Book review, movie criticism

Monday, January 21, 2013

Το Φραγκιό: Όνειρο εαρινής νυχτός



Όνειρο εαρινής νυκτός, 5ο και τελευταίο διήγημα

  Τα καφενεία τα θεωρούσα πάντα σαν χώρους για αργόσχολους συνταξιούχους, σε αντίθεση από τις καφετέριες που είναι γεμάτες από νιάτα και σφύζουν από ζωή.
  Τα καφενεία της Αθήνας μου θυμίζουν πολύ τα καφενεία του χωριού μου. Φτηνές καρέκλες, φτηνά τραπέζια, και ένα περιορισμένο μενού επιλογής: καφές, αναψυκτικά, κανένα ρόφημα και ούζο ή τσικουδιά.
  Τα καφενεία του χωριού μου έχουν τώρα πια λιγοστέψει και έχει συρρικνωθεί η πελατεία τους. Αυτή αποτελείται σχεδόν εξ ολοκλήρου από γεροντάκια που τα κουτσοκαταφέρνουν με την αγροτική τους σύνταξη. Η κύρια απασχόλησή τους ήταν η ελαιοκαλλιέργεια. Σήμερα οι νέοι αγρότες είναι ελάχιστοι, και ασχολούνται με τα θερμοκήπια. Τα λιοχώραφα έχουν περιέλθει τώρα στην ιδιοκτησία των γιων, που είναι κυρίως υπάλληλοι ή ελεύθεροι επαγγελματίες, και ασχολούνται με την καλλιέργεια της ελιάς και το λιομάζωμα στον ελεύθερό τους χρόνο. Για το λιομάζωμα μπορεί να αναβάλουν τις άλλες δουλειές για  αργότερα, και οι υπάλληλοι να χρησιμοποιήσουν κάποιες μέρες από την άδεια τους. Αλλά για αυτά τα πράγματα έχω γράψει στο βιβλίο μου «Το χωριό μου-από την αυτοκατανάλωση στην αγορά». Εξάλλου για τα καφενεία της Αθήνας ήθελα να μιλήσω.
  Στα ελάχιστα καφενεία που υπάρχουν στη γειτονιά μου πήγα ελάχιστες φορές. Καθώς οι θαμώνες είχαν ήδη σχηματίσει τις παρέες τους, διάλεγα συνήθως μια γωνιά να καθίσω μόνος μου, διαβάζοντας την εφημερίδα μου – αυτό παλιά, τότε που αγόραζα εφημερίδα- ή κανένα βιβλίο. Καφέ δεν έπινα, έπινα πάντα αναψυκτικό. Ευτυχώς σπάνια έβαζαν μουσική, και έτσι δεν ενοχλούμουν στο διάβασμά μου.
  Προχθές που άνοιξε ο καιρός σκέφτηκα να κάνω μια βόλτα μέχρι το καφενείο της παλιάς μου γειτονιάς, που βρίσκεται δίπλα στο φαρμακείο του Αντώνη, που είναι φίλος μου. Αν το φαρμακείο ήταν ανοιχτό θα πήγαινα εκεί. Είναι και αυτό κάτι σαν καφενείο: μαζεύεται κόσμος για να περάσει την ώρα του. Οι συζητήσεις περιστρέφονται πάντα γύρω από το ποδόσφαιρο ή την πολιτική. Πολλοί από αυτούς που συχνάζουν στο φαρμακείο του Αντώνη του τα πρήζουν κανονικά, ξεχνώντας να φύγουν. Εγώ φροντίζω πάντα να φεύγω πριν του τα πρήξω. Αυτή τη φορά γλίτωσε από μένα, μια και ήταν κλειστός. Δεν υπήρχε άλλη επιλογή, το καφενείο ήταν μονόδρομος.
  Τώρα γιατί μου ήλθε να πάω στο καφενείο, μετά από χρόνια;
  Δεν ήταν επειδή ένοιωθα πλήξη στο σπίτι, ούτε για να δω κανένα φίλο, αφού άλλωστε οι φίλοι μου δεν είναι καφενόβιοι. Ο μοναδικός μου φίλος που είναι καφενόβιος πηγαίνει σε ένα καφενείο κάτω στην Πατησίων, με μια παλιοπαρέα που τα τσούζουνε κανονικά. Ο λόγος που πήγα ήταν ότι ήθελα να κάνω ανίχνευση, κατά πόσο θα άντεχα να πηγαίνω σε καφενείο μετά από λίγους μήνες που θα είμαι συνταξιούχος, ύστερα από τριάντα συναπτά χρόνια στην δημόσια εκπαίδευση, δυόμισι στην ιδιωτική και δυόμισι στο στρατό. Αυτά τα δυόμισι χρόνια φρόντισα να τα αναγνωρίσω εδώ και δυο δεκαετίες.
  Κάθισα πάλι σε μια γωνιά, όμως όχι στο βάθος του καφενείου αλλά έξω, κοντά στο πεζοδρόμιο. Δεν πήρα μαζί μου κανένα βιβλίο. Ξαφνικά με έπιασαν οι ντροπές, θα έδειχνα σαν τη μύγα μες στο γάλα. Ο μόνος δημόσιος χώρος που μπορεί να διαβάσει κανείς χωρίς να τον παρεξηγήσουν ή να τον πάρουν για περίεργο είναι το λεωφορείο και το μετρό. Γι αυτό άλλωστε ο εκδότης μου έβγαλε τη σειρά «metroαναγνώσματα», στην οποία θα παρουσιαστεί και αυτό το διήγημα.
  Καθόμουν λοιπόν όσο πιο ραχατλίδικα μπορούσα στην άβολη καρέκλα μου, με τον δεξιό μου αγκώνα ακουμπισμένο πάνω στο τραπεζάκι και τα πόδια απλωμένα μπροστά, και περίμενα να έλθει ο καφετζής ή ο βοηθός του να πάρει παραγγελία.
  Δεν άργησε να έλθει. –Μια λεμονίτα παρακαλώ, του λέω.
  Ήλθε και η λεμονίτα. Με καλαμάκι και ποτήρι, διαλέχτε. Προτιμώ πάντα το καλαμάκι, για να κρατάει περισσότερο η απόλαυση.
  Η αίσθηση της γεύσης ήταν απασχολημένη με τη λεμονίτα, που την κατέβαζα γουλιά γουλιά σε αραιά διαστήματα. Η αίσθηση της ακοής, θέλοντας και μη, ασχολιόταν με τη συζήτηση που είχαν κάποια γεροντάκια στο διπλανό τραπέζι. Μιλούσαν για υπέρταση και καρδιακά προβλήματα. Δεν με ενδιέφερε, ήξερα περισσότερα από αυτούς. Υπερτασικός ο ίδιος και αρκετά υποχόνδριος, είχα φροντίσει να αντλήσω πληροφορίες επί του θέματος εδώ και αρκετά χρόνια από το διαδίκτυο.
  Η κυρίαρχη αίσθηση της όρασης καραδοκούσε. Ήξερα από το φαρμακείο του Αντώνη ότι ο δρόμος είναι περατζάδα για αρκετές πολύ όμορφες κοπέλες. Κάποιες μάλιστα τις είχα γνωρίσει, μια και ήταν πελάτισσες του Αντώνη. Και καθώς εκείνη την εποχή ασχολιόμουν με το να του μηχανοργανώσω το φαρμακείο του-υπολογιστής, εκτυπωτής και σύνδεση στο διαδίκτυο-όταν βρισκόμουν στον υπολογιστή και έμπαινε μέσα καμιά αιθέρια ύπαρξη (προσπαθώ να κρατήσω το διήγημά μου σε κάποιο υφολογικό επίπεδο, αλλιώς θα έλεγε γκόμενα) φρόντιζα με αρκετά διακριτικό τρόπο να της ζητήσω το email της για να της κάνω πρόσκληση να γίνουμε φίλοι στο facebook.
  Γκαντεμιά. Καθόμουν ήδη κανένα μισάωρο και δεν είχε περάσει καμιά γκ… συγνώμη, καμιά ωραία ήθελα να πω. Στο μεταξύ είχα σχεδόν τελειώσει την λεμονίτα μου και απογοητευμένος σκεφτόμουνα μήπως είναι καλύτερα να φύγω. Όμως δεν έφυγα. Σε πείσμα. Σαν εκείνον που αγοράζει λαχείο κάθε εβδομάδα και ποτέ δεν κερδίζει, όμως εξακολουθεί να αγοράζει μήπως και κερδίσει τελικά.
  Να την, φάνηκε ξαφνικά η Εύα η Πολωνέζα, μια πανέμορφη κοπέλα, μου σκάει ένα χαμόγελο και προσπερνάει πριν προλάβω –ή μήπως πριν βρω το θάρρος; - να την καλέσω να την κεράσω και αυτή μια λεμονίτα –ή ό, τι άλλο, που λέει και ο Σολωμός. Αν και αυτό το «ό, τι άλλο» το έχει σε παρένθεση: «Κλείσε μέσα στην ψυχή σου την Ελλάδα (ή ό, τι άλλο) και θα αισθανθείς κάθε είδους μεγαλείο». Κλείσε μέσα στην αγκαλιά σου την Εύα (ή, όποιαν άλλη;) και θα αισθανθείς… Καλά έβαλε την παρένθεση ο Σολωμός, σε πρώτη προτίμηση βρίσκεται η Εύα.
  Και θυμήθηκα ξαφνικά την Μαρία, την κόρη της πρώην καφετζούς αυτού του καφενείου, που παρέδωσαν τη διεύθυνση και έφυγαν, μάνα και κόρη, προς άγνωστη κατεύθυνση. Κάθε φορά που ο Αντώνης προθυμοποιούνταν να με κεράσει κάτι, κατά προτίμηση μια ζεστή σοκολάτα, δεχόμουνα μόνο με τον όρο να τη φέρει η Μαρία. Έπαιρνε τηλέφωνο λοιπόν, ήταν εκεί η Μαρία; Και αν ήταν δεχόμουν την σοκολάτα.
  Μια φορά ήλθε ντυμένη στα κίτρινα. «Μαρία με τα κίτρινα, ποιον αγαπάς καλύτερα», άρχισα να τραγουδάω εγώ μόλις την είδα, για να καταλήξω σε πεζό: «Εμένα ή τον Αντώνη»; Ήξερα πως αγαπούσε τον Αντώνη, εξάλλου είναι και δέκα χρόνια μικρότερός μου, αλλά εκεί που είχε φτάσει το πράγμα ήθελα μια σαφή δήλωση.
  Δεν την είχα. Περιορίστηκε να σκάσει ένα γλυκό χαμόγελο. Μάζεψε ένα παλιό φλιτζάνι, ένα παλιό ποτήρι και εξαφανίστηκε. «Ρε μαλάκα, τι της λες της κοπέλας», κάγχασε ο Αντώνης.
  Ρουμάνα η Μαρία. Δεν ήμουν ποτέ ρατσιστής, αλλά και να ήμουν, ο ρατσισμός μου θα διαλυόταν μπροστά στην ομορφιά αυτού του αιθέριου πλάσματος. Αναρωτιέμαι πώς μπορεί να υπάρχουν ρατσιστές αφού σε όλες τις ράτσες του κόσμου υπάρχουν θεσπέσιες γυναίκες, γυναίκες σαν τα κρύα νερά, σαν τα... κ.λπ.
  Θυμήθηκα τη Μαρία γιατί πολύ θα ήθελα να μου είχε σερβίρει εκείνη τη λεμονίτα και όχι ο χοντρούλης νεαρός που μου την έφερε.
  Άρχισα να παίζω το παιχνίδι «στα επόμενα πέντε λεπτά θα εμφανιστεί μια γκόμενα», και να κοιτάζω το ρολόι μου, για να δω πότε θα περάσουν τα πέντε λεπτά. Όταν περνούσαν, έδινα παράταση για άλλα πέντε.
  Δεν θυμάμαι μετά από πόσα πεντάλεπτα γκρεμοτσακίστηκε μπροστά μου ένας μηχανόβιος. Μηχανόβιος κι εγώ, πετάχτηκα πάνω σαν τη σφαίρα να τρέξω να τον βοηθήσω. Η μηχανή του, μια παλιά καβασάκι eliminator, διακοσοπενηντάρα, είχε γλιστρήσει σε κάτι λάδια που ήταν στην άκρη του δρόμου. Υπήρχε απαγορευτικό, και αυτός ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση, και γι αυτό πήγαινε άκρη άκρη, να μην πέσει πάνω στο γιώτα χι που ερχόταν από απέναντι.
  Τον βοήθησα να σηκωθεί όρθιος. Δεν φαινόταν να έχει πάθει σπουδαία πράγματα, το γδαρμένο παντελόνι του έδειχνε ότι θα υπήρχαν σίγουρα γρατζουνιές από κάτω, όμως δεν υπήρχε κάταγμα αφού στεκόταν μια χαρά στα πόδια του. Σήκωσα τη μηχανή του και την έστησα στην άκρη, και του πρότεινα να καθίσει σε μια καρέκλα στο καφενείο να συνέλθει λίγο και μετά να συνεχίσει το δρόμο του. Στηρίχτηκε στον ώμο μου και κούτσα κούτσα πήγαμε στο τραπεζάκι που καθόμουνα. Έβγαλα το κράνος μου από την καρέκλα δίπλα μου (αυτός δεν φορούσε), και τον έβαλα να καθίσει. «-Μια λεμονίτα;» του πρότεινα, σίγουρος ότι το πιο καλό πράγμα που μπορούσε να παραγγείλει κανείς σε ένα καφενείο είναι μια λεμονίτα. Συγκατένευσε κουνώντας αφηρημένα το κεφάλι του. Έκανα νόημα στον καφετζή στο βάθος, σηκώνοντας το μπουκάλι μου, να μας φέρει μια λεμονίτα ακόμη.
  Μας την έφερε. Ο νεαρός καμικάζι που αψήφησε όχι ατιμωρητί το σήμα της τροχαίας την ήπιε μονορούφι. Ήταν ακόμη σοκαρισμένος από το πέσιμο, και ένοιωθε τυχερός που την είχε γλιτώσει με μερικά γδαρσίματα. Στο κεφάλι δεν είχε κτυπήσει, ευτυχώς, για να μη φοβόμαστε κανένα κρυφό αιμάτωμα.
  Δεν θέλησε να καθίσει άλλο. Με ευχαρίστησε ευγενικά και μου είπε πως πρέπει να πηγαίνει. Ελάχιστες κουβέντες είχαμε προλάβει να ανταλλάξουμε, και είχαμε βέβαια συστηθεί. Μπάμπης εγώ, Γιάννης αυτός. «Περίμενε» του είπα, «να φύγουμε μαζί, φεύγω κι εγώ». Ξαφνικά είχα χάσει κάθε ενδιαφέρον με το παιχνίδι των πεντάλεπτων, οι όμορφες σήμερα φαίνεται πως είχαν λουφάξει για τα καλά στα σπίτια τους. Φώναξα τον καφετζή για τον λογαριασμό. «Πόσο κάνουν οι δυο λεμονίτες»; Ρωτώ. «Δώδεκα ευρώ», μου κάνει. «Δώδεκα ευρώ»; Φωνάζω εγώ κατάπληκτος. «Έξι ευρώ η μία; Ούτε στην καφετέρια δεν κάνουν τόσο, αυτό είναι ληστεία». «Τι να κάνουμε», μου λέει, «αφού τόσο κάνουνε».
  Δεν τολμούσα να το πιστέψω. Αυτό το πράγμα μόνο στο όνειρό μου θα μπορούσε να συμβεί. Ακούς εκεί, έξι ευρώ η λεμονίτα σε καφενείο. «Δεν θα πάρεις δραχμή» του λέω, που από την ταραχή μου είχα ξεχάσει ότι εδώ και μια δεκαετία είχαμε περάσει στο ευρώ. «Θα φωνάξω την αγορανομία, τώρα θα δεις, ληστή, απατεώνα».
  Έβγαλα το κινητό μου για να πάρω τηλέφωνο, ενώ ο νεαρός δίπλα μου περίμενε στωικά, έχοντας κάθε διάθεση φαντάζομαι να πληρώσει αυτός τα δώδεκα ευρώ και να σηκωθούμε να φύγουμε για να γλιτώσουμε από το χασομέρι. Αν η Άμεσος Δράση ως γνωστόν καθυστερεί, και ας λέγεται άμεση, φαντάσου πόσο θα καθυστερούσε η αγορανομία.
  Επάνω που αναρωτιόμουνα ποιο να είναι άραγε το τηλέφωνο της αγορανομίας – του Εκατό το ήξερα, είναι το 100- ξύπνησα.
  Ξύπνησα με ένα φοβερό αίσθημα απογοήτευσης. Ξύπνησα επάνω στο πιο συναρπαστικό σημείο του ονείρου. Θα ερχόταν η αγορανομία, και αφού θα κατσάδιαζε άγρια τον καφετζή θα του έκοβε ένα χοντρό πρόστιμο, ενώ εγώ δίπλα θα παρακολουθούσα τη σκηνή και θα γελούσαν και τα μουστάκια μου από την ικανοποίηση.
  Αγαπητέ αναγνώστη, δεν σου είπα από την αρχή ότι πρόκειται για όνειρο, γιατί σίγουρα θα έχανες το ενδιαφέρον να διαβάσεις αυτή την αφήγηση. Κρίνω από τον εαυτό μου. Όταν διαβάζω σε ένα μυθιστόρημα ή ένα διήγημα για ένα όνειρο χάνεται αυτομάτως το ενδιαφέρον μου, διαβάζω μηχανικά, αφαιρούμαι, και όταν φτάνω στο τέλος της αφήγησης του ονείρου δεν θυμάμαι τι διάβασα.
  Γράφω αυτές τις γραμμές σήμερα Σάββατο, 2 Απριλίου 2011, ενώ θα έπρεπε κανονικά να διορθώσω ένα πακέτο εκθέσεις του Α4. Σκέφτηκα όμως ότι το όνειρο αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει ένα καλούτσικο διήγημα. Και πρέπει να προπονηθώ στο να γράφω λογοτεχνία. Σε λίγους μήνες θα είμαι συνταξιούχος, και δεν θέλω να περνάω τον καιρό μου φυτεύοντας πατάτες, ντομάτες και αγγουράκια στο περιβόλι στο πατρικό μου σπίτι στο χωριό, θέλω να γράφω. Και επειδή το να γράφω μόνο βιβλιοκριτικές για βιβλία που διάβασα μπορεί να καταντήσει κάποια στιγμή βαρετό σκέφτηκα ότι πρέπει να συνηθίσω να γράφω και λογοτεχνία, για εναλλαγή. Λίγο δύσκολο, γιατί μου αρέσει η αλήθεια, και η λογοτεχνία είναι όλο ψευτιές. «Είντα τσι διαβάζεις αυτισές τσι ψευτιές», μου έλεγε η μακαρίτισσα η μητέρα μου κάθε φορά που με έβλεπε να διαβάζω τον αγαπημένο μου Ντοστογιέφσκι, «να διαβάζεις τα μαθήματά σου». Φαντάσου να τις γράφεις κιόλας αυτές τις ψευτιές.
  Όμως «μάρτυράς μου να ’ναι ο στίχος, ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος», όπως επαναλαμβάνει ο Άγγελος Σικελιανός στο ποίημά του «Στ’ όσιου Λουκά το μοναστήρι», το όνειρο που σας αφηγήθηκα είναι πέρα για πέρα αληθινό. Όμως κάθε ομοιότητα με πρόσωπα, χώρους και γεγονότα είναι εντελώς συμπτωματική.
 
                                                                                                                                                     2-4-2011
Post a Comment