Book review, movie criticism

Saturday, December 21, 2013

Ανδρέας Μήτσου, Τα Χριστούγεννα ενός άτυχου μπάτσου



“ξαφνικά, κοίταξα τον ταύρο. Είχε αυτή την αθωότητα που όλα τα ζώα που έχουν στα μάτια τους, και με κοιτούσε σαν να απολογούταν. Ήταν σαν μια κραυγή για δικαιοσύνη, βαθιά μέσα μου. Έχω περιγράψει πως ήταν σαν μια προσευχή – γιατί όταν κάποιος ομολογεί, ελπίζει, ότι το θα συγχωρεθεί. Ένιωσα σαν το πιο βρωμερό πλάσμα στη γη “.. Σαν τον κυνηγό του Ανδρέα όταν αντίκρυσε το ελάφι, στο πρώτο διήγημα
Ανδρέας Μήτσου, Τα Χριστούγεννα ενός άτυχου μπάτσου, Καστανιώτης 2013, σελ. 93

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Πέντε χριστουγεννιάτικα διηγήματα του καταξιωμένου διηγηματογράφου

  Καθώς στρώθηκα να γράψω για αυτή τη συλλογή διηγημάτων του Ανδρέα Μήτσου θυμήθηκα τα «Χριστούγεννα του Τεμπέλη». Τα βρήκα στο διαδίκτυο, τα διάβασα, και θαύμασα για άλλη μια φορά τον μεγάλο μας διηγηματογράφο.
  Και ο τεμπέλης του Παπαδιαμάντη ήταν άτυχος, όπως και ο μπάτσος. Επέπρωτο να κάνει Χριστούγεννα μακριά από την οικογένειά του, διωγμένος από αυτήν και λοιδορούμενος από τον τρίχρονο γιο του. Όμως στην πραγματικότητα ο μπάτσος ήταν τυχερός, γιατί ύστερα από μια διαβολική συγκυρία απέτυχε να εκτελέσει τον δικτάτορα, πράγμα που θα μπορούσε να του είχε στοιχίσει τη ζωή. Άτυχος ήταν ο ελληνικός λαός, που θα τον είχε ξεφορτωθεί πιο πρώτα.
  Το διήγημα αυτό που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή, μαζί με την «Άγνωστη γυναίκα», αν δεν γράφηκαν προγραμματικά, δημοσιεύτηκαν όμως προγραμματικά, το πρώτο την παραμονή των Χριστουγέννων στο Βήμα, ανήμερα το δεύτερο στην Αυγή. Τα άλλα τρία δημοσιεύτηκαν σε τρεις συλλογές διηγημάτων.
  Τα Χριστούγεννα, απλά ως χρονικό φόντο, αποτελούν το ενοποιητικό πρόσχημα για την έκδοσή τους σε ενιαία συλλογή, όμως υπάρχει μια κοινή θεματική στα τρία πρώτα που τα ενοποιεί πολύ πιο βαθιά και στέρεα.
  Τρεις φορές έχω χάσει κείμενα στον υπολογιστή. Την τελευταία φορά, πριν λίγες μέρες, ήταν η κριτική μιας ιρανικής ταινίας, της «Oh, protector of the gazelle» του Parviz Kimiavi. Τρεις διαβολικές συμπτώσεις ήταν η αιτία. Δεν είχα το κουράγιο να την ξαναγράψω, θυμόμουν όμως όσα είχα γράψει σ’ αυτήν και τα κατέγραψα σε απαρίθμηση σε ένα κείμενο το οποίο ανάρτησα στο blog μου. Την πρώτη φορά ήταν μια βιβλιοκριτική, την οποία όμως είχα σώσει στα απεσταλμένα ενός φαξ. Την εκτύπωσα και την ξαναπληκτρολόγησα, μικρό το κακό. Τη δεύτερη ήταν ένα μικρό συγκριτολογικό μελέτημα με δανεισμένο τίτλο: «Μακριά από το αγριεμένο πλήθος». Ήταν μια σύγκριση ανάμεσα σε ένα διήγημα του Μήτσου, έχω ξεχάσει τώρα ποιο, και στο ομώνυμο έργο του Τόμας Χάρντι, το οποίο το ήξερα μόνο από την ταινία. Περίμενα να διαβάσω και το βιβλίο για να κάνω τις απαραίτητες προσθήκες και τροποποιήσεις. Όταν το αναζήτησα είχε χαθεί. Δεν μπόρεσα να το βρω. Και δεν είχα το κουράγιο να καθίσω να το ξαναγράψω. Από τότε ό,τι γράφω το στέλνω κατ’ ευθείαν με e-mail σε ένα δεύτερο λογαριασμό μου, στο gmail, ώστε ακόμη και αν χαθεί από τον υπολογιστή, τους σκληρούς δίσκους και τα στικάκια, να υπάρχει στο νεφέλωμα του διαδικτύου. Έχω σώσει κάποια κείμενα μ’ αυτό τον τρόπο που χάθηκαν κατά την επιστροφή μου από την Κρήτη, ένα μάλιστα πολύ σημαντικό για μένα.
  «Μακριά από το αγριεμένο πλήθος» θα μπορούσε να ονομαστεί ο ενοποιητικός ιστός των τριών αυτών διηγημάτων. Πιο κατάλληλη ονομασία βέβαια θα ήταν «μακριά από το αγροίκο πλήθος», όμως η πρώτη έχει το πλεονέκτημα της διακειμενικότητας.
  Το «αγροίκο πλήθος» στο πρώτο είναι μια ομάδα κυνηγών, που σαρκάζουν τον αφηγητή για την ευαισθησία του· ευαισθησία που δεν του επέτρεψε να πυροβολήσει το ελάφι που κυνηγούσαν, και το οποίο έτυχε να περάσει από το πέρασμα στο οποίο είχε ορισθεί να παραφυλάει, εισπράττοντας τον σαρκασμό τους (Θυμήθηκα τώρα και το «Αντικυνήγι» του Τσίπρα. Όχι του Αλέξη, κάποιου άλλου, που όσο και να ψάχνω στο διαδίκτυο δεν μπορώ να τον βρω, καθώς οι ιστοσελίδες με τον Αλέξη πλημυρίζουν την αναζήτηση στο google. Εκδόθηκε κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’80).Το δεύτερο αναφέρεται σε ένα άλλο «αγροίκο» πλήθος, που βρήκαν να κάνουν πλάκα σε έναν άτεκνο φίλο τους βαφτίζοντας μια μαϊμού, τάχα παιδί του. Αυτός υποκριτικά συμμετέχει στην πλάκα, όμως μέσα του είναι βαθιά εξοργισμένος. Στο τρίτο, το «αγριεμένο πλήθος» σκοτώνει βάρβαρα ένα γουρούνι, σύμφωνα με το Χριστουγεννιάτικο έθιμο, ένα γουρούνι που έχει μεγαλύτερη ευαισθησία και «ανθρωπιά» από αυτούς.
  Για το τελευταίο διήγημα, την «Άγνωστη γυναίκα», θα πρέπει να ρωτήσω τον φίλο μου τον Πρατικάκη. Μπορεί αυτό που γράφει ο Ανδρέας σαν «παραξενιά», να έχει μια ψυχιατρική ονομασία· όπως το «Σύνδρομο fregoli», ή αλλιώς «το σύνδρομο του σωσία» (ένα από τα διηγήματα της ομώνυμης συλλογής που εξέδωσε πρόσφατα), και του οποίου κατά κάποιο τρόπο αποτελεί την αντιστροφή. Στο «σύνδρομο φρέγκολι» ο ασθενής συναντάει ανθρώπους που νομίζει ότι έχουν φορέσει μια μάσκα που του μοιάζει για να κάνουν παράνομες και ανόσιες πράξεις και να τον ενοχοποιήσουν μετά. Η παραξενιά του ήρωα του Μήτσου είναι να πηγαίνει για εννιά συνεχή χρόνια σε μια πλατεία και να παραφυλάει. Κάθε γυναίκα που βλέπει από πίσω και έχει το σωματότυπο μιας παλιάς αγαπημένης νομίζει ότι είναι αυτή. Και κάποτε τη βρίσκει-νομίζει δηλαδή. Πλέει για μια βραδιά σε πελάγη ευτυχίας, για να αντιμετωπίσει το πρωί την οδυνηρή απογοήτευση να βρεθεί μόνος. Η γυναίκα, που για δικούς της λόγους αφέθηκε να υποκριθεί, είχε φύγει.
  Εξαιρετικός ο Μήτσου, εξαιρετικά τα διηγήματα, αξίζει να διαβαστούν, και όχι μόνο τις μέρες των Χριστουγέννων.

Μπάμπης Δερμιτζάκης
 
 
Post a Comment