Book review, movie criticism

Friday, March 14, 2014

Άνταλ Σερμπ, Ταξιδιώτης και φεγγαρόφωτο



Άνταλ Σερμπ, Ταξιδιώτης και φεγγαρόφωτο (μετ. Μανουέλα Μπέρκι), Χίλων 2013, σελ. 329

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

  Ένα αριστούργημα ενός Ούγγρου συγγραφέα, που έρχεται με καθυστέρηση στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό

  Διαβάζοντας το «Ταξιδιώτης και φεγγαρόφωτο» διαπιστώνω για μια ακόμη φορά πόσο αδικημένες είναι οι ελάσσονες γλώσσες, ή μάλλον οι συγγραφείς που γράφουν σ’ αυτές. Αναρωτιέμαι, θα ήταν άραγε τόσο γνωστός ο Λούκατς αν έγραφε ουγγρικά και όχι γερμανικά; ή ο Κάφκα, αν έγραψε τσέχικα και όχι γερμανικά; Για τη μουσική βέβαια δεν υπάρχει πρόβλημα. Ο Μπέλα Μπάρτοκ και ο Ζολντάν Κοντάι δεν χρειάζονται μετάφραση.
  Ο Άνταλ Σερμπ (101-1945) είναι Ούγγρος, εβραϊκής καταγωγής, που όμως μεταστράφηκε στον καθολικισμό. Είναι ένας από τους μεγαλύτερους Ούγγρους λογοτέχνες (με έκπληξη διαπιστώνω ότι δεν ξέρω άλλον κανένα) του 20ου αιώνα (ούτε και του 19ου). Έζησε μετά τον πόλεμο σε Αγγλία, Γαλλία και Ιταλία λόγω των αναταραχών που υπήρξαν στην πατρίδα του εξαιτίας της κομμουνιστικής επανάστασης. Σε ηλικία μόλις 32 ετών (όλα αυτά τα διαβάζουμε στο αυτί του βιβλίου) εκλέχτηκε πρόεδρος της Ουγγρικής Λογοτεχνικής Ακαδημίας. Το 1944 μεταφέρθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Φαίνεται δεν τον έσωσε το ότι ήταν καθολικός, γιατί προφανώς η εβραϊκή καταγωγή του ήταν αυτή που τον οδήγησε σ’ αυτό. Και ξαναθυμήθηκα το του Κροίσου: «Μηδένα προ του τέλους μακάριζε». Αντιγράφω: «Εκεί, τον Ιανουάριο του 1945, σε ηλικία 43 ετών, πέθανε με φρικτό τρόπο (δάρθηκε μέχρι θανάτου)».
  Διαβάζω ακόμη: «Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σχεδόν σε όλες τις γλώσσες και συγκαταλέγεται στο πάνθεον των μεγαλύτερων λογοτεχνών του περασμένου αιώνα». Στη biblionet βλέπω το παραπάνω βιογραφικό, και μόνο το παρόν βιβλίο. Είναι ένα από τα πιο εξαιρετικά μυθιστορήματα που έχω διαβάσει ποτέ, και πολύ ευχαρίστως θα διάβαζα και άλλα του.
  Το μυθιστόρημα είναι ένα σεπτέτο με αποκλίνοντες χαρακτήρες τους οποίους ο Σερμπ προσωπογραφεί με εξαιρετική μαεστρία. Επίσης περιέχει αρκετές δοκιμιακές σελίδες πάνω στον έρωτα και το θάνατο, καθώς και ταξιδιωτικές σελίδες για μέρη τα οποία επισκέφτηκε ή στα οποία κατέφυγε ο συγγραφέας μετά τη φυγή του από την Ουγγαρία.
  Ο κεντρικός χαρακτήρας, ο Μίχαγι, συχνά έχει την αίσθηση ότι ανοίγεται μια δίνη γύρω του, έτοιμη να τον καταπιεί. Σε μια τέτοια κρίση συναντάει τον Τάμας και γίνονται πρώτοι φίλοι. Συχνά θα συμμετέχει στα θεατρικά σκετς που διοργανώνει με την αδελφή του Εύα, στα οποία αυτός και ο Μίχαγι πεθαίνουν ή δολοφονούνται από το χέρι της. Τα δυο αδέλφια, βαθιά ενωμένα, θα αναπτύξουν μια αιμομικτική σχέση. Ο Τάμας θα αυτοκτονήσει, γεμάτος ενοχές όταν η αδελφή του θα μείνει έγκυος – τουλάχιστον έτσι λέγεται - και αυτή θα τον βοηθήσει στην αυτοκτονία του. Η αινιγματική φιγούρα της Εύας κατατρύχει τον Μίχαγι, που θα παρατήσει σύξυλη την Έρζη, τη γυναίκα του, στο ταξίδι του μέλιτος, ψάχνοντας αρχικά υποσυνείδητα, μετά συνειδητά, να τη βρει. Η Εύα μου θύμισε από τις πρώτες σελίδες την  Αλεχάντρα, στο «Περί ηρώων και τάφων» του Ερνέστο Σάμπατο, μια επίσης αινιγματική φυσιογνωμία. Ελάχιστα θα την δούμε στο βιβλίο. Συναινεί να βοηθήσει και τον Μίχαγι να αυτοκτονήσει, όμως τελικά δεν θα το κάνει, αλλά θα ειδοποιήσει τον πατέρα του να έλθει να τον βρει. Μια κουμπαριά που υποσχέθηκε θα τον γλιτώσει από την προγραμματισμένη αυτοκτονία. Χάρηκε πολύ στην επαφή του με τους απλούς ανθρώπους που συμμετείχαν στη βάπτιση και στη δεξίωση που δόθηκε μετά. Πέρασε χαρούμενα μαζί τους και γύρισε μεθυσμένος σπίτι. Μισοκοιμισμένος, είχε την υποψία ότι επρόκειτο να τον δολοφονήσουν. «Τον διαπέρασε ξανά το άγχος του θανάτου. Έτρεμε σε όλο του το σώμα. Αισθανόταν ότι τον πλησίαζαν άνθρωποι-ποντίκια, με τα μαχαίρια στο χέρι» (σελ. 320).
  Ζώντας τον φόβο του θανάτου ξεπέρασε την επιθυμία του να αυτοκτονήσει.
  «Τότε συνειδητοποίησε ότι κατά τη διάρκεια ολόκληρης της φοβικής και χιμαιρικής νύχτας δεν είχε σκεφτεί καθόλου την Εύα. Η διακοπή. Η μεγαλύτερη διακοπή της ζωής του. Παράξενο πράγμα να πεθαίνεις για μια γυναίκα, που μια ολόκληρη νύχτα – και τι νύχτα- να μην τη θυμηθείς καθόλου» (σελ. 321).
  Παράξενο πράγμα, θα έλεγα εγώ, να πεθαίνεις γενικά για μια γυναίκα – και για έναν άντρα, για τις γυναίκες (εν τάξει, και για τις αδελφές). Το happy end αυτό μου θύμισε την ταινία «Γεύση κερασιού» του ιρανού Αμπάς Κιαροστάμι, στην οποία ο ήρωας τελικά παραιτείται από την αυτοκτονία.
  Ο τέταρτος αποκλίνων της παρέας είναι ο ωραίος Έρβιν, ο Αλιόσα του έργου, που θα πεθάνει γαλήνιος ως πατήρ-Σεβερίνο.
  Τα άλλα τρία πρόσωπα του σεπτέτου είναι οι «προσγειωμένοι». Όμως η Έρζη θα παρατήσει τον Ζόλνταν και θα παντρευτεί τον Τάμας, μαγεμένη από την αποκλίνουσα προσωπικότητά του. Βέβαια αργότερα θα επιστρέψει σ’ αυτόν. Όσο για τον Γιάνος, αυτός είναι ένας ψιλοαπατεώνας, που όταν δεν κλέβει ενεργεί ως μεσολαβητής-ραδιούργος.
  Και μια ατάκα από το έργο που πολύ μου άρεσε.
  «Η πρακτική ζωή είναι μύθος, μπλόφα, τον οποίον εφηύραν για παρηγοριά εκείνοι που δεν είναι ικανοί να ασχοληθούν με διανοητικά θέματα» (σελ. 216).
  Από προσωπική πείρα θα έλεγα ότι ισχύει και το αντίστροφο.
  Η μετάφραση είναι εξαιρετική, όμως θα διορθώσω ένα λαθάκι, μια και το διόρθωσα και στο βιβλίο ενός επώνυμου: «…έβγαζε γρήγορα στη φόρα αυτό που είχε να πει» (σελ. 255).
  Είπαμε, είναι τα fora, πληθυντικός του forum, αγορά.
  Δεν ξέρω γιατί ένα σωρό συγγραφείς, μεταφραστές και επιμελητές εγκαταλείπουν την έλξη του αναφορικού στον γραπτό τους λόγο. Το τελευταίο μου βιβλίο «Εύθυμες κατωχωρίτικες και άλλες ιστορίες» το αφιέρωσα στους χωριανούς μου και σε «όλους όσους μου είπαν τις ιστορίες». Όμως στο βιβλίο είδα να γράφεται «όλους όσοι μου είπαν τις ιστορίες». Στο βιβλίο του Σερμπ η μεταφράστρια, από κεκτημένη ταχύτητα προφανώς, γράφει «… υπάρχουν πιο ξεχωριστοί από αυτόν… Και όλοι όσοι δεν γνωρίζω ακόμα» (σελ. 282). Εδώ το όσοι, ως αντικείμενο του γνωρίζω, πρέπει να μπει σε αιτιατική: όσους.
  Δεν νομίζω να το έχω ξαναγράψει σε βιβλιοκριτική μου, όμως θα το γράψω τώρα: αυτό το βιβλίο θα πρέπει οπωσδήποτε να το διαβάσετε.

Μπάμπης Δερμιτζάκης
 

Tuesday, March 11, 2014

Αντώνης Δεσύλλας, Νικηφόρος Μαρνιέρι, Χρονικογράφος του αυτοκράτορα



Αντώνης Δεσύλλας, Νικηφόρος Μαρνιέρι, Χρονικογράφος του αυτοκράτορα, ΑΛΔΕ 2013, σελ. 70

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα
 
  Μια συναρπαστική νουβέλα για την Κέρκυρα με άφθονα ιστορικά στοιχεία

  Του Αντώνη, του φίλτατου Αντώνη, του έχω παρουσιάσει όλα του τα βιβλία. Το έχω κάνει και σε άλλους, όπως π.χ. στον Μανόλη Πρατικάκη, στη Μάρω Βαμβουνάκη, στον  Αλέξανδρο Κοτζιά, στον Ανδρέα Μήτσου, στον ξάδελφό μου Κωστή Δερμιτζάκη και στο γιο του Νίκο Ευαντινό, ενώ σε κάποιους άλλους από ένα σημείο και μετά σταμάτησα, όχι μόνο γιατί δεν με έπαιρνε πια οικονομικά να αγοράζω βιβλία, αλλά και γιατί διαπίστωσα ότι, τόσοι που ήσαν, δεν θα μου έμενε χρόνος να διαβάσω και άλλους αξιόλογους συγγραφείς. Στόχος μου ήταν να έχω μια πλήρη εικόνα για το έργο τους, στόχος όπως διαπίστωσα ανέφικτος, αλλά πολύ εφικτός για πάρα πολλούς σκηνοθέτες. Συγγραφείς που από ένα σημείο και μετά παρακολουθώ ευκαιριακά είναι οι Ευγενία Φακίνου, Γιάννης Ξανθούλης, Άρης Σφακιανάκης, Ρέα Γαλανάκη, Μίμης Ανδρουλάκης, Παύλος Μάτεσης, Γιώργος Σκούρτης, Γιώργος Μανιώτης, Μένης Κουμανταρέας, Αλέξης Πανσέληνος, Θανάσης Βαλτινός, Αλκυόνη Παπαδάκη, και σίγουρα είναι κι άλλοι που μου διαφεύγουν αυτή τη στιγμή.
  Ο πολυγραφότατος Αντώνης Δεσύλλας έχει γράψει τα παρακάτω έργα:
Το κίτρινο Λουλούδι (με το γιο του Αλέξανδρο, 2011)
Είμαι ερωτευμένος μαζί σου γιατί… (2012)
  Τελικά βλέπω ότι για αυτό το βιβλίο δεν έχω γράψει. Είναι ένα βιβλίο μικρού σχήματος, εξήντα σελίδων, που κυκλοφόρησε μαζί με άλλα τρία, ίδιου σχήματος και αριθμού σελίδων: το δικό μου «Πες της το με μια μαντινιάδα», του Αλέξανδρου «Τα βραβεία Νόμπελ λογοτεχνίας» και της Αλεξάνδρας Λιτσαρδοπούλου «Πενήντα τρόποι για μέση δακτυλίδι». Έκανα μια σύντομη συλλογική παρουσίαση στο facebook τότε. Δεν θυμάμαι τι έγραψα, όμως να γράψω τώρα δυο λόγια για αυτό το προτελευταίο βιβλίο του Αντώνη Δεσύλλα, ένα βιβλίο ιδιαίτερα πρωτότυπο. Ο ερωτευμένος συγγραφέας (δεν ξέρω ποιες αγάπες είχε στο νου του όταν το έγραφε), γράφει γιατί είναι τόσο ερωτευμένος μαζί της: γιατί είσαι τόσο όμορφη, γιατί είσαι τόσο…
  Βέβαια όχι έτσι πεζά, όπως στο παρακάτω ανέκδοτο που θυμήθηκα τώρα.
  -Είμαι ερωτευμένος μαζί σου γιατί είσαι όμορφη, γελαστή, μορφωμένη, με αίσθηση του χιούμορ…  
  -Για να σου πω, μήπως μου τα λες όλα αυτά για να με πηδήξεις;
  -Και έεεεεξυπνη!!!!
  Στην πρώτη σελίδα πάνω δεξιά γράφει «Από», λίγο πιο κάτω αριστερά «Προς», και στη μέση της σελίδας  η φράση «είμαι ερωτευμένος μαζί σου γιατί…», με κενές γραμμές για να συμπληρώσει ο κάθε άντρας αγοραστής του βιβλίου το όνομά του, το όνομα της αγαπημένης του και το δικό του κείμενο. Εκτός κι αν το αγοράσει η κοπέλα και το δώσει στον αγαπημένο της και του πει: «Για να σε δω, τι θα μου γράψεις». Και άντε τώρα αυτός να στύβει το κεφάλι του, να σκεφτεί τι να γράψει.
  Όμως να επιστρέψουμε στον χρονικογράφο.
  Το έργο είναι μια ιστορική νουβέλα και αναφέρεται σε ένα πραγματικό περιστατικό που έχει να κάνει με την Κέρκυρα, το γενέθλιο νησί του συγγραφέα, στην οποία αναφέρονται και τα περισσότερα έργα του.
  Στο έργο υπάρχει πρωτοπρόσωπος και τριτοπρόσωπος αφηγητής. Ο πρωτοπρόσωπος είναι ο χρονικογράφος, ο οποίος ακολουθεί τον αυτοκράτορα και τον πατριάρχη σε μια σημαντική αποστολή στη Δύση, εν έτει 1437. Η αποστολή είναι να πείσουν τον πάπα να βοηθήσει την Κωνσταντινούπολη μπροστά στην οθωμανική απειλή, με αντάλλαγμα να παραιτηθεί από τα πρωτεία του, πράγμα που θα σήμαινε ουσιαστικά την ένωση των δύο εκκλησιών.
  «-Καλύτερη η υποχώρηση θέσεων, μια αφανής υποταγή στους ομόθρησκους παρά ο πλήρης αφανισμός από τους αλλόθρησκους», υποστηρίζει ο ρεαλιστής αυτοκράτορας, και ο χρονικογράφος που κρυφακούει και καταγράφει, σχολιάζει αμέσως μετά «Ίσως και να έχει δίκιο» (σελ. 30).
  Στο ταξίδι τους αυτό θα έκαναν μια στάση στην Κέρκυρα, που βρισκόταν τότε κάτω από την ενετική κατοχή. Ο χρονικογράφος καταγράφει κρυφά (οι άλλοι δεν ξέρουν ότι ξέρει να διαβάζει και να γράφει) τα της αποστολής και του ταξιδιού.
  Ο τριτοπρόσωπος αφηγητής έχει πολύ μικρή παρουσία μέσα στο έργο, και εστιάζει κυρίως στον Ελένη Διαλεγμένο, τον κωδωνοκρούστη στο ναό του Άγι-Αντώνη. Κάποια στιγμή ο Νικηφόρος με τον Ελένη θα συναντηθούν.
  Το ταξίδι, η κορυφαία αποστολή, αποτελούν πρόφαση για τον Δεσύλλα για να μιλήσει για την αγαπημένη του Κέρκυρα, όχι πια την Κέρκυρα του παρόντος ή του πολύ πρόσφατου παρελθόντος, την Κέρκυρα των παιδικών του χρόνων, αλλά την Κέρκυρα όπως ήταν πριν εξακόσια σχεδόν χρόνια. Αναφέρεται στις συνθήκες της ενετικής κατοχής, την καταπίεση των ντόπιων από τους ενετούς, αλλά και την καταπίεση των εβραίων, τόσο από τους ενετούς όσο και από τους έλληνες.
  Θυμήθηκα που στην απολογία του ένας από τους ναζιστές στη δίκη της Νυρεμβέργης, νομίζω ο Γκαίμπελς, είχε πει ότι τον αντισημιτισμό δεν τον ανακάλυψαν οι εθνικοσοσιαλιστές. Εδώ διαβάζω ότι, όπως οι εβραίοι στη ναζιστική Γερμανία έπρεπε να φέρουν στο πέτο τους το άστρο του Δαυίδ, το ίδιο και οι εβραίοι στην ενετοκρατούμενη Κέρκυρα – φαντάζομαι και όχι μόνο – έπρεπε να φέρουν ένα κίτρινο αστέρι.
  Ο Δεσύλλας αναπαράγει τον απλό λόγο του απλού χρονικογράφου, τον οποίο όπως είπαμε όλοι θεωρούν αγράμματο, καθώς και το λόγο του γερο-εβραίου Αρμάνδο Σαρόν, που δίνει πληροφορίες για την εβραϊκή κοινότητα στον Νικηφόρο. Το «ματάκια μου» είναι η φράση με την οποία προσφωνεί συχνά τον συνομιλητή του.
  Διαβάζοντας τη νουβέλα αυτή έμαθα και κάτι άλλο: οι ενετοί κατάργησαν τον ορθόδοξο επίσκοπο στην Κέρκυρα, με στόχο να υπαχθούν σιγά σιγά οι κάτοικοι του νησιού στον λατίνο επίσκοπο που τον αντικατέστησε. Όμως αυτοί βρήκαν τρόπο να αντιμετωπίσουν την απειλή: οι τριανταδύο κληρικοί του νησιού εξέλεξαν έναν Πρωτοπαππά, που εκτελούσε τα χρέη του καταργημένου ορθόδοξου επισκόπου.
   Έμαθα και κάτι άλλο, την ετυμολογία της λέξης Corfu, με την οποία είναι γνωστή η Κέρκυρα στην Εσπερία, όπως λεγόταν τότε η Δύση. Κορυφώ ήταν μια ακόμη ονομασία της Κέρκυρας, εκτός από το Κόρκυρα, και την πήρε από ένα ψηλό, «δικόρυφο βράχο» (σελ. 68).
  Ο Δεσύλλας δεν αναφέρεται μόνο στα ιστορικά της Κέρκυρας αλλά και στα γεωγραφικά της, την ομορφιά της και την καλοσύνη των κατοίκων της. Αυτά, καθώς και η όμορφη κόρη του Νικηφόρου, έκαναν τον χρονικογράφο να το σκάσει από την αποστολή και να μείνει στο νησί.
  Η γλαφυρή αφήγηση και η βαθιά αγάπη για το γενέθλιο νησί του χαρακτηρίζουν και αυτό το έργο του Δεσύλλα, και του ευχόμαστε και από αυτές τις γραμμές να είναι καλοτάξιδο.

Μπάμπης Δερμιτζάκης
 
 

Thursday, March 6, 2014

Τζούλια Φορτούνη, Φυσικό αντίδοτο



Τζούλια Φορτούνη, Φυσικό αντίδοτο, Μανδραγόρας 2013, σελ. 59

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Εξαιρετικά ποιήματα μιας πρωτοεμφανιζόμενης ποιήτριας

  Είμαστε συνηθισμένοι σε πεζογράφους που σε μια κάπως προχωρημένη ηλικία αρχίζουν να γράφουν, όχι όμως σε ποιητές. Αρκετοί λογοτέχνες ξεκινούν με μια μαθητεία στην ποίηση πριν κάνουν μεταγραφή στην πεζογραφία. Η Τζούλια Φορτούνη, στα 49 της (γεννήθηκε το 1964) εκδίδει την πρώτη της ποιητική συλλογή, αν και ποιήματά της είχαν δημοσιευθεί σε περιοδικά και ανθολογίες. Καθώς βλέπουμε ποιήματα μιας απίστευτης ωριμότητας αναρωτιόμαστε γιατί άργησε τόσο πολύ να τα εκδώσει. Ο Μανόλης ο Πρατικάκης μου μίλησε με πολύ κολακευτικά λόγια γι’ αυτά, και διαβάζοντάς τα είδα πως είχε απόλυτο δίκιο.
    Θα ξεκινήσουμε με ένα πρώτο χαρακτηριστικό της ποίησής της, ένα εφέ επανάληψης που παρατηρούμε σε αρκετά ποιήματα. Επαναλαμβάνεται ο πρώτος στίχος κάποιων στροφών, ή κάποια φράση, αλλά μπορεί απλώς να επαναλαμβάνεται η πρώτη λέξη κάποιων στίχων. Ο τίτλος του ποιήματος «Κάθε ποίημα είναι ένα ταξίδι» επανέρχεται σαν λάιτ μοτίβ στον πρώτο στίχο και των τεσσάρων στροφών του ποιήματος, όπως επίσης και ο στίχος «πάντα εκεί γυρίζω» στο ποίημα «Παιδική ηλικία» και ο στίχος «Θα έρθω ένα πρωί» στο «Φως εωθινό». Στο «Καλοκαίρι στην Πράγα» συναντάμε πολλές φορές το «θα» σαν πρώτη λέξη πολλών στίχων.
    Ως προς το χρόνο, η Φορτούνη κινείται και στις τρεις διαστάσεις του. Και πρώτα πρώτα στο παρελθόν, το οποίο εμφανίζεται σαν ανάμνηση («Παιδική ηλικία»), κάποιες φορές θολή («Ίσως συναντηθήκαμε»). Στο ποίημα «Με χαρτί και με μολύβι» κυριαρχεί η νοσταλγία:
 
  Νοσταλγώ εκείνο τον καιρό
επάνω σε χαρτοπετσέτες
να γράφονται τα ποιήματα
ή σε βαρκούλες χάρτινες (σελ. 10).

  Στο «Φετίχ» διαβάζουμε τους παρακάτω στίχους που δίνουν την πιο ακριβή αίσθηση του παρελθόντος: «Η μνήμη του νερού/ όταν τελειώνουν οι έρωτες/ το πιο πολύτιμο φετίχ/ το χρόνου το θολό περίγραμμα» (σελ. 39).

  Ως προς το παρόν, η Φορτούνη άλλοτε βλέπει μια εικόνα την οποία βιντεοσκοπεί όπως στο ποίημα «Θαλασσογραφία», και άλλοτε τον ίδιο τον εαυτό της μέσα σε ένα συμπυκνωμένο «τώρα»: «Ακουμπώ σε τούτη την ξερολιθιά/ μια νότα κλαίει μέσα μου/ βιολί που γρατσουνάει παράτονα/ καταμεσήμερο καλοκαιριού» (σελ. 45), γράφει στο «Κυκλαδίτικο παράπονο».
  Το μέλλον προβάλλεται ως ελπίδα αλλά και ως υπόσχεση, με το «θα» όπως είπαμε σε εφέ επανάληψης πολλών στίχων.
  Το «Προληπτικά» είναι ένα ποίημα που ξεχωρίσαμε, όχι μόνο γιατί σ’ αυτό προβάλλεται το παρόν στο μέλλον («Πέμπτη σήμερα/ Νοτιάς, θα βρέξει/ θα καθαρίσω όλα τα λούκια/», αλλά και διότι σ’ αυτό η Φορτούνη δίνει σε εφέ επανάληψης την πολυσημία των φύλων, συνεχίζοντας:

από τις υδρορροές να μαζέψω
τα φύλλα των δένδρων
τα φύλλα της συκής
τα φύλλα ελέγχου
τα φύλλα των παραθύρων
τα φύλλα πορείας
τα φύλλα των εφημερίδων
κι εκείνα της καρδιάς (σελ. 46).

  Με τη δισημία της λέξης «γράμμα» παίζει η Φορτούνη στο ποίημα «Η λύπη κι ό,τι πάντα λείπει», ενώ βλέπουμε το εφέ της ομωνυμίας να υπάρχει ακόμη και στον τίτλο.

ένα γράμμα θέλω να σωθώ
ένα γράμμα πέρα από τη λύπη
ένα γράμμα φωτεινό
αυτό που πάντα λείπει (σελ. 48)
 
  Πάρα πολλά ποιήματα είναι ερωτικά. Βέβαια ο έρωτας καταλαμβάνει γενικότερα ένα μεγάλο μερίδιο στην ποίηση, και ακόμη μεγαλύτερο στην πεζογραφία και στον κινηματογράφο, αλλά το μερίδιο αυτό στην ποίηση της Φορτούνη είναι συγκριτικά πάρα πολύ μεγάλο. Και, αν και δεν ισχύει το μαρξιστικό αξίωμα ότι «οι ποσοτικές αλλαγές οδηγούν σε ποιοτικές» στη λογοτεχνία, μάλιστα θα έλεγε κανείς ότι συνήθως συμβαίνει το αντίθετο, εδώ έχουμε μια υψηλή ποιότητα με μια μεγάλη ποσότητα να βαίνουν παράλληλα. Στη «Νύχτα» διαβάζουμε: «Νύχτα/ τα πιο μακρινά της αστέρια/ είναι τα μάτια σου» (σελ. 35) και στο «Ποτέ», «Ποτέ κανένα ποίημα/ δεν θα χωρέσει την αγάπη μου για σένα» (σελ. 42).
  Σχεδόν σε κάθε ποιητική συλλογή που διαβάζουμε βρίσκουμε και ένα τουλάχιστον ποίημα για την ποίηση και τον ποιητή. Εδώ βλέπουμε αρκετά τέτοια ποιήματα όπως «Κάθε ποίημα είναι ένα ταξίδι», «Ποίημα τσέπης», «in media res», και άλλα. Στην «Αυτόματη φωτογραφία» διαβάζουμε:

Κάθε ποίημα
είναι μια φωτογραφία
σ’ ένα τοπίο λυπημένο
κάπου στην εξοχή
ή δίπλα στη θάλασσα (σελ. 52).

 και στο «Με χαρτί και με μολύβι»:

Νοσταλγώ εκείνο τον καιρό
επάνω σε χαρτοπετσέτες
να γράφονται τα ποιήματα
ή σε βαρκούλες χάρτινες (σελ. 10).

  Οι εκτενείς μεταφορές είναι ένα επίσης χαρακτηριστικό των ποιημάτων της. Η μεταφορά κυριαρχεί απόλυτα στο ποίημα που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή:

Ακολουθώ κατά γράμμα τη συνταγή
Πώς γράφει κανείς ένα ποίημα
Πώς ξανοίγετε με απλωτές στα άπατα…
Πώς βαδίζει με γυμνά πόδια στα χαμόκλαδα…
Πώς το φαρμάκι γίνεται φάρμακο…

  Και στο in media res:

Όχι, δεν γράφω ποιήματα
απλώς αρχίζω μια ιστορία απ’ τη μέση
γιατί κάθε αρχή έχει το τέλος της
η μέση όμως πάντα διαφεύγει
ξεχνιέται στην πορεία

γίνεται κύκνος
που αρνείται να τραγουδήσει

γίνεται λυγμός
και κρύβεται στα νούφαρα

πόνος βουβός
κι εξατμίζεται απ’ την επιφάνεια

σύννεφο που βρέχει
ασταμάτητα εντός μου

  Πριν κλείσουμε, να μην ξεχάσουμε τη συνήθειά μας, να παραθέσουμε τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους που εντοπίσαμε στα ποιήματά της.
Ανάμεσά τους στρογγυλό/ -που με φεγγάρι μοιάζει- (σελ. 28)
Δέντρο αιωνόβιας αφής στα απαλά μου βρύα (σελ. 30)
Κι ας κλείστηκαν στα σπίτια τους/ τα όνειρα απόψε (σελ. 56), και τέλος
Το «μ» αμετανόητο/ στη μέση του Νοέμβρη (σελ. 43).
  Όχι όμως και στο μέσο του Οκτώβρη, που, θυμάμαι τώρα, όταν ήμουν μαθητής για πολύ καιρό τον έλεγα «Οκτώμβρη».
  Εξαιρετικά τα ποιήματα της Φορτούνη, εξαιρετική ποιήτρια η Τζούλια, ελπίζουμε ότι δεν θα αργήσει να μας δώσει την επόμενή της συλλογή.

Μπάμπης Δερμιτζάκης

Sunday, March 2, 2014

73 ιστορία, Τα νυχτοπερπατήματα, 74η Ιστορία, Τα κρητικά χώματα



73 ιστορία, Τα νυχτοπερπατήματα

  Τις παρακάτω δυο ιστορίες μου τις έστειλε σε e-mail ο γιος του ο Γιώργης ο Παραουλάκης, και τις παραθέτω σχεδόν αυτούσιες.
  Μια προσωπική ιστορία του Κωστή, από τα νιάτα του.
  Νεαρός, γλεντζές και πότης, βγαίνει κάθε βράδυ με τον ξάδελφό του, τον Γιάννη τον Αποστολάκη και επιστρέφουν  τις μικρές ώρες στα σπίτια τους μεθυσμένοι. Την άλλη μέρα, η μαμά Αποστολάκη, καυγά στον γιό της αλλά καυγά και στον Κωστή: «Δεν ντρέπεσαι;  Έχεις κάνει τον γιό μου ίσια κι όμοια σου και μού γυρίζετε κάθε βράδυ μεθυσμένοι…». Ο Κωστής θίγεται και διαμαρτύρεται στον φίλο του:
  -Μα δε μου λες, εγώ τι φταίω να ’χω κάθε μέρα τον καβγά της μάνας σου και να με κατηγορεί ότι σε διαφθείρω; Και καλά, πώς το καταλαβαίνει ότι γυρνάς μεθυσμένος; Στην πόρτα σε περιμένει;
  -Όχι, αυτή κοιμάται και δε μ’ ακούει την ώρα που γυρίζω. Αλλά εγώ, στην κατάσταση που είμαι, ούτε τα παπούτσια μου δεν μπορώ να βγάλω και πέφτω όπως είμαι στο κρεβάτι. Το πρωί με βρίσκει που κοιμάμαι με τα ρούχα, κι έτσι το καταλαβαίνει.
  -Ε, δεν ξέρω, κοίταξε να δεις τι θα κάνεις, να βρεις τρόπο να μην το καταλαβαίνει ότι  γυρίζεις μεθυσμένος, να ησυχάσω κι εγώ, να μη με φορτώνεται.
  Στην επόμενη έξοδο, όλο το βράδυ ο Κωστής κάνει πλύση εγκεφάλου στον φίλο του:
  -Μόλις πας σπίτι μην ξεχάσεις να βγάλεις τα ρούχα σου! Εντάξει;
  -Εντάξει!
  Τον πάει και μέχρι την πόρτα, να του το ξαναθυμήσει, να ’ναι σίγουρος ότι δεν θα το ξεχάσει.
  -Εδά που θα μπεις μέσα να βγάλεις τα ρούχα σου, εντάξει;
  -Εντάξει, αφού είπαμε!
  Την άλλη μέρα ο Γιάννης έρχεται αναστατωμένος.
  -Άσε, πάλι το κατάλαβε...
  -Ε, και πώς το κατάλαβε;
  -Ε, να, καλά-καλά γδύθηκα, τα έβγαλα όλα.

74η Ιστορία, Τα κρητικά χώματα

  Από τις αγαπημένες ιστορίες του Κωστή του Παραουλάκη, αν κρίνω από το πόσες φορές την άκουσα να τη διηγείται σε παρέες. Παρ’ όλα αυτά, το όνομα του πρωταγωνιστή δεν το χω συγκρατήσει. Πάντως ήταν συγχωριανός μας, από πολύ φτωχή οικογένεια, και μέχρι το 21ο έτος της ηλικίας του, που τον κάλεσε η μαμά Πατρίς να την υπηρετήσει, δεν είχε ποτέ απομακρυνθεί από το Κάτω Χωριό.   
  Βρέθηκε, λοιπόν, στα εικοσιένα του, στρατιώτης στο Ηράκλειο και είναι σίγουρο ότι η μεγάλη πόλη, τα όσα είδε και τα όσα άκουσε εκεί, τον εντυπωσίασαν! Τις εντυπώσεις του αυτές κατέγραψε σε επιστολή που έστειλε στους δικούς του. Προσωπικά, είμαι σίγουρος ότι οι χωριανοί, εκ των υστέρων, το μεγαλοποίησαν το πράμα για να το διακωμωδήσουν, γιατί αρνούμαι να πιστέψω ότι όντως έγραφε στο γράμμα του εκφράσεις όπως «Ό,τι γλώσσα μιλούμε στο χωριό, την ίδια μιλούνε κι επαέ» και ότι «Τα ίδια λεφτά περνούνε»! Πάντως βέβαιο είναι ότι η επιστολή έκλεινε με την ευχή, ενδεικτική της μεγάλης νοσταλγίας του επιστολογράφου: «Αχ, και πότε θα πατήσω πάλι τα κρητικά χώματα»!
  Τα νέα μαθαίνονται γρήγορα στα χωριά και την επομένη, ο αδελφός του, που δούλευε στον Μανό τον Τριχά, ρωτήθηκε απ’ το αφεντικό του:
  -Αλήθεια μωρέ ότι ο αδερφός σου σάς έγραψε απ’ το Ηράκλειο, «πότε θα πατήσω στα Κρητικά χώματα»;
-Είδες Μανό; Είδες;  Ίδια πως ήτανε στην Ελούντα!

  Και σχολιάζω εγώ: Μα γιατί γελάγανε; Προφανώς δεν είναι όλα τα κρητικά χώματα τα ίδια. Ανώτερα είναι τα γεραπετρίτικα. Και προπαντός τα κατωχωρίτικα. Ο άνθρωπος όταν έγραφε τα κρητικά χώματα εννοούσε τα κατωχωρίτικα.

  Κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν ότι πιο κρητικά είναι τα χώματα των Σφακιανών. Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια, πάντως το παρακάτω ανέκδοτο – που μπορεί να είναι κι αλήθεια – μου άρεσε.
  -Τα ’μαθες παππού; Ο Χίτλερ τα ’βαλε με όλη την Ευρώπη και κάνει πόλεμο, λέει ένας νεαρός σφακιανός σε ένα γέρο σφακιανό.
  -Ε, καλά, κάνει ο γέρο-σφακιανός και ξύνει το κεφάλι του.
  -Ναι, αλλά τα ’βαλε και με την Ελλάδα.
  -Ε, τι να κάνουμε, λέει πάλι αυτός.
  -Ναι, αλλά έριξε λέει τους αλεξιπτωτιστές του στα Χανιά, πάτησε και στην Κρήτη.
  -Ε, τι να γίνει, λέει πάλι ο γέρος στραβομουτσουνιάζοντας αυτή τη φορά.
  -Ναι, αλλά τώρα έρχεται λέει και στα Σφακιά.
  -Και στα Σφακιά; αναφωνεί έκπληκτος ο γέρο-σφακιανός. Εδα ήφαέ το τό κεφαλάκι του.