Book review, movie criticism

Wednesday, December 11, 2013

Θεοδόσης Πυλαρινός, «Με επιμονή και με σκοπό στον ίδιο τόπο», Η ποίηση του Γιώργου Μαρκόπουλου



Θεοδόσης Πυλαρινός, «Με επιμονή και με σκοπό στον ίδιο τόπο», Η ποίηση του Γιώργου Μαρκόπουλου, Εκάτη 2013, σελ. 135

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Μια εξαιρετική μελέτη για έναν εξαιρετικό ποιητή από έναν εξαιρετικό μελετητή

  Για τον Γιώργο Μαρκόπουλο έχουμε γράψει, για τη βραβευμένη με κρατικό βραβείο ποιητική συλλογή του «Ο κρυφός κυνηγός» και τη μελέτη του «Η ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη». Τώρα θα γράψουμε για τον Θεοδόση Πυλαρινό που έχει γράψει για τον Γιώργο Μαρκόπουλο· για τον οποίο έχουμε επίσης γράψει που έχει γράψει μια «Κριτική αξιολόγηση της ποίησης του Μανόλη Πρατικάκη» και για τον «Ηλία Σταύρου» και την «Ηλιώ».
  Ο Θεοδόσης Πυλαρινός, καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, είναι ένας διεισδυτικός μελετητής, οξυδερκής στις παρατηρήσεις του και συστηματικός στην έκθεση του υλικού του, αρετές που διαπιστώσαμε και στα άλλα έργα του που έχουμε διαβάσει. Η μελέτη του για τον Γιώργο Μαρκόπουλο είναι μια ακόμη επιβεβαίωση.
  Ο Γιώργος Μαρκόπουλος είναι κυρίως ποιητής. Έτσι στο πρώτο μέρος του μελετήματός του που είναι και το πιο εκτενές (80 σελίδες) ο Πυλαρινός μας μιλάει για τον ποιητή Γιώργο Μαρκόπουλο. Ξεκινάει με την πρώτη του ποιητική συλλογή, την «Έβδομη συμφωνία» και προχωράει στις επόμενες, επισημαίνοντας τις καινούριες θεματικές αλλά και τις στιλιστικές μετατοπίσεις. Η «πολιτική» ποίηση του Μαρκόπουλου στα πρώτα του έργα, χαρακτηριστικό της γενιάς του, της γενιάς του 70 που ανδρώθηκε στην περίοδο της δικτατορίας, περνάει σε κοινωνικούς και υπαρξιακούς προβληματισμούς. Η μοναξιά, ο έρωτας και ο φόβος του θανάτου είναι τα τρία βασικά θέματα που τον απασχολούν, όχι μόνο αυτόν αλλά και κάθε άνθρωπο κατά τον ψυχολόγο Ίρβιν Γιάλομ. Από την τετράδα του Γιάλομ λείπει το «νόημα της ζωής». Για έναν δημιουργό, και μάλιστα του πνεύματος, η ζωή δεν μπορεί να είναι χωρίς νόημα.
  Στιλιστικά, επισημαίνει ο Πυλαρινός, ο Μαρκόπουλος μετατοπίζεται από το λαϊκό ύφος των πρώτων του συλλογών στο λόγιο ύφος των μεταγενέστερων. Καθώς η δικτατορία είχε αγκαλιάσει το επαρχιώτικο φολκλόρ, οι νέοι αντιστασιακοί ποιητές αγκάλιασαν το λαϊκό των φτωχών συνοικιών στις οποίες ανήκαν ταξικά οι περισσότεροι, φτωχά επαρχιωτόπουλα αρκετοί από αυτούς. Με την μεταπολίτευση, τη διάψευση των προσδοκιών και τη μετατόπιση της θεματικής, αλλάζει και το ύφος. Λόγιες λέξεις και φράσεις εμφιλοχωρούν στα ποιήματά τους καθώς και λόγιοι νεολογισμοί, ενώ το λαϊκό λεξιλόγιο εξαφανίζεται. Μόνο σε μεταμοντέρνους ποιητές όπως είναι ο Μανόλης Πρατικάκης και ο Νίκος Ευαντινός μπορούν να συνυπάρχουν δίπλα δίπλα λόγιες και λαϊκές λέξεις, σε συμφωνία με το δόγμα του μεταμοντερνισμού ότι anything goes, όλα πάνε με όλα (όπως ταραμοσαλάτα με γάλα, θα μπορούσε να με σχολιάσει τώρα ο φίλος μου ο Γιώργης ο Παπαδάκης. Η παρένθεση, ειρήσθω εν παρόδω, δείγμα του μεταμοντερνισμού μου).
    Τόσο η ποίηση όσο και ο δοκιμιακός λόγος έχουν μετατοπισθεί στο λόγιο ύφος. Εγώ, καθώς εξακολουθώ να επιμένω λαϊκά, το έβλεπα με καχυποψία. Θεωρούσα σαν αιτία την τελεσίδικη νίκη της δημοτικής, ειδικά με την καθιέρωσή της ως επίσημη γλώσσα του κράτους, αλλά όχι τη μόνη. Όπως η καθαρεύουσα ήταν η έκφραση αφενός της προγονολατρείας και αφετέρου μιας διάθεσης διάκρισης (καμιά σχέση με τον Derrida) των καλλιεργημένων, τόσο από τις αμόρφωτες μάζες όσο και από την ακαλλιέργητη πλουτοκρατία την οποία δεν μπορούσαν να συναγωνισθούν στο επίπεδο ζωής, έτσι, πιστεύω, και αυτή η καινούρια εισδοχή του λόγιου ύφους είναι έκφραση μιας ανάλογης διάθεσης: να, εμείς γράφουμε καλύτερα, γιατί έχουμε ένα πιο πλούσιο λεξιλόγιο. Διαβάζοντας τώρα τον Πυλαρινό, και βλέποντας λόγιες λέξεις τόσο στο κείμενο το δικό του όσο και στα αποσπάσματα των ποιημάτων του Μαρκόπουλου που παραθέτει, συνειδητοποιώ ότι υπάρχει και μια άλλη αιτία. Είναι μια τάση ανοικείωσης, η οποία σύμφωνα με τους ρώσους φορμαλιστές αποτελεί την ουσία της λογοτεχνίας. Οι καθημερινές λέξεις έχουν γίνει πια τετριμμένες, και όπου δεν μπορούμε να τις αντικαταστήσουμε ας τις χρησιμοποιούμε τουλάχιστον σε ανοίκεια συντάγματα.
  Υπάρχει και ένας ακόμη λόγος: η λόγια λέξη μπορεί να είναι πιο καίρια σε μια έκφραση· όπως και μια κρητική, την οποία χρησιμοποιώ όταν δεν βρίσκω την αντίστοιχη νεοελληνική, δίνοντας βέβαια την ερμηνεία στον συνομιλητή μου αν δεν την έχει καταλάβει από τα συμφραζόμενα.
  Και μια και μιλάμε για κρητικές λέξεις, πολλοί θα πουν ότι ο Καζαντζάκης το παράκανε με αυτή την ανοικείωση των κρητικών λέξεων, αλλά εγώ υποκλίνομαι μπροστά του: μαγκιά του, αυτό του άρεσε, αυτό έκανε.
  Στον Πυλαρινό βρήκα δυο τρεις άγνωστες, λόγιες λέξεις. Είμαι 63 χρονών, θα τις ξανασυναντήσω άραγε; Βαρέθηκα να σηκωθώ από το χουζούρι της πολυθρόνας μου και να πάω στον υπολογιστή να τις ψάξω. Για να τις ψάξω σε hard copy λεξικό ούτε λόγος.
  «Η πεζογραφία του Γιώργου Μαρκόπουλου» αποτελεί το δεύτερο μέρος, μόλις τρεις σελίδες, όπου ο Πυλαρινός μιλάει για το μοναδικό πεζογράφημα του Μαρκόπουλου, το «Ιστορικό κέντρο». Το έργο αυτό, μας λέγει, «συγκεφαλαιωτικά.. είναι για τον Μαρκόπουλο «η ζωή του όλη», για να αποδώσουμε την πεμπτουσία του με ένα τίτλο λαϊκού άσματος το οποίο, τηρουμένων των αναλογιών, αποδίδει και το βάθος του. Είναι ακόμη ένα αυτοβιογραφικό απάνθισμα…» (σελ. 84).
  Το τρίτο μέρος, «Το δοκιμιακό έργο του Γιώργου Μαρκόπουλου», είναι εκτενέστερο. Σε αυτό ο ποιητής μιλάει με μια αγαπησιάρικη διάθεση ως συνάδελφος για κάποιες ποιητικές συλλογές άλλων ομοτέχνων.
  Ο Πυλαρινός γράφει σχετικά:
   «Ως κριτικός δεν χαρίζεται· απλώς προκρίνει το θετικό, το ωφέλιμο και εποικοδομητικό, υποβιβάζοντας αλλά μη αποκρύπτοντας τα αρνητικά σημεία και ενεργώντας με διακριτή ευγένεια και κριτικό ήθος. Εξάλλου είναι απολύτως συνεπής με τη λογική ότι η τρυφερότητα και η καλή διάθεση που αναδίδονται από την ποίησή του, οι ίδιες θα υπήρχαν και στο δοκιμιακό έργο του» (σελ. 88).
  Η Πυλαρινός συνοψίζει καίρια την κριτική αποτίμηση του Μαρκόπουλου για τους ομοτέχνους του αλλά και τη σχέση τους με τη δική του ποίηση σε πυκνά σύντομα αποσπάσματα.
  Για τις συλλογές «Παραλοϊσμένη» και «Γενεαλογία» του Μανόλη Πρατικάκη, «Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι το ουσιαστικό μήνυμα του ποιητή συνίσταται στην ανάδειξη του αγώνα του ανθρώπου που αναζητεί το αυθεντικό φως, εισχωρώντας στα βάθη του υποσυνείδητου και οδηγώντας τον αναγνώστη στα μυστήρια της ύπαρξης. Για να φτάσει εκεί διέρχεται από ενδιάμεσα κομβικά σημεία όπως η μοναξιά, η αγωνία της απόδρασης από τους ποικίλους αποκλεισμούς και τις χαλκευμένες ειρκτές, το αίσθημα της ενοχής που τον κατατρύχει και τη συνακόλουθη επιδίωξη της τιμωρίας-καθαρτικής λύτρωσης· και περαιτέρω, όπως η αντιφατική αδυναμία των ανθρώπων να επικοινωνήσουν, η πρωτογενής αλλοτρίωση και το συλλογικό ασυνείδητο» (σελ. 106).
  Ακόμη:
  «Στην ποίηση του Κώστα Μαυρουδή θα εντοπίσει ο Μαρκόπουλος την υποβλητική και νοσταλγική αρχικά προσπέλαση των θεμάτων του, που περιορίζονται στον ελληνικό χώρο και στα χρόνια της εφηβείας. Με βασικό γνώρισμα την έλευση του χρόνου και με έμφαση στη λεπτομέρεια και στη συνειρμική ακολουθία των πραγμάτων, σταδιακά θα οδηγηθεί στην προβολή του απρόοπτου και στη μελέτη του συναισθηματικού κόσμου, για να ακολουθήσει η ενασχόλησή του με την καταλυτική και τραγική παρουσία της φθοράς στη ζωή του ανθρώπου. Ο Μαρκόπουλος, έμπειρος ο ίδιος από τις εφαρμογές αυτές στη δική του ποίηση, και στην περίπτωση του Μαυρουδή θα εστιάσει στη διείσδυσή του σε χώρους εσωτερικούς, γεγονός το οποίο θεωρεί τεκμήριο της ποιητικής του ωρίμασης» (σελ. 108).
  Και καταλήγει ο Πυλαρινός.
  Περαίνουμε την περιδιάβαση στην «Εκδρομή στην άλλη γλώσσα» με τον ποιητή Γιώργο Βέη, από τους βασικότερους επίσης της γενιάς του. Και ο Βέης εξετάζεται εξελικτικά μέσα από τρεις συλλογές του. Ο Μαρκόπουλος, ανατρέχοντας όμως πιο πίσω, παρακολουθεί την εξέλιξή του, από τον πρώτο έντονο λυρισμό έως την ωρίμαση και την ανάπτυξη της ασίγαστης φαντασίας του Βέη, που οδηγεί έξω από τα ασφυκτικά όρια των πόλεων μαμούθ, με θεματικές οι οποίες σχετίζονται με τη μεταπολεμική ιστορία, την αμφισβήτηση, τον έρωτα και την παρακμή της εποχής τους» (σελ. 112).
  (Πρέπει να τονίσουμε ότι η επιλογή των ονομάτων έγινε εντελώς τυχαία).
  Θα κλείσουμε με ένα ακόμη απόσπασμα.
  «Με άλλα λόγια, τα κριτικά κείμενα του Μαρκόπουλου θα αποτελέσουν στο μέλλον, αν δεν αποτελούν ήδη, χρήσιμο αναγνωστικό οδηγό, στον οποίο θα φαίνεται κατά το δυνατόν το αμιγώς προσωπικό στοιχείο ενός εκάστου, καθώς και το πότε και το πώς συμπλέκεται αυτό με την πραγματικότητα» (σελ. 11).
  Αυτό που γράφει για τον Μαρκόπουλο ο Πυλαρινός ισχύει και για το δικό του έργο. Όντας μια αποτίμηση και επιτομή των κριτικών κειμένων του Μαρκόπουλου, αποτελεί επίσης ένα χρήσιμο οδηγό.   

Μπάμπης Δερμιτζάκης
Post a Comment