του εκδότη και του μεταφραστή) βρήκα κάποια μεταφραστικά ατοπήματα, αλλά ο Νίκος Σαραντάκος βρήκε πολύ περισσότερα. Άραγε εδώ ο μεταφραστής, που μεταφράζει μάλιστα από τα ρώσικα, δεν είχε δει τον «Ιβάν τον τρομερό» του Αϊζενστάιν; Σίγουρα τον είχε δει, αλλά δεν κάθισε να πολυσκεφτεί, για το λόγο που είπαμε, όταν μετάφρασε «του Ιωάννου Γκρόζνι» (σελ. 58).
  Όχι, η μετάφραση, υφολογικά, ήταν πολύ καλή. Μάλιστα αρδεύσαμε και δυο ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους, κατά το συνήθειό μας.
  «Εγώ άνοιξα τα μάτια μου κι όλα τα βλέπω τώρα» (σελ.21) και «Πέρασε το φθινόπωρο, πίσω του κι ο χειμώνας».
  Πολύ μου άρεσαν τα διηγήματα του Τσέχωφ, τόσο, που σκέφτομαι να διαβάσω και άλλα. Όχι, δεν σκοπεύω να τα αγοράσω, θα τα βρω στο διαδίκτυο, πρέπει να κάνω απόσβεση στο tablet που αγόρασα και που το χρησιμοποιώ μόνο σαν e-book reader.
 
 

Saturday, January 4, 2014

Άντον Τσέχωφ, Να κοιμηθώ και άλλα διηγήματα



Άντον Τσέχωφ, Να κοιμηθώ και άλλα διηγήματα (μετ. Βασίλης Ντινόπουλος), Εστία 1992, σελ. 150

  Το βιβλίο το ανακάλυψα τυχαία, αδειάζοντας την τσάντα του μπάνιου. Έχω δέκα χρόνια να τη χρησιμοποιήσω, από τότε που ακόμη έκανα χειμερινό μπάνιο, πριν το αντικαταστήσω με το κολυμβητήριο. Το φθινόπωρο και την άνοιξη που ο καιρός είναι σχετικά ζεστός, όταν ήταν λιακάδα και έκανα ηλιοθεραπεία (η λέξη, μετά τις τρύπες του όζοντος, φαντάζει οξύμωρο) περνούσα την ώρα μου διαβάζοντας ή ακούγοντας την πέμπτη συμφωνία του Σοστάκοβιτς από το κινητό μου.
  Τον Τσέχωφ τον ξέρω από τα τέσσερα θεατρικά του, τον «Θείο Βάνια», τον «Βυσσινόκηπο», τις «Τρεις αδελφές» και τον «Γλάρο», κορυφαία έργα της παγκόσμιας δραματουργίας. Έγραψα κάποτε ότι αυτό που κυριαρχεί στα έργα αυτά είναι η frustration, λέξη που δεν μεταφράζεται επακριβώς στα ελληνικά - το λεξικό της magenta τη μεταφράζει ως απογοήτευση, ματαίωση - την οποία θα μπορούσαμε να μεταφράσουμε πράγματι ως απογοήτευση, όχι όμως γιατί έχασε ο Ολυμπιακός (όσοι είστε παναθηναϊκοί, ο Παναθηναϊκός) αλλά γιατί δεν καταφέραμε να πραγματοποιήσουμε τα όνειρά μας, γιατί δεν μας αγάπησε η γυναίκα που αγαπήσαμε, γιατί ζούμε μέσα στην ανία μιας μονότονης ζωής χωρίς προοπτική και της οποίας τέρμα θα είναι μόνο ο θάνατος. Διαβάζοντας τώρα τα διηγήματα αυτά βλέπω ότι και εδώ κυριαρχεί η frustration.
  Εκτός από τις μικροαστικές ματαιώσεις, κυρίως ερωτικής φύσης, και τη μικροαστική ανία, ο Τσέχωφ περιγράφει σε δυο διηγήματά του τις ταλαιπωρίες δυο φτωχών παιδιών. Το διήγημα «Βάνκα» το είχα ξαναδιαβάσει, πριν χρόνια, και πρέπει να είναι από τα πιο γνωστά του. Το ταλαιπωρημένο φαμεγιάκι γράφει στον παππού του παρακαλώντας τον να τον πάρει και να τον γλιτώσει από τα νύχια του σκληρού αφεντικού. Στο φάκελο γράφει σαν διεύθυνση: Στον παππού στην επαρχία. Στο «Να κοιμηθώ», ένα άλλο φαμεγιάκι, κορίτσι αυτή τη φορά, που τα αφεντικά της την κρατούν συνέχεια ξύπνια αναθέτοντάς της διάφορες δουλειές, μισοκοιμισμένη πνίγει το μωρό που έχει στη φύλαξή της για να μπορέσει να κοιμηθεί με την ησυχία της.
  Το «Στο εξοχικό» μοιάζει σαν ανέκδοτο που ο Τσέχωφ αποφάσισε να το κάνει ένα μικρό τρισέλιδο διήγημα. Και εδώ κυριαρχεί η ματαίωση των προσδοκιών. Και ο σύζυγος και ο κουνιάδος παίρνουν ένα γράμμα, από μια άγνωστη γυναίκα, να πάνε να τη συναντήσουν στο ίδιο μέρος στο πάρκο. Τσακώνονται. Η γυναίκα δεν εμφανίζεται. Επιστρέφουν σπίτι, για να αποκαλυφθεί ότι το γράμμα το είχε γράψει η γυναίκα του, για να τους ξεφορτωθεί ώστε να κάνει με την ησυχία της το παρκέ.
  Υπάρχει ένα μοναδικό διήγημα, ίσως το πιο γνωστό του Τσέχωφ, στο οποίο δεν κυριαρχεί η frustration. Αυτό είναι «Η κυρία με το σκυλάκι», μια περίπου αντιστροφή της «Αγάπης», ενός άλλου διηγήματος. Στην «Κυρία με το σκυλάκι» ο άντρας με τη γυναίκα έχουν προχωρήσει σε σχέση, αντίθετα από ό, τι στην «Αγάπη». Όμως είναι και οι δυο παντρεμένοι, και η γυναίκα πρέπει κάποια στιγμή να επιστρέψει από τις διακοπές της. Δεν θα περάσει πολύς καιρός όμως και θα ξανασμίξουν, γιατί ο άνδρας συνειδητοποιεί ότι είναι πραγματικά ερωτευμένος μαζί της και η σχέση αυτή δεν ήταν, όπως τις άλλες φορές, μια περαστική ερωτική περιπέτεια. Στο τέλος του διηγήματος τους βλέπουμε να σκέφτονται «…με ποιο τρόπο θα μπορέσουν να απαλλαγούν από την ανάγκη να κρύβονται, να εξαπατούν, να μένουν σε διαφορετικές πόλεις, να κάνουν τόσον καιρό να βλέπονται. Πώς θα απελευθερωθούν απ’ αυτά τα ανυπόφορα δεσμά;».
  Το διήγημα αυτό είναι όπως είπαμε η αντιστροφή της «Αγάπης», αλλά επίσης και μια «Άννα Καρένινα» μέχρι τη μέση· με τη μόνη διαφορά ότι ο Βρόνσκι δεν ήταν παντρεμένος. Αν ο Τσέχωφ είχε γράψει μυθιστόρημα θα έδινε την ίδια συνέχεια που έδωσε και ο Τολστόι στο δικό του, εξίσου δραματικό μια και είναι κυρίως θεατρικός συγγραφέας. Ξέροντας τον Τσέχωφ δεν μπορούμε να αμφιβάλλουμε ότι και η Άννα Σεργκέεβνα θα είχε το ίδιο τέλος με την Άννα Καρένινα.
  Στην ίδια τσάντα ήταν και ένα άλλο βιβλίο με διηγήματα του Τσέχωφ. Μόλις το διαβάσουμε θα γράψουμε και γι’ αυτό.