Book review, movie criticism

Tuesday, January 2, 2018

Ελέμ Κλίμοφ (1933-2003)



Όλες οι αναρτήσεις μου για σχεδόν όλες τις ταινίες του Κλίμοφ, χρονολογικά.

Elem Klimov, Welcome, or No Trespassing (Добро пожаловать 1964)

  Λίγες ταινίες έχει γυρίσει ο Ελέμ Κλίμοφ, και με την ευκαιρία που το σαββατοκύριακο θα προβληθεί στο «Σχολείο του σινεμά» η ταινία του «Αποχαιρετισμός» είπα να τις δω, όσες έχω. Έγραφα παλιά μετά μανίας σε dvd-recorder ταινίες από την τηλεόραση, έχω κάπου 25 θήκες dvd που πιάνουν δυο σειρές στη βιβλιοθήκη μου. Κάποιες από αυτές τις ριπάρισα σε avi. Ανάμεσά τους είναι και οι ταινίες του Κλίμοφ, από την ΕΡΤ 1.
  Ξεκινάμε με την πρώτη του, το «Καλωσορίσατε». Ήταν τριανταενός χρονών ο Κλίμοφ όταν γύρισε την ταινία, μια κωμωδία με ήρωες πιονιέρους σε μια κατασκήνωση.
  Κεντρικό επεισόδιο είναι η αποβολή του Κώστια Ινοτσκίν από την κατασκήνωση γιατί παραβίασε έναν κανόνα, πήγε κολυμπώντας σε ένα κοντινό νησάκι. Γυρνώντας σπίτι η γιαγιά του πεθαίνει, σε εφέ υπερβολής για την αποβολή του, και αυτός δεν έχει άλλη επιλογή από το να επιστρέψει κρυφά. Τα παιδιά τον κρύβουν, και παρακολουθούμε μια σειρά από σπαρταριστά επεισόδια, ανάμεσα στα οποία βλέπουμε και ένα γουρουνάκι, στην προσπάθειά τους να μην αποκαλυφθεί η παρουσία του.
  Η ταινία σατιρίζει την υπερβολική πειθαρχία. Απαγορεύτηκε αρχικά, όταν όμως ο Χρουστσόφ είδε την ταινία σε ιδιωτική προβολή ήρε την απαγόρευση. Όταν έχεις αίσθηση του χιούμορ…
  Θα σημειώσουμε τον «μαγικό ρεαλισμό» στο τέλος της ταινίας, όπου βλέπουμε πρόσωπα να πηγαίνουν στο νησάκι πετώντας και όχι κολυμπώντας.
  Διαβάζω στη βικιπαίδεια ότι προβλήθηκε το 2015 στο φεστιβάλ Καννών στο τμήμα προβολής κλασικών ταινιών. 

Elem Klimov, Περιπέτειες ενός οδοντίατρου (Пoхoждения зубногo врача, 1965)

  Οι «Περιπέτειες ενός οδοντίατρου» είναι η δεύτερη ταινία του Κλίμοφ. Έχουμε δει τις άλλες τέσσερίς του ταινίες μυθοπλασίας, με τελευταία την τελευταία του, το «Έλα να δεις». Το «Sport, sport, sport» (1970) που είναι κατά το ήμισυ ντοκιμαντέρ και κατά το ήμισυ μυθοπλασία δεν το είδαμε.
  Δεν είναι μια ξεκαρδιστική κωμωδία όπως το «Καλωσορίσατε», και γι’ αυτό μου άρεσε λιγότερο. Αντιγράφω από τον σύνδεσμο της βικιπαίδειας που έχει την βιογραφία του.
  «Η δεύτερη ταινία του Κλίμοφ ήταν μια σκοτεινή (και κατά κάποιο τρόπο μια τατιεσκική [Ζακ Τατί] κωμωδία για έναν οδοντίατρο που τον χλευάζουν (και τελικά η ζωή καταστρέφεται) οι συνάδελφοί του για το φυσικό του ταλέντο να βγάζει δόντια χωρίς πόνο. Με την ταινία υπονοείται ότι η κοινωνία αναπόφευκτα εξοστρακίζει τα προικισμένα άτομα, πράγμα που τρομοκράτησε τους λογοκριτές και γι’ αυτό είπαν στον Κλίμοφ να την αλλάξει. Ο Κλίμοφ αρνήθηκε και έτσι την κατέταξαν στην χαμηλότερη κατηγορία, την «κατηγορία τρία», που σήμαινε ότι θα προβαλλόταν μόνο σε 25-78 αίθουσες».
  Έχει πράγματι κάτι από τις ταινίες του Ζακ Τατί, όμως δεν είναι και τόσο σκοτεινή. Στο τέλος τέλος δεν βλέπουμε κανένα πτώμα, σε αντίθεση με τον «Δέκατο τρίτο κληρονόμο» που είδαμε πρόσφατα, μια ταινία κατάσπαρτη με πτώματα. Όσο για την υποδήλωση ότι η κοινωνία εξοστρακίζει τα προικισμένα άτομα, το είχαν αντιληφθεί και οι αρχαίοι πρόγονοί μας. Ο Ηρόδοτος λέει χαρακτηριστικά: «Φιλέει  γὰρ  θεὸς τὰ ὑπερέχοντα πάντα κολούειν», φράση που την άκουσα πολλές φορές από τον Ιάσωνα Ευαγγέλου στο φιλολογικό του καφενείο και που, επειδή δεν την θυμόμουνα πώς ήταν ακριβώς, τον πήρα τηλέφωνο να μου την πει. Την έψαξα στο διαδίκτυο για να την παραθέσω στο πολυτονικό, και είδα ότι την παραθέτουν και άλλοι αρχαίοι συγγραφείς. Όμως στην ταινία υπάρχει μια διαφορά: δεν είναι ο θεός αλλά οι άνθρωποι. Μπορεί βέβαια να πει κανείς ότι οι άνθρωποι λειτουργούν ως όργανα του θεού, όμως εμπεριέχει και μια μοιρολατρία η φράση, ότι έτσι έχει το πράγμα, δεν μπορούμε παρά να το αποδεχτούμε.
  Και βέβαια, καθώς το έργο είναι κωμωδία, δεν μπορούσε παρά να έχει happy end. Βλέπουμε πάλι τον κόσμο να συνωστίζεται για να του βγάλει το δόντι του ο γιατρός. Έχει γίνει πια αποδεκτός από τους συναδέλφους του, οι οποίοι είχαν συνωμοτήσει να τον εξοστρακίσουν.
  Κάποια στιγμή πιστεύω να δω και τις δυο ταινίες της γυναίκας του της Λαρίσα, που σκοτώθηκε νωρίς σε τροχαίο.
  Πω πω, παρά λίγο να το ξεχάσω, η μουσική, εξαίσια, είναι του Alfred Shnitke, όπως και στην «Αγωνία», και σε δυο ταινίες της γυναίκας του.


  Εννιά χρόνια έκανε να γυρίσει την ταινία ο Κλίμοφ, και αν και ήταν έτοιμη από το 1975, όπως διαβάζουμε στο βιογραφικό του στη βικιπαίδεια, στη Σοβιετική Ένωση προβλήθηκε το 1985, με την περεστρόικα.
  Η ταινία αναφέρεται στον περιβόητο Ρασπούτιν (1869-1916). Μάγος και αγύρτης, κατάφερνε να σταματάει το αίμα στον αιμοφιλικό γιο του τσάρου, και έτσι απέκτησε μεγάλη επιρροή στα ανάκτορα, ιδιαίτερα στην τσαρίνα. Ανέβαζε και κατέβαζε υπουργούς κατά τη θέλησή του. Ήταν επίσης ακόλαστος, και είχε διαφθείρει πολλές γυναίκες της αυλής. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να δημιουργήσει πολλούς εχθρούς και να γίνουν κάμποσες απόπειρες δολοφονίας εναντίον του. Σε μια τραυματίστηκε σοβαρά, αλλά στην τελευταία, στην οποία επικεφαλής των συνωμοτών ήταν ο σύζυγος της ανιψιάς του τσάρου Φέλιξ Γιουσούποφ (1887-1967), ήταν επιτυχής. Τον δηλητηρίασαν, αλλά το δηλητήριο δεν τον έπιασε. Τον πυροβόλησαν επανειλημμένα, έδεσαν το σώμα του και το έριξαν στο ποτάμι. Όταν ανακαλύφθηκε διαπιστώθηκε ότι είχε λύσει το ένα του χέρι, πράγμα που σημαίνει ότι ούτε με τις σφαίρες είχε πεθάνει.
  Δεν μου αρέσουν έργα με αρνητικούς χαρακτήρες, αλλά ο Κλίμοφ είναι μεγάλος σκηνοθέτης. Εξάλλου δεν είχε σαν στόχο να βιογραφήσει τον Ρασπούτιν αλλά να δείξει τη διαφθορά και την παρακμή του καθεστώτος, που ένα χρόνο μετά οδηγήθηκε στην πτώση του και στην εκτέλεση της βασιλικής οικογένειας. Η ταινία έχει αρκετό ντοκιμαντερίστικο υλικό, και κάποιες σκηνές ήταν δοσμένες σε ασπρόμαυρο για να δώσουν μια ψευδαίσθηση ντοκιμαντέρ. Και η ερμηνεία του Αλεξέι Πετρένκο σαν Ρασπούτιν είναι εξαιρετική.
  Διάβασα μια βιογραφία του Ρασπούτιν όταν ήμουν μαθητής, αλλά δεν θυμάμαι ποιος την έγραψε. Με εντυπωσίασε όταν διάβασα λίγο μετά στην εφημερίδα ότι πέθανε αυτός που δολοφόνησε τον Ρασπούτιν. Μετά από πενήντα χρόνια δεν φανταζόμουν ότι θα ζούσαν πρωταγωνιστές της υπόθεσης.
  Η ταινία είχε τελειώσει όταν σκοτώθηκε σε τροχαίο η γυναίκα του Λαρίσα Σέπιτκο, το 1979. Την επόμενη χρονιά ο Κλίμοφ γύρισε μια 25λεπτη ταινία για τη σύζυγό του με τον τίτλο «Λαρίσα», μια ελεγεία με άφθονο φωτογραφικό και κινηματογραφικό υλικό. Ένα μέρος της αποτελείται από μια συνέντευξη που είχε δώσει. Αναφέρεται διεξοδικά στο ζήτημα του συμβιβασμού, στον οποίο συχνά ένας καλλιτέχνης αναγκάζεται να υποκύψει. Μου άρεσε ιδιαίτερα η εξής ατάκα της: «Αν αφιερώσεις τη ζωή σου στα προβλήματα των άλλων έχεις δικαιώσει την ύπαρξή σου». Θα γράψουμε και για τις δυο ταινίες της, μόλις της δούμε. Σειρά έχει τώρα η τελευταία ταινία του Κλίμοφ, «Έλα να δεις» (1985). Να πούμε ότι έχουμε ήδη γράψει για το «Welcome» και το «Farewell».

Elem Klimov, Прощание (Αποχαιρετισμός, 1983) Elia Kazan, «Wild river» (Λάσπη στ’ αστέρια, 1960).

  Δεν μπορούσε να υπάρξει καταλληλότερος τίτλος για την ταινία από το «Αποχαιρετισμός», που είδαμε την περασμένη Κυριακή στο «Σχολείο του σινεμά».
  Πραγματεύεται ένα θέμα στο οποίο έχω αναφερθεί αρκετές φορές. Το θέμα αυτό είναι η ελεγεία για το παλιό που είναι καταδικασμένο μπροστά στην αδυσώπητη έλευση του καινούριου. Τα έργα τα οποία παραθέτω σαν παραδείγματα (υπάρχουν κι άλλα που δεν τα θυμάμαι) είναι τρία. Το πρώτο είναι η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή. Η κοινωνία της ντροπής, με τις αιματοσυγγενικές σχέσεις να είναι κυρίαρχες (η βεντέτα είναι μια επιβίωσή της) υποχωρεί στην κοινωνία της ενοχής, όπου τον πολίτη τον προστατεύει το κράτος και οι νόμοι, και γι’ αυτό πρέπει να υπακούμε σ’ αυτούς. Το δεύτερο είναι «Το μυστικό της κοντέσας Βαλέραινας» του Γρηγόριου Ξενόπουλου. Εδώ οι παραδοσιακές αξίες υποχωρούν μπροστά στην καινούρια λατρεία του χρήματος, εξαίρονται όμως με την αυτοκτονία της κοντέσας. Το τρίτο είναι ο «Σαμουράι» του Μασάκι Κομπαγιάσι. Ο κόσμος του ήθους των σαμουράι είναι καταδικασμένος με την έλευση των πυροβόλων όπλων. Ένας αχρείος ληστής μπορεί με ένα πιστόλι να σκοτώσει από μακριά τον ευγενικό σαμουράι.
  Στον «Αποχαιρετισμό» έχουμε την ελεγεία για το χαμό ενός κόσμου αγνού και αμόλυντου, με τις παραδόσεις και τις αξίες του, μπροστά στην έλευση της προόδου. Τον κόσμο αυτόν εκπροσωπεί συμβολικά ένα νησί με τους κατοίκους του. Την πρόοδο εκπροσωπεί η δημιουργία μιας τεχνητής λίμνης για την εγκατάσταση ενός υδροηλεκτρικού φράγματος.
  Οι κάτοικοι είναι εντελώς απρόθυμοι για την μετεγκατάστασή τους, μετεγκατάσταση που βλέπουμε στο τέλος να γίνεται σε πολυκατοικίες-κλουβιά. Ο υφιστάμενος που έχει αναλάβει την εκκένωση του νησιού θέλει να παραιτηθεί, βαρύ το φορτίο. Ο προϊστάμενος όμως τον μεταπείθει.
  Η ελεγεία αυτή αναδεικνύεται περισσότερο στο τέλος με μια πράξη «σπουδαία». Κάποιες γυναίκες του χωριού αρνούνται να φύγουν. Και από λάθος, η λίμνη πλημμυρίζει πριν την προκαθορισμένη ώρα. Η βάρκα που πηγαίνει να πάρει και τους τελευταίους κάτοικους δεν βρίσκει το νησί. Αρχικά το αποδίδουν στην ομίχλη. Αργότερα καταλαβαίνουν τι είχε συμβεί.
  Εξαιρετικός σκηνοθέτης ο Κλίμοφ, με ποιητικές εικόνες δίνει την ιστορία του, ή μάλλον την ιστορία της γυναίκας του, της Λαρίσα Σέπιτκο, που ο πρόωρος θάνατός της σε τροχαίο δεν την άφησε να ολοκληρώσει. Είναι χαρακτηριστικός ο μη ρεαλιστικός τρόπος που δίνει τον πνιγμό των γυναικών. Είναι μαζεμένες σε ένα σπίτι. Κάποια αναρωτιέται: ζούμε ακόμη ή έχουμε πνιγεί;
  Μια ακόμη εξαιρετική ταινία ενός εξαιρετικού σκηνοθέτη που σιώπησε νωρίς.
 
  Ο φίλος ο Στάθης από το σχολείο μας ανέφερε στη συζήτηση που ακολούθησε ότι ο Elia Kazan είχε γυρίσει μια ταινία με παρόμοιο θέμα, το «Wild river». Καθώς είμαι, όπως είπαμε ότι με χαρακτηρίσανε, ιδιοσυγκρασιακά συγκριτολόγος (τώρα το σκέφτομαι, θα μπορούσε κάλλιστα το διδακτορικό μου να μην είναι στις αφηγηματικές τεχνικές αλλά στη συγκριτική λογοτεχνία) είδα την ταινία.
  Για μια ακόμη φορά θα μιλήσω για την πρόσληψη.
  Στην ταινία εγώ βλέπω μια ιστορία αγάπης, ανάμεσα σε έναν εξαιρετικό Montgomery Clift και σε μια ακόμη πιο εξαιρετική Lee Remick. Το φόντο με την ιστορία του φράγματος το βλέπω απλά σαν φόντο.
  Και εδώ βλέπουμε τη γιαγιά (την υποδύεται η Jo Van Fleet) να αρνείται, η μόνη από όλους τους κατοίκους του νησιού, να πουλήσει τη γη της και να εγκαταλείψει το νησί. Ο Montgomery Clift, εκπρόσωπος της εταιρείας κατασκευής του φράγματος, που δεν ήταν μόνο για την δημιουργία υδροηλεκτρικής εγκατάστασης αλλά και για την τιθάσευση του ποταμού Τένεσι που πλημύριζε κατά καιρούς, όχι πάντα χωρίς θύματα, καλείται να την πείσει. Δεν θέλουν να χρησιμοποιήσουν βία.
  Η ελεγεία εδώ αδυνατίζει. Είναι μόνο μια γυναίκα που αρνείται. Και πού αποδίδεται η πεισματώδης άρνησή της;
  «Είναι ο αμερικάνικος τρόπος ζωής. Ο σκληρός ατομικισμός είναι η κληρονομιά μας. 3000 πούλησαν και η Έλλα Γκαρθ δεν θέλει να πουλήσει. Επικροτούμε αυτό το πνεύμα και το θαυμάζουμε, πιστεύουμε σ’ αυτό, αλλά πρέπει να την πάρουμε από εκεί».
  Τέλος, την παίρνουν τελικά με δικαστική απόφαση στην οποία αναγκάζεται να υπακούσει (αν δεν υπακούσει ξέρει ότι θα την πάρουν με τη βία, σηκωτή). Όμως την ίδια μέρα θα πεθάνει στο πανομοιότυπο σπίτι που της έφτιαξαν.
  Υπάρχει και ένα άλλο θέμα που θίγεται αρκετά έντονα στην ταινία, ο ρατσισμός του Νότου. Ο Μοντγκόμερι Κλιφτ θα ξυλοκοπηθεί που προσέλαβε μαύρους εργάτες για καθαρισμό του νησιού δίνοντάς τους ίδια αμοιβή με τους λευκούς.
  Πολύ καλή ταινία, αλλά είναι με τη χολιγουντιανή συνταγή της ερωτικής ιστορίας και του happy end. Στην ταινία του Κλίμοφ αντίθετα δεν υπάρχει τέτοια ιστορία, και το τέλος δεν είναι happy.  

Elem Klimov, Έλα να δεις (Иди и смотри 1985)

  Ενώ ο Κλίμοφ ξεκινάει με κωμωδίες (κάποια στιγμή πιστεύω να δω και τις «Περιπέτειες ενός οδοντίατρου»), σκοτεινιάζει με τον Ρασπούτιν, ενώ με τις δυο τελευταίες ταινίες του, μετά το θάνατο της γυναίκας του, γίνεται ολότελα σκοτεινός.
  Έχουμε γράψει ήδη για τις άλλες τρεις ταινίες του (στην «Αγωνία» παραθέτω τους συνδέσμους και για τις άλλες δυο) και σήμερα θα γράψουμε για την τελευταία του ταινία, το «Έλα να δεις» («Πήγαινε να δεις» είναι ο πρωτότυπος τίτλος, αλλά βέβαια είναι η περίπτωση που σωστά δεν τον μεταφράζουμε κατά λέξη). Είναι η μόνη ταινία που συνάντησε την αποδοχή του καθεστώτος, και φαντάζομαι αυτό δεν οφείλεται στην περεστρόικα. Και πιο πριν να είχε γυριστεί πάλι δεν θα είχε τις περιπέτειες που γνώρισαν οι προηγούμενες ταινίες του.
  Η ταινία αναφέρεται στο κάψιμο ενός χωριού στη Λευκορωσία, μαζί με όλους τους κατοίκους του, από τους γερμανούς. Ανατριχιαστικές οι σκηνές, και ακόμη πιο ανατριχιαστικό αυτό που διαβάσαμε στα γράμματα τέλους, ότι «628 χωριά στην Λευκορωσία πυρπολήθηκαν ολοσχερώς μαζί με όλους τους κατοίκους τους».
  Πριν φτάσουμε όμως σ’ αυτό το ολοκαύτωμα παρακολουθούμε την νεαρό Φλόρια να σκάβει στην άμμο για να βρει ένα όπλο. Μόνο έτσι θα τον δεχτούν οι παρτιζάνοι στις γραμμές του. Τελικά τα καταφέρνει. Όμως τον αφήνουν να φυλάει το στρατόπεδό τους ενώ αυτοί φεύγουν. Αγανακτισμένος περιπλανιέται στο δάσος και συναντάει την Γκλάσα, ένα κορίτσι που ήταν με τους παρτιζάνους. Ευτυχώς δεν προλαβαίνουν να επιστρέψουν στο στρατόπεδο, το οποίο βομβαρδίζεται. Μια έκρηξη αφήνει μισόκουφο τον Φλόρια. Θα πάνε στο χωριό του, όμως στο σπίτι του δεν θα βρουν κανένα. -Ξέρω πού πήγαν, λέει ο Φλόριαν, σε ένα νησάκι. Φεύγοντας όμως η Γκλάσα βλέπει τα στοιβαγμένα πτώματα πίσω από το σπίτι. Διασχίζουν ένα βάλτο, και φτάνουν στο νησί όπου αρκετοί κάτοικοι που γλίτωσαν λιμοκτονούν.  Μαζί με τρεις άλλους άντρες θα πάνε να κλέψουν μια γερμανική αποθήκη τροφίμων. Όμως αυτή φυλάγεται, και φεύγουν κακήν κακώς. Στην επιστροφή οι δυο θα σκοτωθούν από νάρκη και αργότερα ο τρίτος μαζί με τη γελάδα που κατάφεραν να πάρουν από κάποιο αγρότη. Αυτός θα κρύψει τον Φλόρια στο χωριό, αλλά θα πλακώσουν οι γερμανοί. Θα υποχρεώσουν όλους τους κατοίκους να μπουν σε μια τεράστια αποθήκη και θα της βάλουν φωτιά. Ο Φλόρια θα δραπετεύσει, καθώς και ένα κορίτσι, το οποίο όμως θα αρπάξουν οι γερμανοί και θα το βιάσουν ομαδικά. Φεύγοντας θα συναντήσει τα εγκαταλειμμένα οχήματα των γερμανών και μια σκοτωμένη γυναίκα, δική τους. Είχαν πέσει πάνω σε ενέδρα ανταρτών. Σε λίγο θα τους συναντήσει, μαζί με τους γερμανούς αιχμαλώτους. Θα τους περιλούσουν με βενζίνη, όμως δεν θα τους βάλουν φωτιά αλλά θα τους εκτελέσουν, χαρίζοντάς τους έτσι έναν ανώδυνο θάνατο.
  Η ταινία, χωρίς αυτό το τέλος εκδίκησης, θα ήταν σκέτη μαυρίλα. Και ο μεγάλος σκηνοθέτης Κλίμοφ επινοεί ένα τελευταίο επεισόδιο, πρωτότυπο και συναρπαστικό. Ο Φλόρια πυροβολεί μια φωτογραφία του Χίτλερ. Στην φωτογραφία αυτή, με αντίστροφη προβολή των καρέ, βλέπουμε τον Χίτλερ σε προηγούμενες φάσεις της ζωής του. Τον πυροβολεί συνεχώς. Σταματάει μόνο όταν τον βλέπει μωρό, στην αγκαλιά της μάνας του.

  Κρίμα που σιώπησε νωρίς ο Κλίμοφ, γιατί είναι ένας μεγάλος σκηνοθέτης.  
Post a Comment