Book review, movie criticism

Thursday, January 11, 2024

Γιώργος Μετήλλιας, Οι επιλογές μας αλλάζουν

 

Γιώργος Μετήλλιας, Οι επιλογές μας αλλάζουν, Α΄τόμος, Φιλολογική Πρωτοχρονιά, 2023, σελ. 431

 


H παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

 

Δυο έρωτες με φόντο το Πολυτεχνείο και τα γεγονότα της μεταπολίτευσης

 

  Καθώς ετοιμάζομαι να γράψω τη βιβλιοκριτική, διαβάζοντας τον τίτλο σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να είναι καλύτερος με κεφαλαία.

  Γιατί;

  Διότι θα είχαμε ένα εφέ δισημίας. Οι επιλογές μας αλλάζουν, και οι επιλογές μάς αλλάζουν.

  Που βέβαια ισχύουν λίγο πολύ και τα δυο.

  Ο Μετήλλιας είναι ρεαλιστής α λα Σταντάλ, όχι α λα Μπαλζάκ ή Φλωμπέρ.

  Τι θέλω να πω με αυτό.

  Το μυθιστόρημά του ξεκινάει με romance, κάτι που κυριαρχεί και στα δυο κορυφαία έργα του Σταντάλ, το «Κόκκινο και το Μαύρο» και το «Μοναστήρι της Πάρμας».

  Όμως, όπως και σ’ αυτό, δεν έχουν ευτυχή κατάληξη.

  Ο Σταντάλ, που με το ένα πόδι πατάει στον ρομαντισμό του Ουγκώ, είναι πιο ρεαλιστής, παρουσιάζοντας τα romance όπως είναι πραγματικά στη ζωή.

  Ξέρετε για τον επεισοδιακό έρωτα της Τασούλας με τον Κεφαλογιάννη; Γράφτηκαν, αν θυμάμαι καλά, τέσσερα μυθιστορήματα γι’ αυτόν.

  Τρεις μήνες ήταν αρκετοί για να χωρίσουν.

  Φυσικά οι έρωτες δεν στέκουν στο κενό. Οι ερωτευμένοι κινούνται σε ένα χώρο, και σε μια ορισμένη χρονική περίοδο.

  Το ειδύλλιο ανάμεσα στον Σωτήρη και τη Θέρια πλέκεται με φόντο τα γεγονότα του Πολυτεχνείου. Και μάλιστα αυτά τα γεγονότα ήταν η αιτία να γίνει η γνωριμία τους, που τελικά έγινε ερωτική σχέση.

  Στην περίπτωσή τους έχουμε για άλλη μια φορά το μοτίβο «Τα σύνορα της αγάπης». Αυτός, γόνος πλουτοκράτη, ο οποίος έκανε τα πάντα για να διαλύσει αυτό το δεσμό. Όμως το μόνο που κατάφερε ήταν να ρίξει στη δυστυχία τον πατέρα της.

  Αλλά έχουμε και ένα άλλο «σύνορο της αγάπης». Αυτή ΚΚΕ, αυτός ΚΚΕ εσωτερικού.

  Μια κρουαζιέρα στα ελληνικά νησιά έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

  Το τέλος είναι συναρπαστικό. Αφενός υπάρχει έντονο σασπένς με την εξαφάνιση της Θέριας και την σχεδιαζόμενη απόπειρα μιας τρομοκρατικής οργάνωσης, και αφετέρου υπάρχουν περισσότερα πολιτικά σχόλια και αναφορές σε γεγονότα της εποχής. Τα περισσότερα βέβαια τα θυμόμουν.

  Περίεργο είναι αφηγηματικά, που ενώ κεντρικό πρόσωπο είναι η Θέρια, η ίδια δεν μιλάει. Στην αρχή έχουμε τον παντογνώστη, τριτοπρόσωπο αφηγητή, και στη συνέχεια πρωτοπρόσωπη αφήγηση, με τη Νίνα την κνίτισσα και έπειτα με τον Τάσο, τον ΚΚΕ εσωτερικού. Ένα μεγάλο μέρος της αφήγησής του είναι ημερολογιακές καταγραφές.  

  Πολύ καλό μυθιστόρημα, που θα συγκινήσει ιδιαίτερα άτομα της δικής μας γενιάς, που τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και εκείνα της μεταπολίτευσης τα έζησαν πολύ έντονα.

  Ανυπομονώ να διαβάσω τη συνέχεια στο δεύτερο τόμο.

  Και τώρα να παραθέσουμε κάποια αποσπάσματα σχολιάζοντάς τα, όπως το συνηθίζουμε.

  «-Σώτο, σε ποιον αστερισμό ανήκεις; -Στον Σκορπιό. Εσύ; -Υδροχόο» (σελ. 32).

  Κι εγώ υδροχόο.

  «Σχεδίασε τη διαδρομή στο νου της. Αριστερά στην Πειραιώς, Μεγάλου Αλεξάνδρου αριστερά, δεξιά στην Αχιλλέως και από εκεί, σχεδόν ευθεία, Βίκτωρος Ουγκώ, Μάρνη, Μουσείο…» (σελ. 125).

  Διαδρομή που την κάνω πολύ συχνά, ξεκινώντας από την Μεγάλου Αλεξάνδρου. Στο 109-111 βρίσκεται ο Τσε Γκουεβάρα, με δωρεάν φαγητό για τους κολασμένους της γης.

  «Ο Σωτήρης ζήτησε από τον Χαράλαμπο να περιμένει» (σελ. 135)

  Ο Χαράλαμπος είναι ο οδηγός του Σωτήρη. Χαράλαμπος, Μπάμπης… παρακατιανοί πάντα.

  Η φίλτατη Ελένη Γκίκα γράφει στο μυθιστόρημά της «Αν μ’ αγαπάς μη μ’ αγαπάς»: «Κι ο Μπάμπης; Τι σόι ιστορία ένας Μπάμπης μπορεί να γράψει;» (σελ. 56). Το παραθέτω στη βιβλιοκριτική μου συνεχίζοντας: «Διαβάζοντας αυτή τη βιβλιοκριτική ξέρετε τι σόι βιβλιοκριτική μπορεί να γράψει ένας Μπάμπης. Τουλάχιστον ο Μπάμπης Δερμιτζάκης.

  «Αλλά η Σοβιετική Ένωση, κύριε Τάσο μας, τον έχει τιμήσει τον Βάρναλη με το βραβείο Λένιν. Το ανώτατο βραβείο λογοτεχνίας που διαθέτει» (σελ. 209).

  -Ξέρετε πώς σχολίασε αυτή την απονομή ο Βάρναλης; «Τώρα μου το έδωσαν που δεν μου σηκώνεται;».

  Τα λόγια αυτά τα είπε σε πηγαδάκι ένας επώνυμος, πολύ επώνυμος ποιητής μας, του οποίου φυσικά δεν θα αποκαλύψω το όνομα.

  «Ακούω τη μάνα μου, που τα είχε βάλει με τον άγιο Χαράλαμπο. Είναι προφανές πως είχε στηρίξει πολλές ελπίδες στη χάρη Του» (σελ. 289).

  Κι εγώ το ίδιο. Μαθητής δημοτικού είχα βρει ένα εικονισματάκι του τη μέρα της γιορτής μου, στην άκρη ενός μονοπατιού, πάνω στον τράφο ενός περβολιού.

  «Την αγαπώ και είμαι σίγουρος για την αγάπη της. Γιατί να δηλητηριάζουν τις σχέσεις μας οι κομματικές μας διαφορές;» (σελ. 385).

  Έλα ντε.

  Η μουσικότητα της γλώσσας του Μετήλλια φαίνεται από τους 19 ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους που έπεσαν στην αντίληψή μας. Σίγουρα θα υπάρχουν και άλλοι. Τους παραθέτουμε.

Αστροπελέκι βρόντηξε στο αντρικό κρανίο (σελ. 27)

Έπιασε τα τσιγάρα του, πρόσφερε στο κορίτσι (σελ. 28)

Νούμερα στη στατιστική, για να μετρούν οι ξένοι (σελ. 44)

Δυο αντιμέτωπες στρατιές τα συναισθήματά τους (σελ. 47)

Χοντρό το κατωσάγωνο, έτριξε δώθε-εκείθε (σελ. 49)

Και η ατμόσφαιρα βαριά, παιδεύει την ανάσα (σελ. 50)

Μόνο καφέ μου γύρεψε. Κάτι τον βασανίζει (σελ. 51)

Κι εγώ, μαθές, την αγαπώ, οπού αγαπάει εσένα (σελ. 53)

Φιλότιμες προσπάθειες να την αποστηθίσει (σελ. 54)

Ψηλά πήδησες κόρη μου, να βρεις το παλικάρι (σελ. 73)

Κι αν γαντζωθείτε πιο ψηλά, συθέμελα θα σείσουν (σελ. 73)

Αν γίν’ η αγάπη σου αφορμή να μην το ξεχρεώσω (σελ. 74)

Είδα την Θέρια πίσω μας να οδηγεί τον Τάσο (σελ. 229)

Η προσοχή μου στράφηκε στα ρούχα που φορούσε (σελ. 234)

Με κάνετε να αισθάνομαι υπέργηρη κυρία (σελ. 235)

Έσκυψε και ακούμπησε τη μηχανή στο χώμα (σελ. 256)

Κτυπάει το τηλέφωνο και τρέχω να το πιάσω (σελ. 290)

Βγάλανε διαβατήριο στο όνομα που ξέρεις (σελ. 295)

Φεύγανε από τα χείλη της και φτάνανε στα αυτιά μου (301)

Νίκος Σαριδάκης, Αντίο Παππού

 

Νίκος Σαριδάκης, Αντίο Παππού, Ιεράπετρα 21ος αιών 2023, σελ. 453

 


  H παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «21ος αιών», 4-1-2024 και στο Λέξημα

 

  Ο τίτλος έχει το εφέ της δισημίας: κυριολεξία και μεταφορά.

  Κυριολεξία: Ένα δραματικό τέλος, αλλά δεν θα κάνω σπόιλερ όπως λέμε στον κινηματογράφο.

  Μεταφορά: Αντίο στο παλιό, καλωσόρισμα στο καινούριο.

  Και το οξύμωρο: Αντίο στο παλιό λέει ένας παππούς, ο παππούς της Νάγιας, η οποία αφηγείται την ιστορία.

  Έχει ένα αφηγηματικό ενδιαφέρον το μυθιστόρημα, γιατί ο Σαριδάκης δεν διστάζει να δώσει στη Νάγια την οπτική γωνία του τριτοπρόσωπου, παντογνώστη αφηγητή, σε πολλά ολόκληρα κεφάλαια του μυθιστορήματος.

  Για άλλη μια φορά θα ταχθώ υπέρ του βιογραφισμού, της αντίληψης ότι η βιογραφία του συγγραφέα φωτίζει το έργο του.

  Ο Νίκος Σαριδάκης που σπούδασε φυσικός και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές, διορίστηκε το 1976 στο υπουργείο προεδρίας ως ειδικός επιστήμονας και ασχολήθηκε με την οργάνωση των διοικητικών υπηρεσιών και την απλοποίηση των διοικητικών διαδικασιών. Βλέπει λοιπόν από τα μέσα πράγματα που συμβαίνουν στα υπουργεία, που για τον απλό θνητό είναι απλά παρασκήνια. Θα αναφερθεί πολλές φορές στο ρουσφετολόι.

  Δύο είναι τα κεντρικά πρόσωπα της ιστορίας: ο παππούς, η περσόνα, σε ποιο βαθμό δεν ξέρω, του συγγραφέα, και ο Φουρνάκης, που το όνειρό του να φτειάξει ένα πρότυπο ξενοδοχείο-οικισμό πάνω σε ένα λόφο δεν έμελλε να πραγματοποιηθεί παρά αφού πέρασαν τριάντα ολόκληρα χρόνια.

  Στον παππού έφερναν προσκόμματα οι συνδικαλιστές και οι εργαζόμενοι στο υπουργείο. Δεν ήθελαν να αντικατασταθεί η κάρτα προσέλευσης με ηλεκτρονική αναγνώριση προσώπου. Την κάρτα, γνωστό το κόλπο, μπορούσε να την κτυπήσει ένας συνάδελφος, ενώ με την αναγνώριση προσώπου δεν υπήρχαν πια περιθώρια για καθυστερήσεις και κοπάνες.

  Στον Φουρνάκη έφερναν εμπόδια η αρχαιολογική υπηρεσία και η δασική υπηρεσία. Χρειάστηκαν τριάντα χρόνια για να ξεπεραστούν.

  Έχω την ίδια αντίληψη με τον Φουρνάκη, οι υπηρεσίες αυτές θεωρούν το χώρο αρμοδιοτήτων τους φέουδό τους. Ο υπεύθυνος της ανασκαφής ενός μινωικού τάφου στο Κεντρί απείλησε να μου φέρει την αστυνομία γιατί φωτογράφιζα τη διαδικασία. Δεν θέλω πια να ακούσω για αρχαιολογική υπηρεσία, και αρνήθηκα να κάνω βιβλιοκριτική σε ένα βιβλίο για αυτήν. Όσο για τη δασική υπηρεσία, απεφάνθη ότι το σπίτι μου, όπως και όλο το Γαλάτσι, είναι δάσος, και έπρεπε να τρέχουμε στα δικαστήρια για να υποστηρίξουμε ότι δεν είναι. Πιο παρανοϊκό πράγμα δεν ακούστηκε. Και για την Κρήτη, ο πρώτος δασικός χάρτης που έβγαλε η δασική υπηρεσία έδειχνε σχεδόν όλο τον νομό Λασιθίου δάσος. Το πατρικό μου σπίτι, στις παρυφές του Κάτω χωριού, σύμφωνα με αυτό το χάρτη ήταν κτισμένο σε δάσος. Ευτυχώς έβαλε νερό στο κρασί της. Πάντως δεν θέλω να ακούσω πια για δασικές υπηρεσίες.

  Το ίδιο και για τις εταιρείες προστασίας ζώων. Ταλαιπώρησαν άγρια μια φίλη μου για κάτι ασήμαντο.

  Παππούς ηλικιακά κι εγώ (δεν φαντάζεστε πόσο σοκαρίστηκα όταν ένα πιτσιρικάκι με έδειχνε σε ένα άλλο στο κολυμβητήριο λέγοντας «Να ένας παππούς»), όμως είμαι θιασώτης του νέου. Θεωρώ ότι η παράδοση σε μεγάλο βαθμό αποτελεί βαρίδι για την εξέλιξη.

  Το γράφω στις κριτικές μου για κινηματογραφικές ταινίες: μου αρέσουν τα romance. Και εδώ θα διαβάσουμε για ερωτικές ιστορίες. Όμως, για να μην ξεφεύγει από τον ρεαλισμό ο Σαριδάκης, μια ερωτική ιστορία την παρουσιάζει να έχει άδοξο τέλος.

  Δεν είναι μόνο το γλαφυρό ύφος του Σαριδάκη που συναρπάζει, είναι και τα τόσα ενδιαφέροντα που μας λέει. Σίγουρα το βιβλίο αυτό είναι ένας καλός οδηγός για κάθε επιχειρηματία που φιλοδοξεί να επενδύσει σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις.

  Θα συνεχίσουμε με αποσπάσματα, όπως το συνηθίζουμε.

  «Όταν πρωτοταξίδεψε στο εξωτερικό για να συνεχίσει τις σπουδές σε άλλο πανεπιστήμιο, άκουσαν οι αρμόδιοι στο αεροδρόμιο το τικ-τακ [τικ-τακ, όχι tiktoc] του ρολογιού στην τσάντα, νόμισαν ότι είναι βόμβα, σήμαναν συναγερμό, ήλθαν οι αστυνομικοί κι άρχισαν τις έρευνες» (σελ. 17).

  Όταν άνοιξα τη βαλίτσα μου φτάνοντας στο ξενοδοχείο μετά από μια ολιγόωρη πτήση, νομίζω στην Πράγα, για ένα συνέδριο, βρήκα τη βαλίτσα μου άνω κάτω και έλλειπε το ξυπνητήρι μου. Είχα την απρονοησία να μη βγάλω την μπαταρία, άκουσαν το τικ τακ, και άνοιξαν τη βαλίτσα.

  «Ο χρόνος είναι χρήμα» (σελ. 16).

  Μου αρέσουν οι παραφράσεις, την αντέστρεψα: Το χρήμα είναι χρόνος. Αν είχα χρήματα θα είχα περισσότερο χρόνο για να διαβάζω, να γράφω και να βλέπω ταινίες.

  «Πενήντα πέντε ρολόγια έβαλε σε τοίχους, σε τραπέζια, σε κομοδίνα, παντού» (σελ. 18).

  Εγώ μόνο πέντε, από τα οποία τα τέσσερα στην κρεβατοκάμαρα. Τα δυο, ηλεκτρονικά, για να βλέπω την ώρα μέσα στο σκοτάδι με όποιο πλευρό κι αν είμαι ξαπλωμένος, και τα άλλα δυο για να μετράω τους σφυγμούς μου.   

  «Παρατηρούσε το μικρό νησάκι, την Κόνιδα όπως το λένε [το πιο μεγάλο, ανατολικά, το λένε Ψείρα] για να δει αν έχει πολλά αφρισμένα προβατάκια να πέφτουν πάνω στα βράχια» (σελ. 391).

  Βρίσκεται δυο χιλιόμετρα από τον Παχύ Άμμο, πήγα κολυμπώντας στα νιάτα μου. Δυο ώρες αλέ ρετούρ, με δεκαπέντε λεπτά διάλειμμα πάνω στο νησάκι, να χαζέψω τη χλωρίδα και την πανίδα.

  «Ο πρόεδρος θεώρησε ότι η εξαίρεση ορισμένων περιοχών οδηγεί σε μείωση αρμοδιοτήτων των αρχαιολόγων, πράγμα που θα τους βλάψει μακροπρόθεσμα» (σελ. 418).

  Καλά το είπα, θεωρούν τα αρχαία τσιφλίκι τους, όπως και οι δασολόγοι τα δάση. Όσο πιο πολλά, τόσο καλύτερα.

  «…ούρλιαζε το χωροφυλακάκι» (σελ. 433).

  Είχαμε κι εμείς ένα χωροφυλακάκι, τότε που ήμουν μαθητής. Πρόσφατος ο εμφύλιος, χωροφυλακοκρατούνταν τα χωριά.

  «Πέρασαν οι ακτίνες του ήλιου από τον φακό, ενώθηκαν όλες μαζί…» (σελ. 439), και να η πυρκαγιά.

  Από χαλασμένους «φακούς» βγάζαμε τους φακούς. Εστιάζαμε τις ακτίνες του ήλιου στο πάνω μέρος της παλάμης μας, μέχρι να νοιώσουμε ότι καιγόμαστε, ή ανάβαμε καβαλίνες.

  «Ήθελα πολύ να ρωτήσω πώς γίνεται ν’ αγαπά τη γιαγιά και τη Μαρία συγχρόνως…» (σελ. 451).

  Και όμως γίνεται.

  Εντόπισα 29 ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους, θα παραθέσω όμως μόνο τρεις για τους συνειρμούς.

    «Τι σχεδιάζεις μέσα σου; Τι έχεις στο μυαλό σου;» (σελ. 73). Ο ιαμβικός αυτός δεκαπεντασύλλαβος δημιουργεί τον συνειρμό με το «Πώς μας θωρείς ακίνητος; Πού τρέχει ο λογισμός σου;», από το γνωστό ποίημα του Βαλαωρίτη για τα αποκαλυπτήρια του αδριάντα του Γρηγορίου του Ε΄.

  Ο «Με το πλατύ χαμόγελο και το μεγάλο θράσος» (σελ. 106) με παρέπεμψε συνειρμικά στο «Με του φτερού το σάλαγο και με κανέναν ήχο», από τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του Σολωμού.

  «Τα μάτια σου κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν» (σελ. 397) είναι παράφραση από τον γνωστό, επίσης από τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», στίχο: Τα σπλάχνα μου κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν.

  Ευχάριστο σαν ανάγνωση και χρήσιμο σαν γνώση το βιβλίο του Νίκου Σαριδάκη, αξίζει να διαβαστεί πλατιά.

 

  Μπάμπης Δερμιτζάκης

 

Θωμάς Σιδέρης, Η σκόνη της Καμπούλ (2021)

 

Θωμάς Σιδέρης, Η σκόνη της Καμπούλ (2021)

 


  Ας το πω από τώρα: έβαλα ένα αγγελοπουλικό frame, με εξαρτημένα άτομα σε κέντρο απεξάρτησης.

  Ο δημοσιογράφος Κώστας Σιδέρης πήρε αφορμή από την αφήγηση του υποστράτηγου ε.α. Κώστα Καλοκούρη, ο οποίος υπήρξε  διοικητής της ΕΛΔΑΦ, της Ελληνικής Δύναμης Αφγανιστάν (Τάγμα Ειδικής Σύνθεσης, μετονομάστηκε αργότερα) και μάλιστα δύο φορές, το 2004 και το 2008, το συγκλονιστικό αυτό ντοκιμαντέρ.

  Δεν γράφω για όλα τα ντοκιμαντέρ που βλέπω, αλλά τα τεκταινόμενα στο Αφγανιστάν με ενδιαφέρουν, περισσότερο από ότι με ενδιαφέρει η αφγανική κουζίνα στο εστιατόριο Χεράτ (Χέυδεν και Λιοσίων γωνία, πλατεία Βικτωρίας). Η «Πέτρα της υπομονής» και «Τα χελιδόνια της Καμπούλ» είναι από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα, και μου άρεσαν εξίσου οι κινηματογραφικές τους μεταφορές.

  Δεν ήξερα ότι στις γυναίκες απαγορεύεται να παρακολουθούνε κηδείες, ακόμη και αν είναι του πατέρα τους, του άνδρα τους ή του αδελφού τους.

  Δεν ήξερα επίσης ότι τα ναρκωτικά δεν ήταν απαγορευμένα, γιατί μόνο μ’ αυτά μπορούσαν να διατηρηθούν στη ζωή οι πεινασμένοι αφγανοί. Βέβαια κατά διαστήματα τους βούταγαν και τους πήγαιναν σε κέντρα απεξάρτησης.

  Μεγάλη φτώχια. Μια γυναίκα που μίλαγε άψογα αγγλικά, κρυμμένη κάτω από την μπούργκα της, ζητιάνευε. Ήθελε με κάθε τρόπο τα παιδιά της να πάνε σχολείο.

  Οικτρή η κατάσταση στα σχολεία, σε κτίρια χωρίς πόρτες και παράθυρα, και πολλά παιδιά να μην έχουν τα απαραίτητα, μολύβια και γόμες. Η ειρηνευτική δύναμη έκανε ότι μπορούσε, τα τροφοδοτούσε με αυτά, όπως και με τρόφιμα.

  Οι νάρκες, φοβερή μάστιγα.

  Έγκυες γυναίκες, παιδιά, ανάπηροι, ζώνονταν εκρηκτικά και όποιον πάρει ο χάρος.

  Γνωστά όλα αυτά, δεν θέλω να γράψω περισσότερα, μπορείτε να δείτε το πενηνταδυάλεπτο αυτό ντοκιμαντέρ στην ertflix.