Book review, movie criticism

Wednesday, March 30, 2022

György Fehér, Πάθος (1998)

György Fehér, Πάθος (1998)

 


  Τελικά, όπως και ο Μπέλα Ταρ, ο Γκιόργκι Φεχέρ έχει κόλλημα με το ασπρόμαυρο. Στο ασπρόμαυρο υπάρχει το παιχνίδισμα ανάμεσα στο φως και τη σκιά με τις αντιθέσεις που σχηματίζουν. Στους δυο αυτούς σκηνοθέτες επί πλέον υφολογικά αναπαράγεται το ζοφερό κλίμα της πλοκής. Ασφαλώς ο Μπέλα Ταρ είχε υπόψη του το έργο του Φεχέρ, και δεν αποτελεί έκπληξη για μένα το ότι το αρχικό πλάνο στον Φεχέρ, δυο άτομα που κάθονται απέναντι σε ένα τραπέζι, είναι το τελευταίο πλάνο στο «Άλογο του Τορίνο» (2011) του Μπέλα Ταρ (να σημειώσω ότι τον Μπέλα Ταρ τον έχω δει πακέτο). Μεγάλα μονόπλανα και τα δυο, όπως και αρκετά πλάνα στις ταινίες των δυο αυτών σκηνοθετών.

  Η αφήγηση ξεφεύγει από τα όρια του διεκπεραιωτικού, την κλασική δηλαδή αφήγηση με τα μικρά πλάνα και τη γρήγορη εξέλιξη της πλοκής.

  Υφολογικά, θα χώριζα την ταινία σε δυο μέρη. Στο πρώτο ο λόγος περιορίζεται, οι κινήσεις των προσώπων είναι αργές, στυλιζαρισμένες, μου θύμισε θέατρο Νο. Στο δεύτερο μέρος έχουμε άφθονο λόγο που είναι όμως σαν μονόλογος. Σε μεγάλο μονόπλανο ο ανακριτής προσπαθεί να πείσει τον άνδρα να υπογράψει ότι η γυναίκα κανόνισε το ατύχημα στο οποίο σκοτώθηκε ο άντρας της. Δυο τρεις φορές που απαντάει, η κάμερα δεν τον δείχνει. Είναι επίσης χαρακτηριστικό το πλάνο όπου ο άντρας λέει το σχέδιο του ατυχήματος off screen ενώ η κάμερα περιφέρεται αργά σε ένα ζοφερό τοπίο, με μια καμινάδα εργοστασίου να βγάζει μαύρο καπνό στο βάθος.

  Θεματικά ο Φεχέρ εστιάζει αρκετά στο πώς ξέμπλεξαν οι δυο εραστές. Το επέβαλε το συμφέρον της ασφαλιστικής να θεωρηθεί ατύχημα, γιατί αλλιώς θα έπρεπε να αποζημιωθεί με υπερδιπλάσιο ποσό από ότι ήταν η ασφαλιστική κάλυψη ο άντρας ο οποίος είχε τραυματισθεί κατά την πτώση του αυτοκινήτου στο γκρεμό, καθώς το αυτοκίνητο, ενώ σταμάτησε προσωρινά, συνέχισε να κατρακυλάει. 

  Τα πρόσωπα είναι ανώνυμα, όπως και σε μένα στις περισσότερες κριτικές μου. Επίσης εδώ η γυναίκα είναι η σκληρή, όχι ο άντρας, αυτή τσακώνεται μαζί του, όχι αυτός.

  Επίσης ωραία είναι η σκηνή που ο παπάς τους μιλάει για τη συγνώμη του θεού, λίγο πριν τους παντρέψει. Η εγκυμοσύνη της γυναίκας θα φέρει την συμφιλίωση. Όμως μόνο ο Christian Petzold «Jerichow», 2008) τόλμησε να δώσει, ξεφεύγοντας από τη νουβέλα, ένα γλυκόπικρο τέλος, ενώ σε όλες τις άλλες κινηματογραφικές μεταφορές (εξαίρεση αποτελεί το «Χρονικό μιας αγάπης» του Αντονιόνι», 1950, που όμως το τέλος δεν θα το χαρακτηρίζαμε γλυκόπικρο) η γυναίκα σκοτώνεται και ο άντρας καταδικάζεται σε θάνατο.

  Μια σκηνή με γέμισε αμηχανία. Τους βλέπουμε σε μια ταφή, στο προ-προτελευταίο επεισόδιο. Μα ο σύζυγός της είχε σκοτωθεί εδώ και μέρες, ο άντρας ήταν κι αυτός μέρες στο νοσοκομείο με σπασμένο χέρι, πώς γίνεται;

  Στο προτελευταίο επεισόδιο, μονόπλανο, χορεύουν και οι δυο υπό τους ήχους μιας μπάντας στην πλατεία που παίζει ένα ταγκό, το αγαπημένο ταγκό του άντρα της, το ακούσαμε δυο φορές και πριν. Η μουσική θα συνεχισθεί σαν υπόκρουση στην τελευταία σκηνή, στην οποία συμβαίνει το ατύχημα.   

  Η ταινία αυτή, ξεφεύγοντας υφολογικά από τις άλλες, μου άρεσε πολύ. 

 

Pierre Chenal, Le dernier tournant (1939)

Pierre Chenal, Le dernier tournant (1939)

 


  Η «Τελευταία στροφή» είναι η πρώτη κινηματογραφική μεταφορά της νουβέλας «Ο ταχυδρόμος κτυπάει πάντα δυο φορές» του James M. Cain, πέντε μόλις χρόνια μετά τη συγγραφή της. Είναι ίσως αυτή που την ακολουθεί περισσότερο. Νομίζω δηλαδή, γιατί πάνε κάπου τέσσερα χρόνια που τη διάβασα, απλά ξαναθυμήθηκα επεισόδια.

  Αυτή, ταλαιπωρημένη, παντρεύτηκε τον πλούσιο. Αυτός, το ίδιο ταλαιπωρημένος, περιπλανώμενος ιουδαίος, βρήκε στέγη στο βενζινάδικο του πλούσιου, όπου λειτουργούσε και εστιατόριο. Τα έφτιαξαν. Σκέφτηκαν να τον βγάλουν από τη μέση σκηνοθετώντας ένα ατύχημα. Και το σκηνοθέτησαν.

  Η ταινία εστιάζει πάρα πολύ στο ατύχημα και στην ανακριτική διαδικασία. Θα τη βγάλουν καθαρή, γιατί έτσι συνέφερε την ασφαλιστική εταιρεία στην οποία ο άντρας της είχε κάνει ασφάλεια ζωής.

  Και εδώ, όπως και στο «Jerichow» (2008) του Christian Petzold με αφορμή το οποίο βλέπουμε και τις υπόλοιπες κινηματογραφικές μεταφορές της νουβέλας, ο άντρας φαίνεται σαν ένας καλοκάγαθος άνθρωπος. Και εδώ, όπως και στο «Ossessione» (1943) του Βισκόντι, αν θυμάμαι καλά και στο μυθιστόρημα, αυτή είναι σφοδρά ερωτευμένη μαζί του, ο ίδιος όμως είχε ένα ψιλομπλέξιμο με μιαν άλλη.

  Ο Παπαδάκης της νουβέλας απουσιάζει. Στη Γαλλία, όπου τοποθετείται η πλοκή, μάλλον θα ξένιζε.

  Και το τέλος;

  Η θεία δίκη για τους πιστούς, η ποιητική δικαιοσύνη για τους άπιστους.

  Αυτή είναι έγκυος. Κάπου πηγαίνουν με το αυτοκίνητο. Αυτή τη φορά το τροχαίο είναι πραγματικό. Η γυναίκα θα σκοτωθεί. Στο μυθιστόρημα νομίζω καταδικάζεται σε θάνατο, γιατί πιστεύουν ότι σκόπιμα έκανε το ατύχημα. Εδώ η αστυνομία είχε ήδη τις μαρτυρίες δύο αυτοπτών μαρτύρων, που ήλθαν να συμπληρώσουν την κατάθεσή τους, καταθέτοντας τις υποψίες τους.

  Αρκετά καλή ταινία, έχει βαθμολογία 6,8 στο ΙΜDb.

 

 

Sunday, March 27, 2022

Luchino Visconti, Ossessione (1943)

Luchino Visconti, Ossessione (1943)

 


  Το μυθιστόρημα του James M. Cain «Ο ταχυδρόμος κτυπάει πάντα δυο φορές» (1934) αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης για κάμποσες ταινίες. Είδαμε τέσσερις, και λέμε να δούμε και τις υπόλοιπες. Το «Χρονικό μιας αγάπης» (1950) του Αντονιόνι, το είδα με την ευκαιρία της επανέκδοσής του, στις 26 του Ιούλη 1918. Αμέσως μετά είδα και την ομώνυμη ταινία του Tay Garnet (1946), και ένα μήνα μετά την επίσης ομώνυμη ταινία του Rob Rafelson (1981). Είχα ξεχάσει για τις άλλες κινηματογραφικές μεταφορές.

  Βλέποντας πακέτο τον Christian Petzold έφτασα και στο Jerichow (2008), για το οποίο διαβάζω ότι έχει σαν πηγή έμπνευσης το μυθιστόρημα του Cain. Επίσης με ενημέρωσε ο φίλος μου ο Γιώργος ο Ξανθάκης ότι το «Ossesione» (1943) του Βισκόντι είναι μεταφορά του ίδιου μυθιστορήματος.

  Περιέργως βλέπω ότι δεν έχω κάνει καμιά ανάρτηση για τον Βισκόντι. Έχω γράψει όμως για τις ταινίες του «Ο θάνατος στη Βενετία» και «Ο γατόπαρδος» σαν ουρά στις κριτικές που έγραψα για τα μυθιστορήματα αυτά. Πιστεύω κάποια στιγμή να δω το «Ο Ρόκο και τα αδέλφια του», που τόσο μου άρεσε.  Για να μην επαναλαμβάνω την υπόθεση θα παραπέμψω στην ανάρτησή μου για την ταινία του Tay Garnet, όπου γράφω αρκετά. Υπάρχει διαφορά στις λεπτομέρειες, αλλά το κεντρικό στόρι είναι το ίδιο. Ο περιπλανώμενος άνδρας, έχοντας βοηθήσει τον ιδιοκτήτη του εστιατορίου, προσλαμβάνεται. Θα τα φτιάξει με τη γυναίκα του. Σφοδρός έρωτας. Να φύγουν. Όμως αυτή επιστρέφει όταν φτάνουν στα μισά του δρόμου, έχει αμφιβολίες για το πώς θα καταλήξει αυτή η περιπέτεια.

  Θα σκαρώσουν το αυτοκινητιστικό δυστύχημα, στο οποίο ο άντρας της θα βρει το θάνατο. Η αστυνομία υποψιάζεται, όμως δεν έχει αποδείξεις.

  Η γυναίκα μένει έγκυος. Αποφασίζουν να φύγουν από ένα μέρος όπου ο θάνατος και οι ενοχές τους στοιχειώνουν.

  Και η θεία δίκη: θα έχουν ένα τροχαίο στο οποίο η γυναίκα θα σκοτωθεί. Στο μεταξύ η αστυνομία είχε τις αποδείξεις που ήθελε, τη μαρτυρία των πρώτων δυο αυτοπτών μαρτύρων.

  Ο Βισκόντι ακολουθεί το μυθιστόρημα στο ότι τσακώνονται, όμως τα επεισόδια που δείχνει μάλλον ξενερώνουν, ως προς τα αισθήματα του άνδρα. Την κατηγορεί ότι τον ήθελε σαν βοηθό για να βγάλει από τη μέση τον άντρα της και να εισπράξει την ασφάλεια ζωής, που όμως αυτή ορκίζεται ότι την αγνοούσε. Και αν ήταν τα πράγματα έτσι, δεν θα ήταν βολικό γι’ αυτήν να τον αφήσει να φύγει, όπως την απείλησε; Όμως αυτή τον αγαπούσε.

  Και αυτό το επεισόδιο με την πόρνη; Ρηχά τα αισθήματά του για τη γυναίκα.

  Στο τέλος θα αλλάξει, θα την ξαναγαπήσει. Όμως η ποιητική δικαιοσύνη απαιτεί να τιμωρηθούν, γι’ αυτό και το ατύχημα στο τέλος που της στοιχίζει τη ζωή.