Book review, movie criticism

Monday, December 9, 2013

Κύρβα, Στο χαμήλωμα της φλόγας



Κύρβα, Στο χαμήλωμα της φλόγας, Αθήνα 2013, Βιβλιοεπιλογή, σελ. 200

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Ένα ακόμη βιβλίο από την κρητικιά λογοτέχνιδα, λυρικό αλλά και με φιλοσοφικούς στοχασμούς

  Έχουμε ξαναγράψει για την Κύρβα, την κατά κόσμον Μαρίνα Σαμπροβαλάκη (Κύρβα ήταν το πρώτο όνομα της Ιεράπετρας, και το πήρε από έναν από τους ιδρυτές της), αδελφή του συμμαθητή μου του Γιάννη του Σαμπροβαλάκη, από την Βαϊνιά Ιεράπετρας. Όπως οι συμπατριώτες μας Μανώλης Πρατικάκης και Κωστής Δερμιτζάκης που ξεκίνησαν από την ποίηση για να καταλήξουν στην πεζογραφία, έτσι και η Μαρίνα, ξεκίνησε ως ποιήτρια γράφοντας στον παραδοσιακό στίχο του ιαμβικού δεκαπεντασύλλαβου, για να καταλήξει και αυτή στην πεζογραφία. Έχουμε παρουσιάσει τα τρία προηγούμενα βιβλία της, τα δυο ποιητικά, το «Ξεφύλλισμα ψυχής» και το «Πέρασμα του ερωδιού», και το πεζογράφημα «Ο άγγελος με τις μαργαρίτες». Σήμερα ήλθε η σειρά του τελευταίου της πεζογραφήματος, «Στο χαμήλωμα της φλόγας».
  Ο κεντρικός ήρωας του έργου είναι ο Ορφέας. Το όνομα ανακαλεί συνειρμικά την μυθολογία μας, τη μουσική αλλά και τον Άδη. Έξυπνη επινόηση της Κύρβα με το να μη «βαφτίσει» με χριστιανικό όνομα τον κεντρικό ήρωά της, θέλοντας έτσι να δείξει την διαχρονική ματιά με την οποία βλέπει τον ελληνισμό και την παράδοσή μας. Ο έτερος ήρωας, φίλος του Ορφέα, είναι ο Μαρκουλής. Με γονείς που οι σχέσεις τους βρίσκονται σε ένταση, γεμάτος νευρικότητα, αλλά και ιδεοψυχαναγκαστικά, κλωτσάει με το παπούτσι του όποια πέτρα συναντάει στο δρόμο.
  Αυτό είναι κοινή εμπειρία της γενιάς μου. Όταν γεννηθήκαμε ο δρόμος δεν ήταν ασφαλτοστρωμένος, ήταν χαλικόστρωτος, και ήταν συνήθειά μας να κλωτσάμε με τα παπούτσια μας τις σκόρπιες πέτρες, προς μεγάλη απελπισία των γονιών μας, γιατί έτσι φθείραμε γρηγορότερα τα παπούτσια. Και εκείνη την εποχή που δεν υπήρχαν τα έτοιμα έπρεπε να τα παραγγείλεις στον τσαγκάρη· και ακριβά ήσαν και λεφτά δεν υπήρχαν. Μιλάμε για τη δεκαετία του πενήντα, τότε που οι έλληνες ξενιτεύονταν στα πέρατα της οικουμένης.
  Κάποτε όμως οι γονείς του Μαρκουλή χώρισαν.
  «Το χαστούκι του χωρισμού των γονιών του τον είχε συντρίψει. Είχαν κάμει σκόνη και θρύψαλα τον ήδη εύθραυστο ψυχισμό του, ωριμάζοντάς τον πρόωρα» (σελ. 136). Θα αποτελέσει τον μόνιμο συνομιλητή του Ορφέα, με τον οποίο θα μοιράζονται τους εφηβικούς τους προβληματισμούς.      
  Και αυτό το πεζογράφημα διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά του προηγούμενου έργου της συγγραφέως. Και πρώτα πρώτα την ποιητικότητα της γλώσσας. Ας δώσουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα.
  «Μέσα στο βαθύ μαύρο της νύχτας, το φεγγάρι βάδιζε νωχελικά, άνοιγε δρόμο στον Ηλιοπορπατηχτή της Αυγής, σκορπώντας πίσω του την ασημόσκονη από το φεγγαρόφως και στην ψυχή μου, ένα μακρύ αυλάκι, ολόφωτο μονοπάτι, φέγγοντας, να γνωρίσω τον «άλλο» Ορφέα, απαλλαγμένο από εμμονές κι από παράπονα» (σελ. 22-23).
  Έπειτα είναι ο δοκιμιακός λόγος. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλοί τίτλοι βιβλίων παραπέμπουν σε δοκιμιακό περιεχόμενο όπως: «Εφηβικοί προβληματισμοί», «Αλησμόνητες πατρίδες» και «Στοχασμοί Ορφέα και Μαρκουλή».  
  Παραθέτουμε ένα απόσπασμα:
  «Λησμονήσαμε την ταυτότητά μας, φίλε. Κοσμικότητες, άκρατος υλισμός, ηδονές, χλιδή, κορεσμός και παντελή λησμονιά των αρετών και των αξιών. Όλα τα καλά χρεοκόπησαν μαζί με την οικονομία. Πνιγήκανε στην ίδια θηλιά» (σελ. 37).
  Εδώ πρέπει να σημειώσουμε την διαλογική μορφή που έχουν συχνά τα δοκιμιακά αποσπάσματα, σαν πλατωνικοί διάλογοι, με τον Ορφέα και τον φίλο του τον Μαρκουλή να συνομιλούν, και καμιά φορά και με τον δάσκαλο.  
  Η χρήση λαϊκών και κρητικών λέξεων και η παράθεση παροιμιών και αποφθεγματικών φράσεων δίνουν μια αυθεντικότητα στην αφήγησή της. «Σιγά μωρέ, μη στάξει η ουρά του γαϊδάρου», «Ο πού ’μαθε στη φυλακή, στη φυλακή ’ποθαίνει», «Σκότωνε κουζουλούς, πλήρωνε τζερεμέδες», κ.ά.
  Και βέβαια η παράθεση λαογραφικών-ηθογραφικών στοιχείων, όπως το παρακάτω που το αγνοούσα, ας είμαι και κοντοχωριανός.
  «Αμάν! Ξέχασα να βάλω τρεις σταγόνες ξύδι στο στόμα, σε ένδειξη πένθους για τη Σταύρωση του Κυρίου, όταν του έδωσαν να πιει αντί νερό, ξύδι πάνω στο Σταυρό. Ήταν κι αυτό ένα από τα πολλά που η μάνα μου και όλοι οι χωριανοί τηρούσαν, από τα έθιμα των προγόνων τους» (σελ. 32).
  Τώρα, γιατί σε μας ατόνησε το έθιμο; Ίσως γιατί στο σπίτι των χωριανών μου δεν προλαβαίνει το κρασί να ξιδιάσει, το έχουν πιει πιο πρώτα.
   Το θρησκευτικό στοιχείο υπάρχει εδώ σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό. Στην προσχηματική πλοκή του έργου (σκόπιμα η Μαρίνα δεν χαρακτηρίζει το έργο της μυθιστόρημα) γίνεται συχνή αναφορά σε θρησκευτικά ζητήματα, ακόμη και παράθεση αποσπασμάτων από την Αγία Γραφή. Ένα μέρος μάλιστα της προσχηματικής αυτής πλοκής συντελείται στις άγιες μέρες του Πάσχα. Παραθέτουμε πάλι ένα σχετικό απόσπασμα.
  «Γιε μου, να μην ξελησμονάς σε κάθε δυσκολιά της ζωής πως, η Ορθοδοξία είναι μια πολυκλινική με Αρχίατρο τον Ιησού Χριστό, κόβεται σε χιλιάδες κομμάτια, γίνεται άρτος ζωής για κάθε άνθρωπο, όπως ο ποιητής ανήκει στην παγκόσμια ψυχή και διανόηση» (σελ. 27).
  Για να καταλήξει παραινετικά η Κύρβα, σε μια από τις τελευταίες σελίδες του βιβλίου:
  «Είναι επιτακτική ανάγκη όσο ποτέ άλλοτε, να γυρέψουμε το Θεό μας, την πνευματικότητά μας, απορρίπτοντας τα δέλεαρ των έτοιμων συνταγών για κάλπικους ευδαιμονισμούς. Διώξτε τις απατηλές χαρές και τις μάταιες απολαύσεις. Τα αποτελέσματα ατελέσφορων συνταγών, τα βιώνουμε όλοι μας στο πετσί μας. Δήθεν ανατρεπτικές θεωρίες, παραμορφωτικές, ενός κόσμου που παρέδωσαν οι πρόγονοί μας για όλες τις επερχόμενες γενιές. Ένας ακριβός κόσμος που δεν είναι μόνο σύμβολα, μα αξίες ακριβές, νοήματα ακριβά, υψίστης ακριβείας και σοφίας που λειτούργησαν στον χρόνο μόνον ως τέτοια» (σελ. 190).
  Μαρίνα μου, στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα. Εύχομαι να διαβαστεί πλατιά το βιβλίο σου, μήπως κάποιοι ακούσουν.

Μπάμπης Δερμιτζάκης
Post a Comment