Book review, movie criticism

Saturday, January 6, 2018

Lin Yuxian (Lin Yu-Hsien 林育賢), Never say goodbye (谎言西西里 2016)



Lin Yuxian (Lin Yu-Hsien 林育賢), Never say goodbye (谎言西西 2016)

  Ας ξεκινήσουμε με τον σκηνοθέτη: Ο Λιν Γιουσιάν γεννήθηκε στην Ταϊβάν το 1974. Από τα 6 έργα που έχει γυρίσει τα δύο είναι ντοκιμαντέρ. Το τελευταίο του, το «Ποτέ μην πεις αντίο» (τραγούδι μέσα στο έργο) γυρίστηκε στην Σαγκάη και στην Ιταλία. Οι εταιρείες παραγωγής, διαβάζω, είναι όλες κινέζικες. Ο σκηνοθέτης είναι γνωστός με την ταϊβανέζικη μεταγραφή του ονόματός του, όμως εγώ τον έγραψα και με pinyin, γιατί με αυτά είμαι πιο σίγουρος για την προφορά του ονόματος.
  «Ψέματα Σικελία» είναι ο αρχικός τίτλος. Δεν βγάζει νόημα από μόνος του, παρά μόνο μέσα από την πλοκή.
  Ο Park Junho, κορεάτης, μαζί με την φίλη του την Γκου Σιαογιού δουλεύουν ως εσωτερικοί διακοσμητές σε μια εταιρεία. Είναι ζευγάρι. Όμως κάποια στιγμή ο Τζουνχό έχει μια ασυνήθιστη αιμορραγία στη μύτη. Οι εξετάσεις δείχνουν ότι έχει καρκίνο στον εγκέφαλο. Έχει έξι μήνες ζωή, του λέει ο γιατρός απαντώντας στην ερώτησή του.
  Σκέφτεται την κοπέλα του. Έχει δυο επιλογές: να της πει ότι πρόκειται να πεθάνει ή να τη χωρίσει; Επιλέγει τη δεύτερη. Είναι ιδιαίτερα σκληρή γι’ αυτόν, όμως πιστεύει ότι είναι η καλύτερη για την Σιαογιού. Το χωρισμό με τον σύντροφό σου τον ξεπερνάς πιο εύκολα από ό,τι τον θάνατό του.
  Υποκρίνεται ταξίδι στην Ιταλία. Στη Σικελία; Ψέματα (ο κινέζικος τίτλος). Εκεί βρίσκεται όντως η αδελφή του, όμως ο ίδιος θα μείνει στη Σαγκάη. Μάλιστα θα νοικιάσει στον πάνω όροφο για να μπορέσει να τη βλέπει από μακριά. Όταν βλέπει ότι δεν μπορεί να ξεπεράσει τον χωρισμό, σκηνοθετεί το θάνατό του στην Ιταλία, και μια ψεύτικη κηδεία. Αυτό κάνει τα πράγματα χειρότερα για την Σιαογιού, που έχει βυθιστεί σε μεγάλη κατάθλιψη. Δυο ατυχήματα παρά λίγο να της στοιχίσουν τη ζωή.
  Εγώ δεν κάνω σπόιλερ, όμως όποιος θέλει να μάθει για την υπόθεση ας διαβάσει τον σύνδεσμο της βικιπαίδειας. Εγώ θα πω, πέρα από το πόσο με συγκίνησε η ταινία, ότι μου άρεσε η αφηγηματική τεχνική, την οποία έχω δει σε ελάχιστες ταινίες. Ο χρόνος είναι κατακερματισμένος, συχνό αυτό, όμως κάποια επεισόδια επαναλαμβάνονται συμπληρωμένα ρίχνοντας φως στην πλοκή, όχι συχνό αυτό. Η αρχή της γνωριμίας τους έχει πολύ χιούμορ.
  Όσο θα επιμένουν οι εταιρείες να μην φέρνουν παρά ελάχιστες κινέζικες ταινίες, τόσο εγώ θα επιμένω να γράφω γι’ αυτές.

Lance Bangs, Jen Kirkman: Just keep living? (2017)

Lance Bangs, Jen Kirkman: Just keep living? (2017)


  Η Jen Kirkman είναι μια stand-up comedian, podcaster, σεναριογράφος και ηθοποιός. Το «Απλά να ζεις;» είναι η δεύτερη ταινία της, μετά την «I'm Gonna Die Alone (And I Feel Fine)» (Θα πεθάνω μόνη, και νοιώθω μια χαρά).
  Απολαυστική, καυστική, χαριτωμένη, ευφυής, σκορπίζει άφθονο γέλιο. Ξεκινάει σατιρίζοντας τον διαλογισμό, περνάει στα τατουάζ, μιλάει για το θεό, για τα μωρά, για τις ξεναγήσεις, για τη γυναικεία περίοδο, για το σεξ, τη σεξουαλική παρενόχληση, την παρθενιά, και δεν θυμάμαι τι άλλο.
  Τα αρχικά του Just keep living, Απλά συνέχισε να ζεις, τα είχε γράψει με τατουάζ στον αστράγαλό της. Όμως, πρέπει να πω, δεν κατάλαβα το ερωτηματικό. Χωρίς ερωτηματικό σημαίνει περίπου «Απλά συνέχισε να ζεις, έτσι είναι η ζωή, μην αυτοκτονήσεις». Με το ερωτηματικό το καταλαβαίνω σαν «Να συνεχίσεις απλά να ζεις; Μια ζωή χωρίς νόημα; Καλύτερα να αυτοκτονήσεις». Βέβαια υπάρχει και η εκδοχή «Να συνεχίσεις απλά να ζεις; Μωρέ τι μας λες. Πήγαινε να ξεφαντώσεις». Βέβαια, το ποια εκδοχή θα ακολουθήσεις εξαρτάται από τη διάθεσή σου. Αν είναι εντελώς μαύρη, θα επιλέξεις την πρώτη εκδοχή. Αν δεν είναι και τόσο μαύρη, θα συμφωνήσεις λέγοντας την άλλη ατάκα «Thats life», έτσι είναι η ζωή, θα την παλέψουμε.

  Δεν θα κολλήσουμε στο ερωτηματικό ούτε σε κανένα άλλο σημείο στήξης. Η ταινία είναι απολαυστικότατη, μου άρεσε πολύ. 

Thursday, January 4, 2018

Jon Kasdan, In the land of women (2007)

Jon Kasdan, In the land of women (2007)


  Comedy, drama, romance χαρακτηρίζει την ταινία το IMDb. Για comedy δεν μου φάνηκε, ελάχιστα είναι romance, όσο για drama, εμάς τους έλληνες μας μπερδεύει. Drama δεν είναι το δράμα, αλλά  αυτό που εμείς λέμε κοινωνική ταινία, και αυτή την ταινία θα τη χαρακτήριζα κοινωνική.
  Ο τίτλος είναι αρκετά εύστοχος. Βλέπουμε πολλές γυναίκες και δυο μόνο άνδρες.
  Ο Κάρτερ είναι ένας εικοσιεξάχρονος νεαρός, δυο χρόνια μικρότερος από τον Adam Brody που τον υποδύεται. Συγγραφέας πορνοσεναρίων, μόλις τον εγκατέλειψε η κοπέλα του (την υποδύεται η Elena Anaya), η πρώτη γυναίκα. Η μητέρα του, η δεύτερη γυναίκα, προσπαθεί να τον παρηγορήσει. Μόλις έχει πάρει τηλέφωνο η γιαγιά του (την υποδύεται η συμπατριώτισσά μας, η Ολυμπία Δουκάκη), η τρίτη γυναίκα, που ζει μόνη και δεν νοιώθει και τόσο καλά. Ευκαιρία να πνίξει τη θλίψη του, θα πάει να της συμπαρασταθεί και ταυτόχρονα θα ασχοληθεί με τη συγγραφή ενός έργου που έχει στο νου του εδώ και χρόνια. Εκεί θα γνωρίσει την Σάρα (τέταρτη γυναίκα, την υποδύεται η Meg Ryan), που μένει με τις δυο της κόρες, την δεκαεπτάχρονη Λούσυ που την υποδύεται η δεκαεπτάχρονη επίσης Kristen Stewart (η πέμπτη γυναίκα) και την δεκατριάχρονη Paige (η έκτη γυναίκα). Ο δεύτερος άνδρας είναι ο άνδρας της Σάρας.
  Ο σκηνοθέτης ψυχογραφεί με ακρίβεια τους χαρακτήρες, με την τυπικότητα της ηλικίας τους και των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν: τη μικρή Paige, που βιάζεται να γίνει μεγάλη, τη Λούσυ, που διστάζει να φιλήσει το αγόρι με το οποίο φλερτάρει και ο οποίος θα τα φτιάξει με άλλη, τη μητέρα, που έχει διπλή στενοχώρια, για την κατάσταση της μητέρας της και για τη θλίψη του γιου της, την ηλικιωμένη γιαγιά, με τις ιδιοτροπίες και την κατάθλιψή της, τον Κάρτερ, με την απελπισία της εγκατάλειψης από την κοπέλα του, και τέλος τη Σάρα, μια γυναίκα που πρέπει να αντέξει όχι μόνο την απιστία του συζύγου της αλλά και το πρόβλημα του καρκίνου του μαστού. Ο Κάρτερ της συμπαραστέκεται, και θα αναπτυχθεί μια τρυφερή, σχεδόν ερωτική σχέση μεταξύ τους, ενώ θα αποθαρρύνει το φλερτ της Λούσυ, που θα βρει τελικά τον κατάλληλο σύντροφο. Αλλά και αυτόν δεν θα τον αφήσει μόνο ο σκηνοθέτης, θα του βρει σύντροφο, αλλά στο τέλος.
  Στην ταινία βλέπουμε και τα τέσσερα στοιχεία τα οποία ο Ίρβιν Γιάλομ θεωρεί ότι βρίσκονται στη βάση όλων των ψυχολογικών προβλημάτων: οι ανθρώπινες σχέσεις (μας συγκινεί η τρυφερότητα των σχέσεων που αναπτύσσονται ανάμεσα στα πρόσωπα της ταινίας), ο έρωτας (τον βλέπουμε κυρίως σαν ματαίωση, αλλά και σαν πλήρωση), το νόημα της ζωής και ο φόβος του θανάτου (η Σάρα θα ξεφύγει τελικά).
  Και μια ατάκα από την ταινία: «Θα ήθελα να ήμουν σαν αυτούς που παίρνουν τη σοκολάτα και την τρώνε μέσα στο σουπερμάρκετ».
  Ήμουν ένας από αυτούς, αλλά νόμιζα ότι ήμουν ο μόνος. Όταν πήγαινα για ψώνια στο lidl πάντα έπαιρνα μια σοκολάτα (έχει πολύ φτηνές), την έτρωγα και στο ταμείο έδινα το περιτύλιγμα για να κτυπήσουν το barcode. Όσο κι αν πίεζα τον εαυτό μου να σταματήσω αυτή τη συνήθεια, δεν μπορείς να θέλεις να αδυνατίσεις και να τρως σοκολάτες, δεν τα κατάφερνα. Στο τέλος τα κατάφερε ο security. Με πλησιάζει και μου λέει ότι απαγορεύεται. –Μα έτσι κάνω πάντα, του λέω. Ανένδοτος αυτός.
  Από τότε έχω γλιτώσει μπόλικες θερμίδες και το lidl έχασε κάποια ευρώ.
  Όμως ο λόγος είναι για την ταινία. Πολύ μας άρεσε.
    

   

Pablo Larraín, Neruda (2016)



  Είναι το δεύτερο έργο που βλέπω για τον Πάμπλο Νερούντα, μετά τον «Ταχυδρόμο».
  Ο Πάμπλο Λαραΐν στην ταινία του παρακολουθεί τον Νερούντα το 1948, τότε που, μετά από μια ομιλία του στη Γερουσία (είχε εκλεγεί γερουσιαστής με το κομουνιστικό κόμμα) στην οποία κατήγγειλε τον πρόεδρο Βιδέλα για την πολιτική του και τις διώξεις των κομμουνιστών, εκδόθηκε ένταλμα για τη σύλληψή του. Κρύβεται, αλλά και εμφανίζεται σε δημόσιες εκδηλώσεις και σε πορνεία, παίζοντας με την κυβέρνηση τη γάτα με το ποντίκι. Η σύλληψή του έχει ανατεθεί στον Όσκαρ Πελουσονό.
  Έξυπνο σενάριο, που με την αστυνομική πλοκή του κρατάει αδιάπτωτο το ενδιαφέρον του θεατή, με το αιωρούμενο σασπένς αν θα συλληφθεί τελικά ή όχι. Και μέσα από αυτή την καταδίωξη μαθαίνουμε αρκετά για τον Νερούντα και για την κατάσταση στη Χιλή το 1948.

  Εξαιρετικοί στις ερμηνείες τους ο Luis Gnecco σαν Νερούντα και ο Gael García Bernal ως Όσκαρ. Ακούμε και την απαγγελία εξαιρετικών στίχων από τα «Είκοσι ερωτικά ποιήματα και ένα απελπισμένο άσμα», έργο που τον καθιέρωσε στα είκοσί του μόλις χρόνια (εκδόθηκε το 1924) ως σπουδαίο ποιητή. 

Wednesday, January 3, 2018

Howard Hawks, His girl Friday (Ξαναπαντρεύομαι τη γυναίκα μου, 1940)

Howard Hawks, His girl Friday (Ξαναπαντρεύομαι τη γυναίκα μου, 1940)


  Απολαυστικότατη screwball κωμωδία με τον Cary Grant και την Rosalind Russell.
  O Κάρι Γκραντ κάνει τα πάντα για να εμποδίσει την πρώην σύζυγό του, η οποία τον παράτησε, από το να ξαναπαντρευτεί. Δούλευε σαν υπάλληλός του στην εφημερίδα του, την ερωτεύτηκε, την παντρεύτηκε, και τον χώρισε.
  Φαρσικά στοιχεία, πνευματώδεις διάλογοι, η σύγκρουση του άντρα και της γυναίκας παρόλο που αγαπιούνται, και προπαντός η σάτιρα του Τύπου που διαστρεβλώνει τις ειδήσεις για να γίνουν πιο πικάντικες, και της πολιτικής που πατάει επί πτωμάτων (ο δήμαρχος θέλει να κρεμαστεί ένας φουκαράς για τον φόνο ενός μαύρου που έκανε άθελά του, μόνο και μόνο για να μη χάσει τους ψήφους των μαύρων στις επικείμενες εκλογές), αναδεικνύουν την ταινία σαν μια από τις καλύτερες του είδους.
  Η ταινία είναι μεταφορά από θεατρικό έργο, και μάλιστα μια δεύτερη μεταφορά. Ο ρυθμός γίνεται όλο και πιο γρήγορος, ενώ οι ατάκες που αντηχούν σαν ριπές πολυβόλου μπορώ να πω ότι με κούρασαν. Δεν μπόρεσα να βρω frame χωρίς υπότιτλους και αναγκάστηκα να ψάξω στο διαδίκτυο.

  Όμως την ταινία την απόλαυσα.  

Tuesday, January 2, 2018

Ελέμ Κλίμοφ (1933-2003)



Όλες οι αναρτήσεις μου για σχεδόν όλες τις ταινίες του Κλίμοφ, χρονολογικά.

Elem Klimov, Welcome, or No Trespassing (Добро пожаловать 1964)

  Λίγες ταινίες έχει γυρίσει ο Ελέμ Κλίμοφ, και με την ευκαιρία που το σαββατοκύριακο θα προβληθεί στο «Σχολείο του σινεμά» η ταινία του «Αποχαιρετισμός» είπα να τις δω, όσες έχω. Έγραφα παλιά μετά μανίας σε dvd-recorder ταινίες από την τηλεόραση, έχω κάπου 25 θήκες dvd που πιάνουν δυο σειρές στη βιβλιοθήκη μου. Κάποιες από αυτές τις ριπάρισα σε avi. Ανάμεσά τους είναι και οι ταινίες του Κλίμοφ, από την ΕΡΤ 1.
  Ξεκινάμε με την πρώτη του, το «Καλωσορίσατε». Ήταν τριανταενός χρονών ο Κλίμοφ όταν γύρισε την ταινία, μια κωμωδία με ήρωες πιονιέρους σε μια κατασκήνωση.
  Κεντρικό επεισόδιο είναι η αποβολή του Κώστια Ινοτσκίν από την κατασκήνωση γιατί παραβίασε έναν κανόνα, πήγε κολυμπώντας σε ένα κοντινό νησάκι. Γυρνώντας σπίτι η γιαγιά του πεθαίνει, σε εφέ υπερβολής για την αποβολή του, και αυτός δεν έχει άλλη επιλογή από το να επιστρέψει κρυφά. Τα παιδιά τον κρύβουν, και παρακολουθούμε μια σειρά από σπαρταριστά επεισόδια, ανάμεσα στα οποία βλέπουμε και ένα γουρουνάκι, στην προσπάθειά τους να μην αποκαλυφθεί η παρουσία του.
  Η ταινία σατιρίζει την υπερβολική πειθαρχία. Απαγορεύτηκε αρχικά, όταν όμως ο Χρουστσόφ είδε την ταινία σε ιδιωτική προβολή ήρε την απαγόρευση. Όταν έχεις αίσθηση του χιούμορ…
  Θα σημειώσουμε τον «μαγικό ρεαλισμό» στο τέλος της ταινίας, όπου βλέπουμε πρόσωπα να πηγαίνουν στο νησάκι πετώντας και όχι κολυμπώντας.
  Διαβάζω στη βικιπαίδεια ότι προβλήθηκε το 2015 στο φεστιβάλ Καννών στο τμήμα προβολής κλασικών ταινιών. 

Elem Klimov, Περιπέτειες ενός οδοντίατρου (Пoхoждения зубногo врача, 1965)

  Οι «Περιπέτειες ενός οδοντίατρου» είναι η δεύτερη ταινία του Κλίμοφ. Έχουμε δει τις άλλες τέσσερίς του ταινίες μυθοπλασίας, με τελευταία την τελευταία του, το «Έλα να δεις». Το «Sport, sport, sport» (1970) που είναι κατά το ήμισυ ντοκιμαντέρ και κατά το ήμισυ μυθοπλασία δεν το είδαμε.
  Δεν είναι μια ξεκαρδιστική κωμωδία όπως το «Καλωσορίσατε», και γι’ αυτό μου άρεσε λιγότερο. Αντιγράφω από τον σύνδεσμο της βικιπαίδειας που έχει την βιογραφία του.
  «Η δεύτερη ταινία του Κλίμοφ ήταν μια σκοτεινή (και κατά κάποιο τρόπο μια τατιεσκική [Ζακ Τατί] κωμωδία για έναν οδοντίατρο που τον χλευάζουν (και τελικά η ζωή καταστρέφεται) οι συνάδελφοί του για το φυσικό του ταλέντο να βγάζει δόντια χωρίς πόνο. Με την ταινία υπονοείται ότι η κοινωνία αναπόφευκτα εξοστρακίζει τα προικισμένα άτομα, πράγμα που τρομοκράτησε τους λογοκριτές και γι’ αυτό είπαν στον Κλίμοφ να την αλλάξει. Ο Κλίμοφ αρνήθηκε και έτσι την κατέταξαν στην χαμηλότερη κατηγορία, την «κατηγορία τρία», που σήμαινε ότι θα προβαλλόταν μόνο σε 25-78 αίθουσες».
  Έχει πράγματι κάτι από τις ταινίες του Ζακ Τατί, όμως δεν είναι και τόσο σκοτεινή. Στο τέλος τέλος δεν βλέπουμε κανένα πτώμα, σε αντίθεση με τον «Δέκατο τρίτο κληρονόμο» που είδαμε πρόσφατα, μια ταινία κατάσπαρτη με πτώματα. Όσο για την υποδήλωση ότι η κοινωνία εξοστρακίζει τα προικισμένα άτομα, το είχαν αντιληφθεί και οι αρχαίοι πρόγονοί μας. Ο Ηρόδοτος λέει χαρακτηριστικά: «Φιλέει  γὰρ  θεὸς τὰ ὑπερέχοντα πάντα κολούειν», φράση που την άκουσα πολλές φορές από τον Ιάσωνα Ευαγγέλου στο φιλολογικό του καφενείο και που, επειδή δεν την θυμόμουνα πώς ήταν ακριβώς, τον πήρα τηλέφωνο να μου την πει. Την έψαξα στο διαδίκτυο για να την παραθέσω στο πολυτονικό, και είδα ότι την παραθέτουν και άλλοι αρχαίοι συγγραφείς. Όμως στην ταινία υπάρχει μια διαφορά: δεν είναι ο θεός αλλά οι άνθρωποι. Μπορεί βέβαια να πει κανείς ότι οι άνθρωποι λειτουργούν ως όργανα του θεού, όμως εμπεριέχει και μια μοιρολατρία η φράση, ότι έτσι έχει το πράγμα, δεν μπορούμε παρά να το αποδεχτούμε.
  Και βέβαια, καθώς το έργο είναι κωμωδία, δεν μπορούσε παρά να έχει happy end. Βλέπουμε πάλι τον κόσμο να συνωστίζεται για να του βγάλει το δόντι του ο γιατρός. Έχει γίνει πια αποδεκτός από τους συναδέλφους του, οι οποίοι είχαν συνωμοτήσει να τον εξοστρακίσουν.
  Κάποια στιγμή πιστεύω να δω και τις δυο ταινίες της γυναίκας του της Λαρίσα, που σκοτώθηκε νωρίς σε τροχαίο.
  Πω πω, παρά λίγο να το ξεχάσω, η μουσική, εξαίσια, είναι του Alfred Shnitke, όπως και στην «Αγωνία», και σε δυο ταινίες της γυναίκας του.


  Εννιά χρόνια έκανε να γυρίσει την ταινία ο Κλίμοφ, και αν και ήταν έτοιμη από το 1975, όπως διαβάζουμε στο βιογραφικό του στη βικιπαίδεια, στη Σοβιετική Ένωση προβλήθηκε το 1985, με την περεστρόικα.
  Η ταινία αναφέρεται στον περιβόητο Ρασπούτιν (1869-1916). Μάγος και αγύρτης, κατάφερνε να σταματάει το αίμα στον αιμοφιλικό γιο του τσάρου, και έτσι απέκτησε μεγάλη επιρροή στα ανάκτορα, ιδιαίτερα στην τσαρίνα. Ανέβαζε και κατέβαζε υπουργούς κατά τη θέλησή του. Ήταν επίσης ακόλαστος, και είχε διαφθείρει πολλές γυναίκες της αυλής. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να δημιουργήσει πολλούς εχθρούς και να γίνουν κάμποσες απόπειρες δολοφονίας εναντίον του. Σε μια τραυματίστηκε σοβαρά, αλλά στην τελευταία, στην οποία επικεφαλής των συνωμοτών ήταν ο σύζυγος της ανιψιάς του τσάρου Φέλιξ Γιουσούποφ (1887-1967), ήταν επιτυχής. Τον δηλητηρίασαν, αλλά το δηλητήριο δεν τον έπιασε. Τον πυροβόλησαν επανειλημμένα, έδεσαν το σώμα του και το έριξαν στο ποτάμι. Όταν ανακαλύφθηκε διαπιστώθηκε ότι είχε λύσει το ένα του χέρι, πράγμα που σημαίνει ότι ούτε με τις σφαίρες είχε πεθάνει.
  Δεν μου αρέσουν έργα με αρνητικούς χαρακτήρες, αλλά ο Κλίμοφ είναι μεγάλος σκηνοθέτης. Εξάλλου δεν είχε σαν στόχο να βιογραφήσει τον Ρασπούτιν αλλά να δείξει τη διαφθορά και την παρακμή του καθεστώτος, που ένα χρόνο μετά οδηγήθηκε στην πτώση του και στην εκτέλεση της βασιλικής οικογένειας. Η ταινία έχει αρκετό ντοκιμαντερίστικο υλικό, και κάποιες σκηνές ήταν δοσμένες σε ασπρόμαυρο για να δώσουν μια ψευδαίσθηση ντοκιμαντέρ. Και η ερμηνεία του Αλεξέι Πετρένκο σαν Ρασπούτιν είναι εξαιρετική.
  Διάβασα μια βιογραφία του Ρασπούτιν όταν ήμουν μαθητής, αλλά δεν θυμάμαι ποιος την έγραψε. Με εντυπωσίασε όταν διάβασα λίγο μετά στην εφημερίδα ότι πέθανε αυτός που δολοφόνησε τον Ρασπούτιν. Μετά από πενήντα χρόνια δεν φανταζόμουν ότι θα ζούσαν πρωταγωνιστές της υπόθεσης.
  Η ταινία είχε τελειώσει όταν σκοτώθηκε σε τροχαίο η γυναίκα του Λαρίσα Σέπιτκο, το 1979. Την επόμενη χρονιά ο Κλίμοφ γύρισε μια 25λεπτη ταινία για τη σύζυγό του με τον τίτλο «Λαρίσα», μια ελεγεία με άφθονο φωτογραφικό και κινηματογραφικό υλικό. Ένα μέρος της αποτελείται από μια συνέντευξη που είχε δώσει. Αναφέρεται διεξοδικά στο ζήτημα του συμβιβασμού, στον οποίο συχνά ένας καλλιτέχνης αναγκάζεται να υποκύψει. Μου άρεσε ιδιαίτερα η εξής ατάκα της: «Αν αφιερώσεις τη ζωή σου στα προβλήματα των άλλων έχεις δικαιώσει την ύπαρξή σου». Θα γράψουμε και για τις δυο ταινίες της, μόλις της δούμε. Σειρά έχει τώρα η τελευταία ταινία του Κλίμοφ, «Έλα να δεις» (1985). Να πούμε ότι έχουμε ήδη γράψει για το «Welcome» και το «Farewell».

Elem Klimov, Прощание (Αποχαιρετισμός, 1983) Elia Kazan, «Wild river» (Λάσπη στ’ αστέρια, 1960).

  Δεν μπορούσε να υπάρξει καταλληλότερος τίτλος για την ταινία από το «Αποχαιρετισμός», που είδαμε την περασμένη Κυριακή στο «Σχολείο του σινεμά».
  Πραγματεύεται ένα θέμα στο οποίο έχω αναφερθεί αρκετές φορές. Το θέμα αυτό είναι η ελεγεία για το παλιό που είναι καταδικασμένο μπροστά στην αδυσώπητη έλευση του καινούριου. Τα έργα τα οποία παραθέτω σαν παραδείγματα (υπάρχουν κι άλλα που δεν τα θυμάμαι) είναι τρία. Το πρώτο είναι η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή. Η κοινωνία της ντροπής, με τις αιματοσυγγενικές σχέσεις να είναι κυρίαρχες (η βεντέτα είναι μια επιβίωσή της) υποχωρεί στην κοινωνία της ενοχής, όπου τον πολίτη τον προστατεύει το κράτος και οι νόμοι, και γι’ αυτό πρέπει να υπακούμε σ’ αυτούς. Το δεύτερο είναι «Το μυστικό της κοντέσας Βαλέραινας» του Γρηγόριου Ξενόπουλου. Εδώ οι παραδοσιακές αξίες υποχωρούν μπροστά στην καινούρια λατρεία του χρήματος, εξαίρονται όμως με την αυτοκτονία της κοντέσας. Το τρίτο είναι ο «Σαμουράι» του Μασάκι Κομπαγιάσι. Ο κόσμος του ήθους των σαμουράι είναι καταδικασμένος με την έλευση των πυροβόλων όπλων. Ένας αχρείος ληστής μπορεί με ένα πιστόλι να σκοτώσει από μακριά τον ευγενικό σαμουράι.
  Στον «Αποχαιρετισμό» έχουμε την ελεγεία για το χαμό ενός κόσμου αγνού και αμόλυντου, με τις παραδόσεις και τις αξίες του, μπροστά στην έλευση της προόδου. Τον κόσμο αυτόν εκπροσωπεί συμβολικά ένα νησί με τους κατοίκους του. Την πρόοδο εκπροσωπεί η δημιουργία μιας τεχνητής λίμνης για την εγκατάσταση ενός υδροηλεκτρικού φράγματος.
  Οι κάτοικοι είναι εντελώς απρόθυμοι για την μετεγκατάστασή τους, μετεγκατάσταση που βλέπουμε στο τέλος να γίνεται σε πολυκατοικίες-κλουβιά. Ο υφιστάμενος που έχει αναλάβει την εκκένωση του νησιού θέλει να παραιτηθεί, βαρύ το φορτίο. Ο προϊστάμενος όμως τον μεταπείθει.
  Η ελεγεία αυτή αναδεικνύεται περισσότερο στο τέλος με μια πράξη «σπουδαία». Κάποιες γυναίκες του χωριού αρνούνται να φύγουν. Και από λάθος, η λίμνη πλημμυρίζει πριν την προκαθορισμένη ώρα. Η βάρκα που πηγαίνει να πάρει και τους τελευταίους κάτοικους δεν βρίσκει το νησί. Αρχικά το αποδίδουν στην ομίχλη. Αργότερα καταλαβαίνουν τι είχε συμβεί.
  Εξαιρετικός σκηνοθέτης ο Κλίμοφ, με ποιητικές εικόνες δίνει την ιστορία του, ή μάλλον την ιστορία της γυναίκας του, της Λαρίσα Σέπιτκο, που ο πρόωρος θάνατός της σε τροχαίο δεν την άφησε να ολοκληρώσει. Είναι χαρακτηριστικός ο μη ρεαλιστικός τρόπος που δίνει τον πνιγμό των γυναικών. Είναι μαζεμένες σε ένα σπίτι. Κάποια αναρωτιέται: ζούμε ακόμη ή έχουμε πνιγεί;
  Μια ακόμη εξαιρετική ταινία ενός εξαιρετικού σκηνοθέτη που σιώπησε νωρίς.
 
  Ο φίλος ο Στάθης από το σχολείο μας ανέφερε στη συζήτηση που ακολούθησε ότι ο Elia Kazan είχε γυρίσει μια ταινία με παρόμοιο θέμα, το «Wild river». Καθώς είμαι, όπως είπαμε ότι με χαρακτηρίσανε, ιδιοσυγκρασιακά συγκριτολόγος (τώρα το σκέφτομαι, θα μπορούσε κάλλιστα το διδακτορικό μου να μην είναι στις αφηγηματικές τεχνικές αλλά στη συγκριτική λογοτεχνία) είδα την ταινία.
  Για μια ακόμη φορά θα μιλήσω για την πρόσληψη.
  Στην ταινία εγώ βλέπω μια ιστορία αγάπης, ανάμεσα σε έναν εξαιρετικό Montgomery Clift και σε μια ακόμη πιο εξαιρετική Lee Remick. Το φόντο με την ιστορία του φράγματος το βλέπω απλά σαν φόντο.
  Και εδώ βλέπουμε τη γιαγιά (την υποδύεται η Jo Van Fleet) να αρνείται, η μόνη από όλους τους κατοίκους του νησιού, να πουλήσει τη γη της και να εγκαταλείψει το νησί. Ο Montgomery Clift, εκπρόσωπος της εταιρείας κατασκευής του φράγματος, που δεν ήταν μόνο για την δημιουργία υδροηλεκτρικής εγκατάστασης αλλά και για την τιθάσευση του ποταμού Τένεσι που πλημύριζε κατά καιρούς, όχι πάντα χωρίς θύματα, καλείται να την πείσει. Δεν θέλουν να χρησιμοποιήσουν βία.
  Η ελεγεία εδώ αδυνατίζει. Είναι μόνο μια γυναίκα που αρνείται. Και πού αποδίδεται η πεισματώδης άρνησή της;
  «Είναι ο αμερικάνικος τρόπος ζωής. Ο σκληρός ατομικισμός είναι η κληρονομιά μας. 3000 πούλησαν και η Έλλα Γκαρθ δεν θέλει να πουλήσει. Επικροτούμε αυτό το πνεύμα και το θαυμάζουμε, πιστεύουμε σ’ αυτό, αλλά πρέπει να την πάρουμε από εκεί».
  Τέλος, την παίρνουν τελικά με δικαστική απόφαση στην οποία αναγκάζεται να υπακούσει (αν δεν υπακούσει ξέρει ότι θα την πάρουν με τη βία, σηκωτή). Όμως την ίδια μέρα θα πεθάνει στο πανομοιότυπο σπίτι που της έφτιαξαν.
  Υπάρχει και ένα άλλο θέμα που θίγεται αρκετά έντονα στην ταινία, ο ρατσισμός του Νότου. Ο Μοντγκόμερι Κλιφτ θα ξυλοκοπηθεί που προσέλαβε μαύρους εργάτες για καθαρισμό του νησιού δίνοντάς τους ίδια αμοιβή με τους λευκούς.
  Πολύ καλή ταινία, αλλά είναι με τη χολιγουντιανή συνταγή της ερωτικής ιστορίας και του happy end. Στην ταινία του Κλίμοφ αντίθετα δεν υπάρχει τέτοια ιστορία, και το τέλος δεν είναι happy.  

Elem Klimov, Έλα να δεις (Иди и смотри 1985)

  Ενώ ο Κλίμοφ ξεκινάει με κωμωδίες (κάποια στιγμή πιστεύω να δω και τις «Περιπέτειες ενός οδοντίατρου»), σκοτεινιάζει με τον Ρασπούτιν, ενώ με τις δυο τελευταίες ταινίες του, μετά το θάνατο της γυναίκας του, γίνεται ολότελα σκοτεινός.
  Έχουμε γράψει ήδη για τις άλλες τρεις ταινίες του (στην «Αγωνία» παραθέτω τους συνδέσμους και για τις άλλες δυο) και σήμερα θα γράψουμε για την τελευταία του ταινία, το «Έλα να δεις» («Πήγαινε να δεις» είναι ο πρωτότυπος τίτλος, αλλά βέβαια είναι η περίπτωση που σωστά δεν τον μεταφράζουμε κατά λέξη). Είναι η μόνη ταινία που συνάντησε την αποδοχή του καθεστώτος, και φαντάζομαι αυτό δεν οφείλεται στην περεστρόικα. Και πιο πριν να είχε γυριστεί πάλι δεν θα είχε τις περιπέτειες που γνώρισαν οι προηγούμενες ταινίες του.
  Η ταινία αναφέρεται στο κάψιμο ενός χωριού στη Λευκορωσία, μαζί με όλους τους κατοίκους του, από τους γερμανούς. Ανατριχιαστικές οι σκηνές, και ακόμη πιο ανατριχιαστικό αυτό που διαβάσαμε στα γράμματα τέλους, ότι «628 χωριά στην Λευκορωσία πυρπολήθηκαν ολοσχερώς μαζί με όλους τους κατοίκους τους».
  Πριν φτάσουμε όμως σ’ αυτό το ολοκαύτωμα παρακολουθούμε την νεαρό Φλόρια να σκάβει στην άμμο για να βρει ένα όπλο. Μόνο έτσι θα τον δεχτούν οι παρτιζάνοι στις γραμμές του. Τελικά τα καταφέρνει. Όμως τον αφήνουν να φυλάει το στρατόπεδό τους ενώ αυτοί φεύγουν. Αγανακτισμένος περιπλανιέται στο δάσος και συναντάει την Γκλάσα, ένα κορίτσι που ήταν με τους παρτιζάνους. Ευτυχώς δεν προλαβαίνουν να επιστρέψουν στο στρατόπεδο, το οποίο βομβαρδίζεται. Μια έκρηξη αφήνει μισόκουφο τον Φλόρια. Θα πάνε στο χωριό του, όμως στο σπίτι του δεν θα βρουν κανένα. -Ξέρω πού πήγαν, λέει ο Φλόριαν, σε ένα νησάκι. Φεύγοντας όμως η Γκλάσα βλέπει τα στοιβαγμένα πτώματα πίσω από το σπίτι. Διασχίζουν ένα βάλτο, και φτάνουν στο νησί όπου αρκετοί κάτοικοι που γλίτωσαν λιμοκτονούν.  Μαζί με τρεις άλλους άντρες θα πάνε να κλέψουν μια γερμανική αποθήκη τροφίμων. Όμως αυτή φυλάγεται, και φεύγουν κακήν κακώς. Στην επιστροφή οι δυο θα σκοτωθούν από νάρκη και αργότερα ο τρίτος μαζί με τη γελάδα που κατάφεραν να πάρουν από κάποιο αγρότη. Αυτός θα κρύψει τον Φλόρια στο χωριό, αλλά θα πλακώσουν οι γερμανοί. Θα υποχρεώσουν όλους τους κατοίκους να μπουν σε μια τεράστια αποθήκη και θα της βάλουν φωτιά. Ο Φλόρια θα δραπετεύσει, καθώς και ένα κορίτσι, το οποίο όμως θα αρπάξουν οι γερμανοί και θα το βιάσουν ομαδικά. Φεύγοντας θα συναντήσει τα εγκαταλειμμένα οχήματα των γερμανών και μια σκοτωμένη γυναίκα, δική τους. Είχαν πέσει πάνω σε ενέδρα ανταρτών. Σε λίγο θα τους συναντήσει, μαζί με τους γερμανούς αιχμαλώτους. Θα τους περιλούσουν με βενζίνη, όμως δεν θα τους βάλουν φωτιά αλλά θα τους εκτελέσουν, χαρίζοντάς τους έτσι έναν ανώδυνο θάνατο.
  Η ταινία, χωρίς αυτό το τέλος εκδίκησης, θα ήταν σκέτη μαυρίλα. Και ο μεγάλος σκηνοθέτης Κλίμοφ επινοεί ένα τελευταίο επεισόδιο, πρωτότυπο και συναρπαστικό. Ο Φλόρια πυροβολεί μια φωτογραφία του Χίτλερ. Στην φωτογραφία αυτή, με αντίστροφη προβολή των καρέ, βλέπουμε τον Χίτλερ σε προηγούμενες φάσεις της ζωής του. Τον πυροβολεί συνεχώς. Σταματάει μόνο όταν τον βλέπει μωρό, στην αγκαλιά της μάνας του.

  Κρίμα που σιώπησε νωρίς ο Κλίμοφ, γιατί είναι ένας μεγάλος σκηνοθέτης.  

Zeresenay Berhane Mehari, Difret (2014)

Zeresenay Berhane Mehari, Difret (2014)


Δεν ξέρω αν πρέπει να ανησυχώ, μου έχει ξανατύχει, να γράψω για μια ταινία και να ξεχάσω να αναρτήσω. Και φυσικά να ξεχάσω ότι είχα ήδη δει την ταινία.
Δεν θυμόμουνα ότι είχα ξαναδεί την «Difret», έτσι την είδα άλλη μια φορά. Βέβαια οι πρώτες σκηνές κάτι μου θύμιζαν, και λίγο αργότερα θυμήθηκα ότι την είχα ξαναδεί. Έψαξα στην ιστοσελίδα μου που έχω καταλογραφημένες τις αναρτήσεις μου, δεν υπήρχε ανάρτηση για την «Difret». Έψαξα στο αρχείο μου tenies pou ida ke den egrapsa gi aftes όπου έγραφα δυο κουβέντες για ταινίες για τις οποίες δεν ήθελα να κάνω ξεχωριστή ανάρτηση (τώρα πια αναρτώ για κάθε ταινία που βλέπω) και δεν την βρήκα. Τι διάβολο, λέω, την είδα και δεν έγραψα τίποτα; Ευτυχώς που έψαξα με την εύρεση στον υπολογιστή και έπεσα πάνω σε αυτό το αρχείο όπου γράφω αυτές τις γραμμές, και είδα ότι είχε ημερομηνία 25-9-2015. Μπορεί να ήταν γραφτό, για να παραθέσω την ανάρτηση για την ταινία «Dede» που αναφέρεται στο ίδιο θέμα, στην απαγωγή γυναικών, και η οποία εξακολουθεί να προβάλλεται στην Αλκυονίδα. Και τώρα το κείμενο που έγραψα:
Η υπόθεση της ταινίας είναι πραγματική ιστορία και διαδραματίστηκε το 1996 στην Αιθιοπία.
Η Χιρούτ είναι μια δεκατετράχρονη μαθήτρια. Ο πατέρας της είχε συγκατατεθεί να πάει σχολείο, παρά της αντιρρήσεις της μητέρας της. Κάποια μέρα, γυρνώντας από το σχολείο, μια ομάδα ανδρών την απαγάγουν. Ο ένας είναι ένοπλος. Την είχε ζητήσει σε γάμο, του την είχαν αρνηθεί, και τώρα ήλθε να την απαγάγει, όπως είναι το έθιμό τους. Την κλείνει σε μια καλύβα και τη βιάζει. Έτσι έχει εξασφαλίσει ότι θα την πάρει γυναίκα του. Μια ξεπαρθενεμένη γυναίκα δεν την παντρεύεται κανείς. Μάλιστα αν ο άντρας ανακαλύψει ότι η γυναίκα του δεν είναι παρθένα τη διώχνει από το σπίτι. Ούτε και οι δικοί της τη δέχονται πίσω, είναι ξεγραμμένη.
Η Χιρούτ όμως καταφέρνει και το σκάει, παίρνοντας μαζί της την καραμπίνα του. Την αντιλαμβάνονται και την καταδιώκουν. Αυτή πυροβολεί και σκοτώνει τον απαγωγέα της. Πριν οι σύντροφοί του προλάβουν να τη σφάξουν όπως επιβάλει το τοπικό έθιμο, τη συλλαμβάνει ένας αστυνομικός. Θα παραδοθεί στην αστυνομία και θα δικαστεί. Για την ποινή δεν υπάρχει αμφιβολία: είναι ο θάνατος. 
Το συμβούλιο των ανδρών του χωριού αποφασίζει την εξορία της, παρά την επιμονή της οικογένειας του νεκρού να εκτελεστεί. Όμως έτσι κι αλλιώς αυτοί είναι αποφασισμένοι εκδικηθούν με το θάνατό της. Η Meaza Ashenafi, η ιδρύτρια του Συνδέσμου Γυναικών Δικηγόρων της Αιθιοπίας, αναλαμβάνει την υπεράσπισή της.
Δεν είναι εύκολη υπόθεση. Προσκρούει πάνω στο φαλλοκρατικό κατεστημένο. Θα μηνύσει τον υπουργό δικαιοσύνης και αυτός θα της διαλύσει το σύνδεσμο. Όμως ο σάλος που δημιουργείται θα έχει σαν αποτέλεσμα την αποπομπή του υπουργού (που έγινε με την κομψό τρόπο της παραίτησης) και την επαναλειτουργία του συνδέσμου. Ανάμεσα στο 1995 και 2002, η οργάνωση αυτή βοήθησε πάνω από 30.000 παιδιά και γυναίκες, διαβάζουμε στα γράμματα τέλους.
Επί τέλους η Ashenafi κερδίζει, η Χιρούτ αθωώνεται.
Βλέποντας την ταινία συνειδητοποίησα το εξής: όσο πιο καθυστερημένη είναι μια κοινωνία, τόσο πιο φαλλοκρατική και πατριαρχική είναι. Και στην Κρήτη είχαμε την «κλεψά». Η απαγωγή της Τασούλας το 1953 είχε συνταράξει το πανελλήνιο, και έδωσε τροφή για τρία βιβλία, ένα από τα οποία είναι της Ρέας Γαλανάκη. Όμως οι απαγωγές αυτές γίνονταν πάντοτε με τη συναίνεση της κοπέλας, όταν οι γονείς της έφερναν αντιρρήσεις.
Στις περισσότερες ταινίες από τις χώρες του τρίτου κόσμου που βλέπω είναι θεματοποιημένη η καταπίεση της γυναίκας. Ο Ousmane Sembène, 16 χρόνια αφού είχε γυρίσει την τελευταία του ταινία, γυρίζει τη Moolaadé που έχει σαν θέμα την κλειτοριδεκτομή. Στην κριτική για την ταινία καταλήγω: «Μήπως πρέπει να αναθεωρήσουμε τελικά αυτό το ιδεολόγημα που λέγεται παράδοση; Εμείς οι έλληνες έχουμε υπερβολικό κόλλημα σ’ αυτό. Οι γιαπωνέζοι, με κάτι εξαιρέσεις σαν τον Μισίμα, το έχουν ξεπεράσει».
Τέτοιου είδους αναχρονιστικές παραδόσεις πρέπει να καταργούνται νομοθετικά. Δεν ξέρω τι έχει γίνει για την κλειτοριδεκτομή, αλλά αυτό το «παραδοσιακό» φαινόμενο της κλοπής της κοπέλας παρά τη θέλησή της η Αιθιοπική κυβέρνηση το κήρυξε παράνομο, και επέβαλε την ποινή των πέντε χρόνων φυλάκισης για τον δράστη, διαβάζουμε επίσης στα γράμματα τέλους.
Αναρωτιέμαι: ο κομμουνιστής Χαϊλέ Μαριάμ τόσα χρόνια που ήταν στην εξουσία τι έκανε; 
Να πούμε και του στραβού το δίκιο: το συμβούλιο του χωριού –ξέχασα να το πω, συμβούλιο στο οποίο συμμετέχουν αποκλειστικά άντρες- φέρθηκε «προοδευτικά». Για να ικανοποιήσει την οικογένεια του νεκρού επέβαλε την ποινή της εξορίας αντί την ποινή της εκτέλεσης που θα έπρεπε να επιβάλει, σύμφωνα με την παράδοση. Το λέω αυτό, γιατί διάβασα πριν λίγες μέρες ότι ένα άλλο συμβούλιο ανδρών, σε ένα χωριό της Ινδίας, επέβαλε την ποινή σε μια κοπέλα να τη βιάσουν οι άντρες του χωριού. Την βίασαν 12 άνδρες. Μετά το βιασμό νοσηλεύτηκε σε κρίσιμη κατάσταση.

Είπαμε, να επιβάλεις ποινή, αλλά όχι και να βλογείς τα γένια σου!!!