Book review, movie criticism

Friday, January 25, 2013

Το κουμπί (σελ. 21-22)



Το κουμπί

 Η παρακάτω ιστορία δεν μου φαίνεται για αληθινή, έχει όμως πλάκα. Είναι βέβαια λίγο σόκιν, όμως έτσι είναι πολλές από τις κρητικές μαντινιάδες.
 Ο Γιώργης φαίνεται έχει σκοτούρες και γι’ αυτό έχει παραμελήσει τον εαυτό του. Πάντα κουμπώνει μια κουμπότρυπα της καμπαρντίνας του με ένα κουμπί του πουκάμισου. –Βρε Γιώργη, πρόσεξε πώς κυκλοφορείς, έχεις κουμπώσει λάθος την καμπαρντίνα σου, του έλε­γαν συχνά φίλοι και χωριανοί όταν τον συναντούσαν στο δρόμο. Αυτός, αντί να συμμορφωθεί, τους έλεγε:    - Άι γ&μ#σ©υ.
 Κάποια στιγμή οι φίλοι του κάνουν σύσκεψη. Πώς να τον καταφέρουμε να κουμπώνει σωστά την καμπαρ­ντίνα του;
 -Γιάννη, εσύ που είσαι ο κολλητός του βρες ένα τρόπο, πες του πως έτσι που κουμπώνει την καμπαρντίνα του γίνεται ρεζίλι, να είναι πιο προσεκτικός.
 -Έγνοια σας και εγώ θα το τακτοποιήσω.
 Κάποια μέρα λοιπόν τον φωνάζει.
 -Γιώργη, η γυναίκα μου έσφαξε κόκορα, έλα το βράδυ σπίτι να πιούμε μια ρακή, να φάμε ένα μεζέ, και να πούμε και καμιά μαντινιάδα.
 Σύμφωνος ο Γιώργης.
 Το βράδυ στο σπίτι του Γιάννη στρώνονται στο φα και στη ρακή. Συχνά πυκνά σκουντούν και τα ποτήρια τους: «Εβίβα των καλών αντρώς», «να πεθάνει ο χά­ρος», «άσπρο πάτο» και «εβίβα το πρώτο». (Παρεμπι­πτόντως και οι Κινέζοι λένε «άσπρο πάτο», γκαν μπέι, όμως δε λένε «εβίβα το πρώτο» αλλά «εβίβα το τελευ­ταίο», τζουιχόου γι μπέι).
 Κάποια στιγμή ο Γιάννης λέει.
 -Δεν σκαρώνουμε και καμιά μαντινιάδα; Όταν δεν μπορεί να τη συμπληρώσει ο ένας θα τη συμπληρώνει ο άλλος.
 -Και γιατί όχι; Ο Γιώργης απονήρευτος δεν έφερε αντίρρηση.
 Κάνει ο Γιάννης πως σκέφτεται, και μετά από λίγο πε­τάει τον πρώτο στίχο.
-Της καμπαρντίνας το κουμπί είναι του ποκαμίσου.
 Ο Γιώργης δεν σκέφτηκε καθόλου, τη συμπλήρωσε στη στιγμή.
-Οι άλλοι γ&μ#θήκανε, άμε κι εσύ γ&μ#σ©υ.


Post a Comment