Book review, movie criticism

Monday, January 21, 2013

Το Φραγκιό: Να αυτοκτονήσει κανείς ή να μην αυτοκτονήσει;



Να αυτοκτονήσει κανείς η να μην αυτοκτονήσει; Το 4ο διήγημα.

  Πάντα είχα αδυναμία στις αυτοκτονίες. Υποθέτω ήταν τα βιβλία που διάβαζα μικρός, οι ταινίες. Οι ήρωές μου πάντα καταλήγουν να αυτοκτονούν. Πάντα εξαιτίας μιας γυναίκας. Παρά τις συμπάθειές μου όμως για τις αυτοκτονίες, δεν είχα ποτέ τα κότσια να αυτοκτονήσω. Δεν ξέρω, νομίζω πως είμαι δειλός. Ή δεν έχω βρει ακόμη τη σωστή γυναίκα.
  Όχι, δεν ξεκινάει έτσι η ιστορία που θα σας διηγηθώ. Έτσι ξεκινάει η ταινία Historias de amor duran apenas 90 minutos ( Οι ερωτικές ιστορίες διαρκούν μόλις 90 λεπτά) του Paulo Halm που υπογράφει και το σενάριο, βραζιλοαργεντίνικη παραγωγή. Αντί να καθίσω να γράψω την ιστορία που έπρεπε να γράψω, με έπιασε ξαφνικά μια βαρεμάρα, ένα spleen (η ταινία, πριν ξεκινήσει, παραθέτει κάποιους στίχους του Μπωντλέρ από το Spleen, να μην τους παραθέσω και αυτούς), και είπα να δω μια ταινία. Αλλά η ιστορία μου με ακολουθούσε, σκέφτηκα ότι τις παραπάνω γραμμές θα μπορούσε να τις είχε πει ο δικός μου ήρωας, έτσι άφησα την ταινία να κυλάει με κλεισμένο ήχο και κάθισα στον υπολογιστή. Έπρεπε πραγματικά να βρεθεί μια αφορμή, μια αιτία (αν και αυτά τα δυο διαφέρουν) για να στρωθώ στο γράψιμο ενός διηγήματος.
  Το να ασχοληθεί κανείς με τη λογοτεχνία το θεωρούσα πάντοτε, λίγο πολύ, χάσιμο χρόνου. Από τον χαμένο αυτό χρόνο κέρδιζα κάτι γράφοντας για τα βιβλία που διάβαζα. Εσείς, αγαπητοί μου αναγνώστες (άραγε απευθύνεται σήμερα, τον 21ο αιώνα, κανείς συγγραφέας άμεσα στους αναγνώστες του; Αλλά ούτε και τον προηγούμενο αιώνα, από όσο ξέρω), εσείς, λέω, αγαπητοί μου αναγνώστες, δεν πρόκειται να χάσετε το χρόνο σας αν διαβάσετε την ιστορία μου στο μετρό. Ο χρόνος μας κυνηγάει, γι αυτό ο Αλέξανδρος, ο εκδότης μου, σκέφτηκε να βαφτίσει τη σειρά στην οποία έχουν εκδοθεί τα διηγήματα που θα διαβάσετε, metroαναγνώσματα. Αν και το έκανε και με μια, ασυνείδητη θέλω να πιστεύω, υστεροβουλία: Αν δεν αξίζουν και πολλά πράγματα οι ιστορίες που θα διαβάσετε, της δικιάς μου μη εξαιρουμένης, δε χάσατε δα και σπουδαίο χρόνο. Χαμένος χρόνος είναι έτσι κι αλλιώς ο χρόνος που ξοδεύουμε στα μέσα μαζικής μεταφοράς, που λέγονται έτσι όχι γιατί μας μεταφέρουν μαζικά αλλά γιατί μεταφέρουν τις μάζες. Κι εσείς ανήκετε στις μάζες, όσο και αν δεν σας αρέσει, οι εκλεκτοί κυκλοφορούν με αμάξι, οι πιο εκλεκτοί με BMW. Υπάρχουν και οι πολύ πιο εκλεκτοί, που τη Ferarri τους δεν την οδηγούν οι ίδιοι αλλά έχουν οδηγό. Υπάρχουν και οι λιγότεροι εκλεκτοί, όπως εγώ, που οδηγούν μοτοσυκλέτα, και οι πολύ λιγότερο εκλεκτοί, που κυκλοφορούν με παπάκι, μεταξύ των οποίων είναι… άσε να μη πω ποιος και θυμώσει και δεν μου εκδώσει την ιστορία αυτή. Όσο για τους ποδηλάτες, αυτοί είναι οι οικολόγοι, έτσι θέλουν να αυτοαποκαλούνται, δεν μολύνουν την ατμόσφαιρα με καυσαέρια. Όμως εγώ απλά τους θεωρώ ριψοκίνδυνους.
  Συνέχεια κάνω παρεκβάσεις, έτσι κάνω και στις βιβλιοκριτικές μου και στις κριτικές για ταινίες που αναρτώ στο blog μου και από εκεί τις μεταφέρω στο facebook, καιρός να ασχοληθώ και με τον ήρωά μου.
  Ξύπνησε σήμερα αποφασισμένος να αυτοκτονήσει. Ίσως να είδε κάποιον εφιάλτη. Τώρα, αγαπητέ αναγνώστη, θα μου πεις πώς το ξέρω ότι είναι αποφασισμένος να αυτοκτονήσει, και γιατί δεν ξέρω αν πράγματι είδε έναν εφιάλτη.
  Θα σας το εξηγήσω αμέσως. Εγώ, σαν τριτοπρόσωπος αφηγητής (τι λεπτόλογες διακρίσεις που κάνουν οι θεωρητικοί της λογοτεχνίας, ο τριτοπρόσωπος αφηγητής συνήθως δεν είναι παρά ο ίδιος ο συγγραφέας), είμαι παντογνώστης – όλα τα βιβλία της θεωρίας της λογοτεχνίας το αναφέρουν, και αν δεν το αναφέρουν είναι απλά παράλειψη του συγγραφέα τους-όμως εγώ, με μεγάλη ταπεινότητα, αποφασίζω να μην ξέρω τα πάντα για τον ήρωά μου. Αυτό μόνο που μπορώ με σιγουριά να πω είναι ότι, αν όντως είδε εφιάλτη, αυτό ήταν η αφορμή. Η αιτία είναι, όπως λέει και ο ήρωας της ταινίας, μια γυναίκα (κάθε καλός μαθητής στο λύκειο ξέρει για τη διάκριση που κάνει ο Θουκυδίδη ανάμεσα στα αίτια και στις αφορμές, και κάθε ευσυνείδητος αναγνώστης του Φρόιντ ξέρει τη διαφορά ανάμεσα στους αιτιακούς και τους εκλυτικούς παράγοντες μιας νεύρωσης).
  Αφορμή και αιτία τίνος;
  Για να μη χάνουμε τον ειρμό μας: της απόφασής του να αυτοκτονήσει.
  Από παλιά τον τριγύριζε η ιδέα της αυτοκτονίας. Όχι δηλαδή πως έψαχνε κιόλας με το μυαλό του τον τρόπο με τον οποίο θα αυτοκτονούσε, απλά σκεφτόταν τι καλά θα ήταν να μην υπήρχε, να μην είχε γεννηθεί, κ.λπ. κ.λπ. Μπορεί να ήταν λίγο δειλός, ή μπορεί να μην είχε συναντήσει ακόμη την ιδανική γυναίκα, που όταν θα χώριζε μαζί της θα έβρισκε τη ζωή του χωρίς νόημα, μα τόσο χωρίς νόημα που δεν θα άξιζε πια να τη ζει. Όμως έτρεφε ένα κρυφό θαυμασμό για τα άτομα εκείνα που έβρισκαν το θάρρος να αυτοκτονήσουν (αυτό κανονικά δεν πρέπει να το γράψω, να μην το πάρει κανείς αναγνώστης μου για ενθάρρυνση, όμως δεν μπορώ να μην είμαι αντικειμενικός).
  Χρησιμοποιώ χωρίς να το θέλω κοινότοπες εκφράσεις, άκου «κρυφό θαυμασμό», όχι, έτρεφε φανερό θαυμασμό για τους αυτόχειρες και τον εξέφραζε κάθε φορά που το έφερνε η κουβέντα, δηλαδή όχι και πολύ συχνά, μια και οι φίλοι του δεν συμμερίζονταν τις δικές του εμμονές. Πάντως κι αυτοί συμμερίζονταν το θαυμασμό του για τους καμικάζι, αν και κανείς δεν είχε το κουράγιο να τους μιμηθεί τότε που όλοι μαζί φωνάζαμε –ναι, ήμουν κι εγώ μαζί τους- «Έξω οι αμερικάνοι» (Το «ο τελευταίος να κλείσει την πόρτα» δεν το φώναξε κανείς, το έγραψε ένας χιουμορίστας αναρχικός σε κάποιον τοίχο, νομίζω των Εξαρχείων).
  Είχε διαβάσει κάποτε την παρουσίαση ενός βιβλίου που είχε κυκλοφορήσει στην Ιταλία όπου αναφερόταν εντυπωσιακοί τρόποι αυτοκτονίας που είχαν χρησιμοποιήσει κάποιοι αυτόχειρες. Και ο πιο εντυπωσιακός: Ένας πάμπλουτος ξεναγούσε τους καλεσμένους του στον ατομικό ζωολογικό του κήπο. Τους πήγε στο κλουβί με τα λιοντάρια. Τα λιοντάρια τα είχε αφήσει νηστικά μια βδομάδα. Μπροστά στα έκπληκτα μάτια των καλεσμένων του άνοιξε την πόρτα του κλουβιού, μπήκε μέσα και την έκλεισε πίσω του. Τα λιοντάρια δεν ήταν χαζά, αλλά και χαζά να ήταν, ήταν πολύ πεινασμένα, και έτσι, παρά το ότι ήταν το αφεντικό τους που τα τάιζε, τον κατασπάραξαν.
  Σκέφτηκε να παραγγείλει αυτό το βιβλίο. Τελικά δεν το παράγγειλε. Όχι γιατί δεν ήξερε ιταλικά, αλλά γιατί δεν ήθελε να του μπουν ιδέες-δηλαδή να του παραμπούν οι ιδέες, ή μάλλον η ιδέα της αυτοκτονίας.
  Επαναλαμβάνω για όσους μπορεί να έχουν χάσει τον ειρμό της ιστορίας, αλλά και για να μην τον χάσω κι εγώ: Αφορμή μπορεί να ήταν ένα κακό όνειρο, ένας εφιάλτης. Είπα μπορεί γιατί, σαν συγγραφέας, άφησα ανοικτή την πιθανότητα  η αφορμή να ήταν κάτι άλλο.
  Όχι μόνο λόγω παραίτησής μου από την ολοκληρωτική παντογνωσία του τριτοπρόσωπου αφηγητή. Σαν αναγνώστης, κάθε φορά που διαβάζω σε ένα λογοτεχνικό βιβλίο την αφήγηση ενός ονείρου αφαιρούμαι. Δεν μπορώ να το παρακολουθήσω. Είναι που είναι η λογοτεχνία γεμάτη ψέματα, αλλά ψέμα μέσα στο ψέμα, αυτό παραπάει.
  Και τώρα πάμε στην αιτία, που είναι και το σημαντικότερο. Ναι, ο ήρωάς μας, ο επίδοξος αυτόχειρ, ο Νίκος (αν και δεν είναι απαραίτητο να πω το όνομά του, θα μπορούσα απλά να βάλω ένα Ν. Δεν θέλω να αντιγράψω τον Κάφκα που ονόμασε τον ήρωα στη «Δίκη» του Joseph K. Αν ήθελε να γράψει Κάφκα, για να δώσει στο έργο μια αυτοβιογραφική χροιά, ας το έκανε, αλλά φαίνεται ήθελε να δώσει στους φιλόλογους της χαρά να εντρυφήσουν στο μυστικό του ονόματος). Ο Νίκος λοιπόν, αφού παρέλασαν κάμποσες γυναίκες στο κρεβάτι του που δεν έκρυψαν τη σιχασιά τους για τα βρώμικα σεντόνια του και την ακαταστασία του δωματίου, γνώρισε την ιδανική γυναίκα της ζωής του. Σίγουρα ήταν ιδανική, όχι μόνο γιατί είχε το κορμί της Ούρσουλα Άντρες (θυμήθηκα τώρα τον δάσκαλό μου στα αγγλικά, στο φροντιστήριο του κυρίου Σταυρακάκη στην Ιεράπετρα, τον John Carter, που μας έλεγε ότι στην Αμερική το επώνυμο της Ούρσουλας δεν το γράφουν Andres αλλά Undress) ναι, όχι μόνο γιατί είχε το κορμί της Ούρσουλας Άντρες (ας γράψω στα ελληνικά το όνομά της, για να αποφύγουμε χυδαίους συνειρμούς), αλλά και το μυαλό της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Η συγχωρεμένη σίγουρα δεν θα ζήλευε το κορμί της Ούρσουλας Άντρες –αλήθεια, πόσους άντρες είχε; Όπως βλέπω και στα ελληνικά δεν μπορούμε να αποφύγουμε τους συνειρμούς- που άλλωστε τότε που άφησε την τελευταία της πνοή δολοφονημένη από τα γερμανικά γουρούνια που σε δυο δεκαετίες θα έστηναν τα κρεματόρια, η Ούρσουλα Άντρες μπορεί να μην ήταν ούτε καν σπερματοζωάριο στα κοχόνες του πατέρα της (βάζω επίτηδες την ισπανική λέξη, είναι λιγότερο χυδαία από την ελληνική). Όσο για την Ούρσουλα Άντρες σίγουρα δεν θα ζήλευε το μυαλό της Ρόζας Λούξεμπουργκ, της οποίας είναι πολύ πιθανόν να αγνοούσε την ίδια της την ύπαρξη.
  Υποθέτω ότι στο σημείο αυτό πρέπει να πω την ιστορία της σχέσης του ήρωά μας με αυτή την αιθέρια ύπαρξη με το κοφτερό μυαλό και τη χρόνια ρινίτιδα (το δωμάτιό του δεν ήταν μόνο ακατάστατο αλλά έζεχνε και λιγάκι, γιατί δεν το καθάριζε και τόσο συχνά, ή, για να ακριβολογήσουμε, το καθάριζε αραιά και πού. Βέβαια, να πούμε και του στραβού το δίκιο, υπήρξαν και κάποιες γυναίκες που παρέλασαν εκεί μέσα – με αδαμιαία περιβολή εννοείται, αν και, για να ακριβολογήσω, θα χρησιμοποιούσα το αδόκιμο «Ευα-ϊαία» - που το καθάρισαν, οι περισσότερες μόνο μια φορά, αλλά κάποιες μαζοχίστριες και δυο. Καμιά πάντως τρεις.
  Επαναλαμβάνω, στο σημείο αυτό θα πρέπει να γράψω την ιστορία της σχέσης αυτής, που πρέπει να έχει υποχρεωτικά, ή περίπου υποχρεωτικά, τα εξής επεισόδια: Γνωριμία, σχέση, πελάγη ευτυχίας, εντάσεις στη σχέση και τελικός χωρισμός.
  Πώς γνωρίστηκε λοιπόν ο Νίκος μας με την… Ξέχασα να της βρω ένα όνομα, αλλά μπορεί και να μην έχει σημασία. Θα μπορούσαμε να την πούμε Εύα. Εύα λέγανε και μια πανέμορφη καθαρίστρια, από την Πολωνία, που κάποτε μας καθάριζε το σπίτι, όμως η Εύα του Νίκου δεν του το καθάρισε ούτε μια φορά. Αυτός, δυστυχώς, έπρεπε να μοιράζει τις δυνάμεις του ανάμεσα στο να το καθαρίζει πότε πότε – δεν ήταν βλάκας, αλλιώς θα την έχανε- αλλά μόνο πότε πότε, και στο να κάνει σεξ.
  Αλήθεια πώς γνωρίστηκαν;
  Και πού θέλετε να ξέρω;
  Και δεν σκοπεύω να σπάσω το κεφάλι μου για να επινοήσω έναν τρόπο με τον οποίο συναντήθηκαν. Σε πάρτι; Πολύ μπανάλ. Στο δρόμο καμάκι; Ποιος θα το πίστευε (κι όμως, σας ορκίζομαι, ένα ζευγάρι που ξέρω, πρώην σύντροφος αυτός, έτσι γνώρισε τη γυναίκα του, και όσο κι αν φαίνεται απίστευτο έχουν πολύ ωραία σχέση, μετά από πάρα πολλά χρόνια). Ας το προσπεράσουμε λοιπόν.
  Πότε πρωτοέκαναν έρωτα και πού;
  Αν αυτό που γράφω τώρα ήταν σενάριο θα έλεγα μέσα στο αυτοκίνητό του. Γιατί ο Νίκος είχε αυτοκίνητο. Τώρα τι μάρκα και ποιο έτος πρώτης κυκλοφορίας, καλύτερα να μη με ρωτήσετε. Αν έγραφα ένα Άρλεκιν θα έλεγα σε ένα λόφο, γεμάτο πράσινα δένδρα και ευωδιαστούς θάμνους, και δίπλα ένα ρυάκι να κυλάει γάργαρο νερό. Το να γράψω ότι πρωτοέκαναν έρωτα πάνω στο κρεβάτι του που είχε κάτι μέρες να του αλλάξει τα σεντόνια –όχι να αλλαχτούν, τα σεντόνια δεν αλλάζονται ποτέ μόνα τους, πρέπει να υπάρξει ανθρώπινο χέρι που να τα αλλάξει, αν και για το Νίκο ένα τέτοιο θαύμα θα ήταν εντελώς ευπρόσδεκτο- πράγμα που θα ήταν και το πιο πιθανόν, είναι πολύ πεζό και θέλω να το αποφύγω.
  Θα αποφύγω και τα μέλια και τα ξίδια του έρωτά τους, καθώς και το πώς έφτασαν στο χωρισμό. Η ιστορία θα πλατείαζε αφάνταστα. Θα ικανοποιούσε ίσως έναν εκδότη, ιδιαίτερα αν επινοούσα επεισόδια που να καλύψουν καμιά πεντακοσαριά σελίδες και αυτή η ιστορία από διήγημα θα αναβαθμιζόταν στην κατηγορία των μυθιστορημάτων, που με λίγη τύχη θα μπορούσε να μπει και στην κατηγορία των ευπώλητων, αλλιώς best seller, αλλά δεν διαθέτω ούτε το κουράγιο, ούτε την υπομονή, αλλά ούτε και τη φαντασία για να επινοήσω τέτοιου είδους επεισόδια.
  Ούτε ο Μπόρχες την είχε. Κανένα μυθιστόρημα δεν έγραψε, μόνο διηγήματα, σε ένα μάλιστα από τα οποία λέει χαρακτηριστικά, ότι δεν χρειάζεται να πλατειάζει γράφοντας λεπτομέρειες ενώ μπορεί να δώσει την ιστορία διαγραμματικά, κάτι τέτοιο τέλος πάντων.
  Έτσι ξαναπιάνουμε τον ήρωά μας, το Νίκο (να μην ξεχνάμε και το όνομά του), τη στιγμή που ξυπνάει αποφασισμένος να δώσει τέλος στη ζωή του. Όμως ήταν εντελώς απροετοίμαστος. Στο ταβάνι δεν υπήρχε γάντζος, για να κάνει με τη ζώνη του θηλιά και να κρεμαστεί από εκεί. Μόνο στο πατρικό του στην Κρήτη υπήρχε, στην κουζίνα συγκεκριμένα. Είχε αφήσει δυο γάντζους από τους πεντέξι που είχαν οι γονείς του για να κρεμούν διάφορα, από καλάθια με σταφύλια και άλλα φρούτα μέχρι το ψωμί. Όμως η Κρήτη έπεφτε κομμάτι μακριά, και αυτός βιαζόταν να αφήσει τον μάταιο τούτο κόσμο. Χάπια επίσης δεν είχε, αρνιόταν πεισματικά να ξεγελάσει τη δυστυχία του, ήθελε να υποφέρει μαζοχιστικά. Να κόψει ίσως τις φλέβες του; Τα μαχαίρια που είχε στην κουζίνα έκοβαν αρκετά καλά το ψωμί και μέτρια τα φρούτα. Ήταν μαχαίρια σερβίτσιου, για να κόψεις μια μπριζόλα και όχι τις φλέβες σου.
  Ξαφνικά του ήλθε μια ιδέα. Θυμήθηκε την ηρωίδα στην ταινία της Shirin Neshat «Women without men» (Αν γράψω την ελληνική μετάφραση «Γυναίκες δίχως άντρες» θα δημιουργηθούν άσχετοι συνειρμοί, ιδιαίτερα στους κρητικούς αναγνώστες), που έπεσε από την ταράτσα του σπιτιού της. Να κάνει και αυτός το ίδιο. Βέβαια το δυαράκι του βρισκόταν στον τρίτο όροφο, και παρόλο που δεν πίστευε στα θαύματα δεν ήθελε να το ρισκάρει. Έτσι ανέβηκε στην ταράτσα της εξαώροφης πολυκατοικίες (με το ασανσέρ; Από τις σκάλες; Μα τι περίεργοι που είστε τέλος πάντων!).
  Και τον βρίσκουμε λοιπόν στην ταράτσα της πολυκατοικίας, στην άκρη άκρη, με σκυμμένο ελαφρά το κεφάλι να κοιτάζει προς τα κάτω.
  Μπορώ να σπρώξω αυτή τη στιγμή τον ήρωά μου στην πλάτη του και να βουλιάξει στο κενό (δικός μου είναι, ό, τι θέλω τον κάνω). Ή μπορώ να τον βάζω να κάνει μεταβολή, γιατί θυμήθηκε ότι πήγε στην τουαλέτα και ξέχασε να τραβήξει το καζανάκι, ή καλύτερα γιατί άφησε την τοστιέρα στην πρίζα (ήθελε να πάει χορτάτος στον άλλο κόσμο, σαν τον Σπίθα, για όσους θυμούνται το θρυλικό παιδί φάντασμα, τον «Μικρό ήρωα»).
  Εδώ, σαν αφηγηματογράφος που σέβεται τον εαυτό του, θα πρέπει να παρατείνω το σασπένς που ήδη έχω δημιουργήσει. Για παράδειγμα, μπορώ να τον βάλω να κοιτάζει με περιέργεια ένα τροχαίο που συμβαίνει εκείνη τη στιγμή ακριβώς στο σημείο που ετοιμάζεται να πηδήσει. Ένας γιώτα χι κτυπάει ένα μηχανάκι που περνάει σφήνα δίπλα του χωρίς ο οδηγός του να υπολογίσει καλά το άνοιγμα ανάμεσα στις δυο σειρές των οχημάτων. Ή, καλύτερα, ο μηχανάκιας αρπάζει την τσάντα μιας κυρίας που αρχίζει να ουρλιάζει υστερικά, ενώ δυο άλλοι μηχανάκηδες πίσω του που αντιλήφθηκαν τη σκηνή τον καταδιώκουν. Ή…
  Μπορώ να κάνω και κάτι άλλο. Μπορώ να βάλω τον ήρωά μου να αναπολεί στιγμές από τη σχέση του με αυτό το ερμαφρόδιτο πλάσμα (είπαμε, σώμα Ούρσουλα Άντρες και μυαλό Ρόζα Λούξενμπουργκ, πράγματα που σπάνια πάνε μαζί), τι έφταιξε και δεν πήγαν καλά τα πράγματα (το δωμάτιο που έζεχνε, τα βρώμικα σεντόνια δεν μπορεί να ήταν επαρκείς αιτίες) κ.λπ. κ.λπ. Μπορώ τέλος να τον βάλω να σκεφτεί αυτό το απίθανο:
  Διάβασε πρόσφατα μια ανάρτηση στο blog του Μπάμπη Δερμιτζάκη (αν δεν ξέρετε ποιος είναι αυτός, κλείστε το βιβλιαράκι που διαβάζετε και κοιτάξετε στο εξώφυλλο το όνομα του συγγραφέα), την παρουσίαση μιας ταινίας του Μοχσέν Μαχμαλμπάφ –ιρανός αυτός- «Οι κραυγές των μυρμηγκιών», όπου η ηρωίδα σκεφτόταν με τρόμο τα μυρμήγκια που ποδοπάταγε πηγαίνοντας με τον φίλο της στην έρημο να συναντήσουν τον «ολοκληρωμένο άνθρωπο».
  Όχι, θα ήταν ελάχιστα πειστικό, για να μην πω γελοίο, να ματαιώσει το απονενοημένο διάβημά του ο ήρωάς μας μόνο και μόνο για να μην λειώσει πέφτοντας ένα μυρμήγκι. Στα πλακόστρωτα της Αθήνας σπάνια θα συναντήσεις μυρμήγκι. Όμως θα μπορούσε να πέσει πάνω στο κεφάλι ενός περαστικού. Και βεβαίως θα μπορούσε να πει ο άνθρωπος «Δεν πήγαινες από κάπου αλλού να φουντάρεις, από κανένα γκρεμό για παράδειγμα, στο κεφάλι μου βρήκες να πέσεις; –Αχ, Μιχάλη, Μιχάλη, τώρα θα ακούνε τις δοξαριές σου οι Αγγέλοι στον ουρανό, εσύ το πρόβλεψες, έπεσες από γκρεμό.  
  Βέβαια, υπάρχει και εδώ η λύση: θα μπορούσε να υπολογίσει το χρόνο ανάμεσα στον πλησιάζοντα περαστικό και στη δική του πτώση. Και πάλι βέβαια δεν θα ήταν ευχάριστη έκπληξη για αυτόν τον περαστικό να βλέπει έναν συνάνθρωπό του να σκάζει ξαφνικά μπροστά στα μάτια του σαν καρπούζι. Γιατί δηλαδή να του χαλάσει την ημέρα του ανθρώπου; Άσε που θα μπορούσε να εμφανιστεί εκείνη ακριβώς τη στιγμή ένας καμικάζι της ασφάλτου από το πουθενά και να πέσει πάνω του.
  Θα μπορούσα να τον φανταστώ να θυμάται ξαφνικά τα κεράσια – σε λίγους μήνες είναι η εποχή τους - και να σκέφτεται τρομαγμένος: «Αλήθεια, δεν θα ξαναδοκιμάσω πια κεράσια;»
  Όμως αυτό ειδικά δεν γίνεται, γιατί είναι ατάκα από την ταινία «Η γεύση του κερασιού» του ιρανού σκηνοθέτη Αμπάς Κιαροστάμι, που έχει σαν θέμα της την αυτοκτονία. Ο ήρωας  έχει σκοπό να αυτοκτονήσει. Ένας άνθρωπος τον οποίο έχει προσλάβει για να τον θάψει μετά θα προσπαθήσει να τον μεταπείσει. Ο ίδιος είχε κάνει απόπειρα αυτοκτονίας στο παρελθόν. Ανάμεσα στα άλλα του λέει: «Θέλεις να εγκαταλείψεις τη γεύση του κερασιού;» Πρέπει να τον έπεισε, γιατί τελικά δεν αυτοκτόνησε. Ο Κριστόφ Κισλόφσκι αντίθετα, ανελέητος, θα αφήσει την ηρωίδα του στο «Δίχως τέλος» να αυτοκτονήσει.
  Θα μπορούσα να φανταστώ και άλλα παρόμοια πράγματα μέχρι που να το πάρει το ποτάμι, να μάθει ο αναγνώστης τι έχω αποφασίσει για τον ήρωά μου, να τον κάνω να πεθάνει ή να τον γλιτώσω;
  Νομίζω υφολογικά θα έχετε μαντέψει.
  Θα σας πω και μια προσωπική ιστορία.
  Πριν είκοσι χρόνια, τότε που το Οικολογικό Κίνημα ήταν στο φόρτε του, έγραψα δώδεκα οικολογικά παραμύθια. Όλα τους ήσαν μέσα στο καταστροφολογικό κλίμα που κινιόντουσαν οι οικολόγοι.
  Ένα παραμύθι μιλούσε για την πυρκαγιά στο δάσος. Ένα σκιουράκι ήταν ο πρωταγωνιστής του. Τελικά κάηκε από την πυρκαγιά. Και η φίλη μου η Ζοζεφίνα μου μιλάει για την κόρη της  που ήταν απαρηγόρητη. –Καλά ρε μαμά, αυτός ο φίλος σου δεν μπορούσε να το σώσει αυτό το σκιουράκι;
  Δεν ήταν μόνο το σκιουράκι, ήταν και δυο ψαράκια, και κάποια άλλα ζωάκια σε άλλα παραμύθια με άλλα οικολογικά προβλήματα (κάθε παραμύθι πραγματευόταν και ένα), και δεν ήταν μόνο η κόρη της Ζοζεφίνας αλλά και άλλα παιδάκια με ανάλογες αντιδράσεις. Ευτυχώς που είχα διαισθανθεί το ατόπημα, και τα τελευταία έξι με τα οποία συμπληρώθηκε ο τόμος με τον οποίο κυκλοφόρησαν («Ο χορός της βροχής: οικολογικά παραμύθια και διηγήματα») κινούνταν σε ένα κλίμα χιουμοριστικό. Σε δυο μάλιστα πρωταγωνιστής ήταν ο Μπόμπος.
  Όμως και εδώ μπορώ να δημιουργήσω ένα σασπένς. Γιατί τελικά δεν προέβη στο απονενοημένο του διάβημα ο ήρωάς μας; Για να μην σκάσει πάνω στο κεφάλι ενός περαστικού; Επειδή δείλιασε την τελευταία στιγμή; Επειδή θυμήθηκε ότι, μοναχογιός ων, ποιος θα φρόντιζε τους γέρους γονείς του στα γεράματα; Ή σκέφτηκε, έχοντας μια αδελφή, ποιος θα έδινε το γιο του στην αδελφή ενός αυτόχειρα; Μήπως θα ήταν καλύτερα να ζήσει, να της μαζέψει λίγη προίκα για να βρει έναν καλό γαμπρό;
  Δεν έχω δυνατή φαντασία, αυτά τα καθόλου πρωτότυπα περνάνε στο κεφάλι μου. Όμως έχω από ώρα σκεφτεί πώς να σώσω τον ήρωά μου, προς απογοήτευση των αναγνωστών εκείνων που ψάχνουν για δυνατές συγκινήσεις. Αυτός ο τρόπος μου μοιάζει original.
  Ξαφνικά ο ήρωάς μας ισιώνει το κορμί του αποφασιστικά και κατευθύνεται προς το κλιμακοστάσιο. Όχι, δεν άλλαξε γνώμη για το πώς θα αυτοκτονήσει. Άλλαξε γνώμη και ΔΕΝ θέλει ποια να αυτοκτονήσει. Γιατί άλλαξε γνώμη;
  Ξαφνικά θυμήθηκε μια κρητική μαντινάδα:
  «Άσπλαχνα με παράτησες και κάθομαι και κλαίω
Μα σαν το καλοσκέφτομαι, ρε δε γ…. λέω».
  Όχι, δεν είμαι φαλλοκράτης. Ακόμη και αν ο ήρωάς μου δεν ήταν ήρωας αλλά ηρωίδα και την έλεγα Νίκη, πάλι την ίδια μαντινάδα θα την έβαζα να σκεφτεί.
  Αν αυτό το διήγημα ήταν να διδαχθεί σε μια τάξη Γυμνασίου ή Λυκείου (η μαντινάδα δεν του προσφέρει και πολλές ελπίδες, αλλά λέμε τώρα) μια από τις ερωτήσεις που θα το συνόδευαν θα έπρεπε να είναι και η εξής: Ποιο είναι το ηθικό δίδαγμα αυτής της ιστορίας; Εγώ, στους μαθητές μου, πάντα μιλάω για αυτό το περιφρονημένο: Τι θέλει να πει ο ποιητής;
  Δεν αξίζει να αυτοκτονήσουμε εξαιτίας μιας ερωτικής απογοήτευσης. Γενικά δεν αξίζει να αυτοκτονήσουμε για τίποτα. Η ζωή είναι η υπέρτατη αξία, και πρέπει να τη ζήσουμε όσο πιο καλά μπορούμε, υπομένοντας με στωικότητα ό, τι πικρίες και στενοχώριες μας περιμένουν στην πορεία της. Στο δρόμο μας για την Ιθάκη, που η Ιθάκη είναι ο θάνατος, πρέπει να προσπαθήσουμε να φτάσουμε όσο πιο αργά γίνεται. Γιατί δεν γίνεται να μη φτάσουμε, αυτός είναι ο προορισμός. Όσο και αν ξεστρατίζουμε ζώντας περιπέτειες με τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες και έρωτες με την Καλυψώ, το καράβι μας κάποτε θα φτάσει στην Ιθάκη. Ας το αφήσουμε να πηγαίνει με χαμηλωμένα τα πανιά, αργά, πολύ αργά. Και, αν είμαστε τυχεροί και συναντήσουμε στο δρόμο μας τις σειρήνες, να μην κάνουμε τη μ…α του Οδυσσέα και κλείσουμε τα αυτιά μας. Να τρίψουμε τις παλάμες μας από χαρά και, όρτσα τα πανιά, να τρέξουμε να τις συναντήσουμε.

                                                                                                                 Δεκέμβρης 2010
Post a Comment