Book review, movie criticism

Wednesday, December 18, 2013

Κώστας Μαυρουδής, Η αθανασία των σκύλων



Κώστας Μαυρουδής, Η αθανασία των σκύλων, Πόλις 2013, σελ. 212

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Για σκυλιά μιλάει ο Μαυρουδής στο καινούριο του βιβλίο, αλλά όχι μόνο
 
  Όταν μιλάμε για αθανασία, εννοούμε προφανώς την αθανασία των ανθρώπων. Γι’ αυτό το λόγο δεν χρειάστηκε να το προσθέσει στον τίτλο του βιβλίου του ο Μίλαν Κούντερα. Για τον Μαυρουδή όμως ήταν απαραίτητη αυτή η διευκρίνιση. Στο τελευταίο του βιβλίο μας μιλάει για την αθανασία των σκύλων.
  Δεν υπάρχει καμιά αθανασία, ούτε για τους ανθρώπους ούτε για τους σκύλους. Ούτε και μνήμη αιωνία. Προχθές ακόμη προσπαθούσα να θυμηθώ το όνομα ενός διαπρεπούς δημοσιογράφου και κινηματογραφικού κριτικού, και δεν μπορούσα με τίποτα (εν τάξει, κάποιοι άλλοι τον θυμούνται, εγώ αρχίζω να ξεχνάω, ευτυχώς όχι ανησυχητικά ακόμη, αλλά και αυτοί οι άλλοι όταν πεθάνουν, ποιοι θα τον θυμούνται πια; Τα παιδιά τους; Αμφίβολο). Αλλά, όπως και στο βιβλίο του Κούντερα, η λέξη «Αθανασία» τίθεται καθ’ υπερβολήν, εννοώντας τη διατήρηση στη μνήμη. Στην περίπτωση των ανθρώπων λόγω των διαπρεπών έργων τους, στην περίπτωση των σκύλων λόγω της αγάπης με την οποία τους περιέβαλαν τα αφεντικά τους, μιας αγάπης που δεν θα την έλεγα αμοιβαία, αλλά ανταποδοτική. Και όχι πάντα. Έχουμε ακούσει πόσο άσπλαχνα παρατάνε κάποιοι τα σκυλιά τους όταν επιστρέφουν από τις διακοπές τους.
  Έχουμε παρουσιάσει άλλα έξι βιβλία του Κώστα Μαυρουδή. Αυτά είναι: «Στενογραφία», «Η ζωή με εχθρούς», «Τέσσερις εποχές», «Οι κουρτίνες του Γκαριμπάλντι», «Επίσκεψη σε γέροντα με άνοια» και «Με εισιτήριο επιστροφής».  Έτσι κάποια πράγματα από αυτά που έχουμε ήδη γράψει αναπόφευκτα θα τα ξαναγράψουμε. Αλλά δεν έχει σημασία, εξάλλου πόσοι από εσάς που διαβάζετε αυτές τις γραμμές τα έχετε ξαναδιαβάσει;
  Υπάρχουν τρεις βασικοί τύποι συλλογισμού: ο επαγωγικός, ο παραγωγικός και ο αναλογικός. Ο αναλογικός κάνει μια σύγκριση και βρίσκει ομοιότητες.
  Η πιο απλή χρήση του αναλογικού συλλογισμού σε μικροκλίμακα είναι η μεταφορά. Συγκρίνουμε είτε απερίφραστα, παραθέτοντας τόσο το όχημα (vehicle) όσο και την έννοια (tenor), («Οι παιδικές ασθένειες είναι οι αλκυονίδες των σχολικών ημερών» σελ. 67), είτε παραθέτοντας μόνο το όχημα («Μέσα στης μαργαρίτας τ’ αλωνάκι», από τον Ελύτη αυτό). Η πιο σύνθετη σε μεγακλίμακα είναι η συγκριτολογική μελέτη, όπου συγκρίνονται δυο έργα, δυο συγγραφείς ή δυο καλλιτεχνικά ρεύματα για παράδειγμα.
  Ο Μαυρουδής βρίσκεται ενδιάμεσα. Κινούμενος ανάμεσα στη μικροκλίμακα της μεταφοράς και στη μεγακλίμακα της συγκριτολογικής μελέτης γράφει μικρά δοκίμια με έντονο το συγκριτολογικό στοιχείο, που σπάνια ξεπερνάνε τις δυο σελίδες. Αυτό απαιτεί μια ειδική συνειρμική ικανότητα που δεν την διαθέτουν όλοι. Τη θαυμάσαμε στα προηγούμενα έργα του, τη θαυμάσαμε και τώρα.
  Η σύλληψη των κειμένων αυτών έχει κάτι από το αυθόρμητο και το εμπνευσμένο ενός ποιήματος, και γι’ αυτό διαθέτουν και την αντίστοιχη λογοτεχνικότητα («φορούσε εφημερίδες για το κρύο-τυλιγμένος με γεγονότα, άρθρα, κριτικές ταινιών» σελ. 51). Όμως ο Μαυρουδής κινείται και προγραμματικά. Έχοντας επιλέξει το θέμα, τα σκυλιά, με τα οποία έχει μια αγαπησιάρικη σχέση, αφήνει τις κεραίες του ανοικτές να συλλάβουν κάθε τι που μπορεί να έχει σχέση με αυτά. Ακόμη και όταν δεν έχει, τη δημιουργεί ο ίδιος.  Έτσι βλέπουμε από κείμενα όπου κάποιο σκυλί καταλαμβάνει όλο τον «πίνακα» (για να χρησιμοποιήσουμε μια μεταφορά, μια και μιλάγαμε για μεταφορές) μέχρι κείμενα όπου το σκυλί καταλαμβάνει απλώς μια γωνία στο βάθος.
  Και επειδή η αναλογία φτάνει μέχρι εδώ, καθώς η σύλληψη ενός πίνακα είναι gestalt, ολιστική, ενώ ενός αφηγήματος γραμμική, το σκυλί, όταν είναι δευτεραγωνιστής, καταλαμβάνει ελάχιστες θέσεις μέσα στην αφήγηση, και μάλιστα σε ένα από τα αφηγήματα μόλις στο τέλος, κυριολεκτικά, σαν τελευταία λέξη, σε μια χρήση μεταφορική. Βρίσκεται στο 65ο αφήγημα, στο οποίο ο Μαυρουδής εξιστορεί, ανάμεσα στα άλλα, και την ιστορία του Αγίου Ιερώνυμου και του λιονταριού (εμείς στο σχολείο μάθαμε την ιστορία με τον  Ανδροκλή), που του έβγαλε ένα αγκάθι, και από τότε έγινε πιστός του σύντροφος. «Το εύρωστο λιοντάρι με την πλούσια χαίτη είναι ήδη σκύλος», καταλήγει ο Μαυρουδής. Στο 14ο αφήγημα βρίσκεται στην τρίτη θέση πριν το τέλος: «Είναι οι σκύλοι Ρωμαίων». Πάλι σε μεταφορική χρήση, για τα λιοντάρια του Μάρκου Αυρήλιου. Στο 16ο  αφήγημα, πάλι σαν μεταφορά, στην 6η θέση πριν το τέλος, ενώ στο 56ο αφήγημα οι σκύλοι είναι πήλινοι (αρχαιοκαπηλία).    
  Ναι, ο σκύλος είναι το θεματικό πρόσχημα για διάφορες ιστορίες που θα ήταν αδύνατον να ενοποιηθούν διαφορετικά. Στο 4ο αφήγημα για παράδειγμα ο Μαυρουδής μιλάει για ένα χωρισμό (να δείτε  την ταινία του Ασγάρ Φαραντί), στον οποίο το δάγκωμα ενός σκύλου αποτέλεσε την πρόφαση της γυναίκας να παρατήσει τον άντρα. Ο δυστυχισμένος δεν μπόρεσε να το κατανοήσει.
  Ο Μαυρουδής τις ιστορίες του τις αγρεύει από την ιστορία, από τη λογοτεχνία, από τη ζωγραφική, από κινηματογραφικές ταινίες, από παραμύθια, αλλά και από σκηνές που συναντάει στην καθημερινή του ζωή.
  Περπατώντας στην Ομόνοια πέφτει πάνω σε δυο σκηνές, ταυτόχρονες και σε εγγύτητα, που τον οδήγησαν σε διαλογισμούς που αποκρυσταλλώθηκαν στο 53ο αφήγημα. «Ένα βρώμικο λυκόσκυλο μύριζε επίμονα το έδαφος…» είναι η μια σκηνή. «Λίγα μέτρα μακριά του, ένας θεατρικός σκηνοθέτης μόλις είχε προμηθευτεί εφημερίδα και διάβαζε με το κεφάλι βαθιά στο δισέλιδο» είναι η άλλη. Μόνο ο Μαυρουδής θα μπορούσε να βρει αναλογίες ανάμεσα σε αυτές τις ολότελα, και όχι μόνο φαινομενικά, άσχετες σκηνές.
  Διαβάζουμε:
  «Ήμουν στο πάνινο καλάθι μου….».
  Είναι η αρχή του 46ου αφηγήματος.
  Και θυμήθηκα.
  Ένα σύντομο διήγημα, επίσης σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, όπου αφηγητής είναι ένας σκύλος. Κάποιος πέρασε και το άφησε στα γραφεία των εκδόσεων mini-book. Όπως μου είπε ο εκδότης ήταν ανώνυμο, χωρίς κανένα στοιχείο, και ο συγγραφέας του δεν ξαναπέρασε ποτέ για να ρωτήσει για την τύχη του, για να διαπραγματευθεί την έκδοσή του. Ο εκδότης που του άρεσε πάρα πολύ το έβαλε σε ένα διαφημιστικό φυλλάδιό του.
  Ήταν όντως εξαιρετικό.
  Προσπάθησα να το διασώσω στην «αθανασία» του διαδικτύου. Δηλαδή για όσο καιρό το Πανελλήνιο Σχολικό Δίκτυο θα διατηρεί την ιστοσελίδα μου.
  Ξεκινάει:
  Αγαπητέ μου φίλε και αφέντη…. (βρίσκεται στην αρχή αρχή, κάτω από την κατηγορία «Κείμενα άλλων»).
  Διαβάζω:
  «Όποιος τρώει ανάλογα με την πείνα του είναι πνευματικά καταδικασμένος».
  Όμως, λέω εγώ, όποιος τρώει περισσότερο από την πείνα του, είναι σωματικά καταδικασμένος.
  Διαβάζω:
  «Αν, αντί για τα Τρία γουρουνάκια, ως παιδαγωγική υποθήκη είχα ακούσει το παραμύθι με…» (σελ. 174).
  Και θυμήθηκα μια παραλλαγή στα Τρία γουρουνάκια που έγραψε ο γιος μου πριν πάει σχολείο, πριν μάθει να γράφει.
  Οξύμωρο;
  Όχι, τα έγραψε στον υπολογιστή. Στον πρώτο υπολογιστή που απόκτησα, 8088, σε περιβάλλον dos, με τον πρώτο μου κειμενογράφο, τον professional write. Υπήρξα καλός δάσκαλος. Τώρα προσπαθώ να εισπράξω την αμοιβή μου, όταν έχω κάποιο πρόβλημα στον υπολογιστή και δεν ξέρω πώς να το λύσω.
  Ναι, ο γιος μου έγινε πολύ καλύτερος από μένα στη χρήση του υπολογιστή, τηρώντας την σπαρτιατική υπόσχεση.
  Διαβάζουμε: (το παραθέτω πλήρες, για την ποιητικότητά του).
  «…μαζί τους ανεβαίναμε κι εμείς, σ’ ένα χρόνο απόλυτα προσωπικό, με την ανησυχία που δημιουργεί η πτήση στα όνειρα. Θεατές και συγχρόνως μέρος του θεάματος, αβαρείς πάνω απ’ τις στέγες και τους λόφους, πετούσαμε όπως οι άγγελοι, οι φαντασιόπληκτοι, και οι ακατανόητες μπλε και πράσινες φιγούρες που διασχίζουν, διστακτικές ή ακίνητες, τους σκοτεινούς ουρανούς του Σαγκάλ» (σελ. 160).
  Και θυμήθηκα τη Μαργαρίτα του Μπουλγκάκοφ, να πετάει πάνω στο σκουπόξυλό της, σαν μάγισσα, ψηλά στους σοβιετικούς ουρανούς. Το μυθιστόρημα του Μπουλγκάκοφ («Ο μαιτρ και η Μαργαρίτα») με παρότρυνε ένθερμα να το διαβάσω μια πολύ όμορφη κοπέλα. Εγώ όμως έτσι κι αλλιώς το είχα στο πρόγραμμα, απλά επέσπευσα. 
  Εξαιρετικός ο Μαυρουδής, ελπίζω να διαβαστεί το βιβλίο του όχι μόνο από τους βιβλιολάτρες αλλά και από τους κυνολάτρες. Και στο παρκάκι στα Καραγιαννέικα, στην καθημερινή μου βόλτα, συναντάω τέτοιους αρκετούς. Για να μην πω ότι είναι οι μόνοι που συναντάω. Τον σκύλο τους, να τον βγάλουν βόλτα, τον εαυτό τους ποτέ. Έτσι έρχονται τα εμφράγματα.
  Τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές βλέπω από την μπαλκονόπορτα μπροστά μου μια δεσποινίδα με το σκυλάκι της να ανεβαίνει την Κλεάρχου (γράφω «δεσποινίδα» κατ’ αναλογία με το «κυρία», και όχι «κοπελιά» ή «κοπέλα»). Αυτό, βιαστικό, τραβάει την αλυσίδα τεντώνοντάς τη, καθώς αυτή δεν βιάζεται. Τώρα πάει, χάθηκαν. Καιρός να βάλω κι εγώ την τελευταία τελεία, μια και κοντεύουμε να συμπληρώσουμε τις τρεις σελίδες.

Μπάμπης Δερμιτζάκης


   
 
 
    
Post a Comment