Book review, movie criticism

Saturday, February 11, 2012

Ίρβιν Γιάλομ, Στον κήπο του Επίκουρου

Ίρβιν Γιάλομ, Στον κήπο του Επίκουρου (μετ. Ευαγγελία Ανδριτσάνου-Γιάννης Ζέρβας) Άγρα 2008, σελ. 287

Έχω διαβάσει και άλλα βιβλία του Γιάλομ-γράφω γι’ αυτά στη χθεσινή μου ανάρτηση.
Το τελευταίο που διάβασα, το «Στον κήπο του Επίκουρου» ασχολείται με την αντιμετώπιση του φόβου του θανάτου. Ο Γιάλομ εργάστηκε χρόνια με καρκινοπαθείς που έχουν αυτό το φόβο, και έτσι ξέρει το θέμα αρκετά καλά.
Ο Γιάλομ έχει μεγάλη λογοτεχνικότητα στη γραφή του και αφηγείται πολύ ενδιαφέρουσες κλινικές ιστορίες. Δεν συμφωνώ με όλα όσα γράφει, αλλά, όπως έχω γράψει και αλλού, στα βιβλία, ιδιαίτερα τώρα που είμαι συνταξιούχος, δεν αναζητώ πια κυρίως τη γνώση ή τη σοφία, αλλά την απόλαυση της γραφής. Και βέβαια σε θέματα ψυχολογίας, με τις τόσες σχολές της που αντιμετωπίζουν τις ψυχολογικές ασθένειες κάθε μια με το δικό της τρόπο, είναι φυσικό να υπάρχουν ενστάσεις και αντιρρήσεις, όχι μόνο από συναδέλφους του κλάδου αλλά και από απλούς αναγνώστες.
Πριν ξεκινήσω την κριτική μου θα αναφέρω κάτι που διάβασα παλιά. Σε ένα πείραμα, ζήτησαν από τα πειραματικά υποκείμενα να χαμογελάνε για αρκετή ώρα. Δεν ξέρω πως μέτρησαν τα συναισθήματά τους, αλλά το αποτέλεσμα ήταν τα άτομα αυτά να νοιώθουν εξαιρετικά ευχάριστα, όπως στις πραγματικές καταστάσεις που χαμογελάνε. Με αυτό οι πειραματιστές ήθελαν να δείξουν πως δεν επηρεάζουν μόνο τα συναισθήματά μας την συμπεριφορά μας, αλλά και αντίστροφα, μια ορισμένη συμπεριφορά μπορεί να προκαλέσει τα αντίστοιχα συναισθήματα.
«Σκέψου θετικά», είναι μια προτροπή που επαναλαμβάνεται συχνά. Η θετική σκέψη επιδρά θετικά στα συναισθήματα. Το πρόβλημα όμως είναι ότι δεν μπορείς αυτό να το ελέγξεις. Στις περισσότερες περιπτώσεις αρνητικά συναισθήματα σου δημιουργούν αρνητικές σκέψεις.
Και από πού προέρχονται αυτά τα συναισθήματα;
Προέρχονται ή από πραγματικά προβλήματα ή από εγγενείς διαταραχές (γονιδιακές, διατείνονται οι ψυχίατροι κυρίως, τραυματικές εμπειρίες, υποστηρίζουν οι των ψυχοδυναμικών σχολών όπως ο Φρόιντ, λαθεμένες «μαθήσεις» οι συμπεριφοριστές, κ.λπ).
Διαβάζουμε κάτι που είπε ο Νίτσε: «Όταν είμαστε κουρασμένοι, μας επιτίθενται ιδέες, τις οποίες είχαμε πριν από πολύ καιρό κατατροπώσει». Αυτή την εμπειρία την έχουμε όλοι μας. Η κούραση είναι ένα δυσάρεστο συναίσθημα, και φυσικά προκαλεί αρνητικές σκέψεις. Γι’ αυτό το φαγητό και ο καφές που μας τονώνουν μας κάνει να νοιώθουμε τόσο ευχάριστα.
Η κούραση, τα προβλήματα (ο Γιάλομ έχει ένα κατάλογο προβλημάτων που μπορεί να αντιμετωπίσει κανείς στη ζωή του, από τα οποία ένα είναι σίγουρο: η συνταξιοδότηση. Βρίσκεται στη σελ. 48) διαταράσσουν κάποιους νευροδιαβιβαστές και μας κάνουν να νοιώθουμε απαίσια. Το «σκέψου θετικά», το να κάνουμε αλλαγές στη ζωή μας, να ακολουθήσουμε τις οδηγίες του ψυχαναλυτή μας κ.λπ. μπορούν να επαναφέρουν τους νευροδιαβιβαστές αυτούς σε ισορροπία, αλλά το ίδιο μπορούν να κάνουν και τα φάρμακα. Ο ψυχίατρος, σε βάθος χρόνου, στοιχίζει λιγότερο από τον ψυχαναλυτή. Αλλά ο ψυχαναλυτής δεν έχει τις παρενέργειες των φαρμάκων. Τώρα ποιος είναι πιο αποτελεσματικός, θα έλεγα ότι εξαρτάται από την περίπτωση. Γενικά λέγεται ότι στις ψυχώσεις είναι καλύτερος ο ψυχίατρος και στις νευρώσεις ο ψυχαναλυτής. Γενικά.
Μετά από αυτές τις αντιλήψεις μου τις οποίες ήθελα κάπου να καταθέσω, και η παρουσίαση αυτού του βιβλίου μου έδωσε την ευκαιρία, θα σχολιάσω ορισμένα αποσπάσματα.
«Το άγχος θανάτου είναι η μητέρα όλων των θρησκειών, οι οποίες, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, επιχειρούν να καταλαγιάσουν την αγωνία του πεπερασμένου της ύπαρξής μας» (σελ. 17).
Πιστεύω μόνο με ένα τρόπο: με την υπόσχεση μιας άλλης ζωής στον Παράδεισο. Ο οποίος βέβαια διαφέρει από θρησκεία σε θρησκεία. Από τον ασεξουαλικό χριστιανικό παράδεισο μέχρι τον πολλά υποσχόμενο σεξουαλικά (70 παρθένες) του μουσουλμανικού παραδείσου.
Διαβάζουμε: «Μια από τις αγαπημένες φράσεις του Νίτσε είναι η amor fati (αγάπα το πεπρωμένο σου): με άλλα λόγια, δημιούργησε το πεπρωμένο που μπορείς ν’ αγαπήσεις» (σελ. 120). Το «δημιούργησε το πεπρωμένο σου» είναι οξύμωρο, και σίγουρα το amor fati δεν σημαίνει αυτό. Και δεν νομίζω ότι πρόκειται για μεταφραστικό ατόπημα, σίγουρα είναι συγγραφικό.
Και πάλι Νίτσε: «Ό,τι δεν με σκοτώνει, με κάνει πιο δυνατό» (σελ. 114). Δεν με σκότωσε που με ξήλωσε η Γιαννάκου από σχολικό σύμβουλο και έχασα το επίδομα, 410 ευρώ το μήνα για τέσσερα χρόνια. Έγινα πιο δυνατός ώστε να αντιμετωπίσω την κρίση αυτή με μεγαλύτερη ψυχραιμία. Τι διάβολο, οι γονείς μας άντεξαν κατοχές (δηλαδή όχι όλοι, κάποιοι πέθαναν), εμείς δεν θα αντέξουμε;
«Οι στενές σχέσεις είναι ένας εντελώς αναγκαίος όρος για την ευτυχία» (σελ. 129). Δεν ξέρω αν είναι εντελώς αναγκαίος, αλλά σίγουρα συμβάλλει πολύ.
Νόμιζα πως δεν υπάρχει τίποτα πιο φρικτό από τον λιθοβολισμό της μοιχαλίδας στο Ισλάμ, τελικά μου θύμισε ο Γιάλομ ότι υπάρχει: είναι το sati, η ινδική πρακτική «η οποία απαιτεί να καίγεται η χήρα στη νεκρική πυρά του συζύγου της» (σελ. 132). Μόνο που η πρακτική αυτή δεν υπάρχει πια, την κατάργησαν οι εγγλέζοι. Είχε και τα καλά της η αποικιοκρατία.
«Και μόνη η παρουσία σας είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορείτε να προσφέρετε σε όποιον βρίσκεται κοντά στο θάνατο (ή σε κάποιον υγιή που βρίσκεται σε πανικό θανάτου) (σελ. 140). Να το θυμάστε.
«Αν, όπως λέει ο Κούντερα, ο τρόμος του θανάτου πηγάζει από την ιδέα ότι το παρελθόν χάνεται, τότε η αναβίωση του παρελθόντος προσφέρει ζωτική καθησύχαση». Έτσι λοιπόν Θοδωρή, αν διαβάσεις αυτές τις γραμμές, το ότι θυμόμαστε τα τραγούδια της γενιάς μας και τα αναρτούμε ο ένας στον τοίχο του άλλου στο facebook με σχετικά σχόλια, σημαίνει βέβαια ότι γερνάμε, αλλά με ποιο τρόπο; Με το να αναβιώνουμε το παρελθόν για να καθησυχαστούμε, τώρα που γερνάμε.
Μια έννοια που έχει επινοήσει ο Γιάλομ είναι η έννοια των κυματισμών. Γράφει σχετικά: «Απ’ όλες τις ιδέες που αναδύθηκαν στα πολλά χρόνια που ασκώ το επάγγελμά μου, θεωρώ ότι για ν’ αντικρούσει κανείς το άγχος ενός ανθρώπου και τη θλίψη του για το εφήμερο της ζωής, εξαιρετική δύναμη έχει η ιδέα των κυματισμών. Η λέξη ‘κυματισμοί’ αναφέρεται στο γεγονός ότι ο καθένας από μας παράγει-συχνά χωρίς συνειδητή πρόθεση ή χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε-ομόκεντρους κύκλους επιρροής, οι οποίοι μπορεί να επηρεάζουν άλλους ανθρώπους για πολλά χρόνια, ακόμα και για πολλές γενιές» (σελ. 92).
Παρηγορητικό πράγματι, αρκεί να μην κάνεις τη σύγκριση των κυματισμών σου με τους κυματισμούς του Ομήρου.
Τα έργα που αφήνουμε πίσω μας, λέει ο Πλάτωνας στο «Συμπόσιο», αλλά και ο Γιάλομ, είναι μια μορφή αθανασίας. Τη μορφή αυτή την έχει πραγματευτεί πιο διεξοδικά ο Κούντερα στο δικό του έργο που φέρνει ακριβώς αυτόν τον τίτλο: «Αθανασία».
Ο Γιάλομ μιλάει για τις «τέσσερις έσχατες ανησυχίες»: «Ο θάνατος, η απομόνωση, το νόημα της ζωής και η ελευθερία» (σελ. 211).
Πάει, γέρασε κι ο Γιάλομ. Στα προηγούμενα έργα του στη θέση της ελευθερίας έβαζε τον έρωτα.
«Το σεξ διώχνει παροδικά το θάνατο από τη σκέψη» (σελ. 218). Προσέξτε εσείς που κάνετε πολύ σεξ, μπορεί να κακοχαρακτηρισθείτε ότι φοβάστε το θάνατο.
«Περίπου έπειτα από έξι μήνες έλαβα από τη Σούζαν ένα σημείωμα, γραμμένο στο πίσω μέρος μιας φωτογραφίας ενός πανέμορφου χωριάτικου πανδοχείου της Νάπα Βάλλεϋ, προτρέποντάς με να την επισκεφθώ:-Η πρώτη νύχτα κερασμένη» (σελ. 40).
Δεν είναι ολότελα κουφό; Να θεραπεύσεις μιαν ασθενή σου που έχει πανδοχείο, και σε ένδειξη ευγνωμοσύνης να σε καλεί να περάσεις κάποιες μέρες στο πανδοχείο της, από τις οποίες μόνο η πρώτη θα είναι δωρεάν; Και θυμάμαι μια ανάλογη εμπειρία του φίλου μου του Μανώλη Πρατικάκη, που εκτός από ποιητής είναι και ψυχίατρος. Ανάλογη, όχι παρόμοια. Σ’ αυτόν όλες οι νύχτες ήταν κερασμένες. Αλλά εδώ είμαστε Ελλάδα, όχι Αμερική.
«…όπως έκανε ο Ζορμπάς προτρέποντας, ‘Μην αφήσεις στο θάνατο τίποτ’ άλλο από ένα καμένο κάστρο» (σελ. 60). Αυτό το «καμένο κάστρο» δεν μου φαίνεται καζαντζακικό, μάλλον είναι μετάφραση της μετάφρασης. Το παράθεσα σαν ένα citation του μεγάλου μας-κρητικού, μην το ξεχνάμε-λογοτέχνη. (Τελικά «καμένο κάστρο» ήταν, αλλά η φράση ήταν αλλιώς, τη βρήκα στο διαδίκτυο: «Αυτό που θέλω ν' αφήσω πίσω μου είναι ένα καμένο κάστρο. Τίποτ' άλλο δε θέλω ν' αφήσω»).
Ο Γιάλομ παραθέτει ένα απόσπασμα από την αυτοβιογραφία του Ναμπόκοφ: «Το λίκνο αιωρείται πάνω από μια άβυσσο, κι η κοινή λογική μας λέει ότι η ύπαρξή μας δεν είναι παρά μια σύντομη αναλαμπή φωτός ανάμεσα σε δυο αιωνιότητες σκότους» (σελ. 91). Φαντάζομαι ότι ο Ναμπόκοφ το πήρε από την «Ασκητική» του Καζαντζάκη. Εκτός κι αν τα μεγάλα πνεύματα… Ο Καζαντζάκης γράφει: «Ερχόμαστε από μία σκοτεινή άβυσσο. Καταλήγουμε σε μία σκοτεινή άβυσσο. Το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή».
Στο «συναντήσεις με παλιούς συμμαθητές» διαβάζουμε: «Γέρασαν όλοι τόσο πολύ, τόσο πολύ, τόσο πολύ. Τι γυρεύω εγώ εδώ μέσα; Πώς θα τους φαίνομαι εγώ;» (σελ. 70).
Και θυμήθηκα το παρακάτω ανέκδοτο. Μια γυναίκα, πενηντάρα, αφηγείται σε μια φίλη της την επίσκεψή της σε έναν οδοντίατρο. Θυμάται ξαφνικά ότι ο οδοντίατρος είναι παλιός συμμαθητής της. –Μπαίνω που λες μέσα, τον βλέπω, φαλακρός, ρυτιδιασμένος, αυτός ο κούκλος που χαλβαδιάζαμε όλες οι συμμαθήτριες, τι απογοήτευση. -Με θυμάσαι καθόλου; τον ρωτάω. Στο Λύκειο της … Και ο άθλιος, που να τον πάρει και να τον σηκώσει, τι γυρνάει και μου λέει; -Αλήθεια; Και τι μάθημα μας κάνατε;
Αυτά για τον Γιάλομ. Μπορεί να διαβάσουμε και το «Η μάνα και το νόημα της ζωής», οπότε θα επανέλθουμε.
Post a Comment