Book review, movie criticism

Monday, December 2, 2013

Δημήτρης Μητρόπουλος, Κρυφή Ναταλία



Δημήτρης Μητρόπουλος, Κρυφή Ναταλία, Καστανιώτης 1994, σελ. 139

  Είναι καιρός που έχω σταματήσει να αγοράζω βιβλία, αφενός λόγω κρίσης και αφετέρου γιατί έχω ένα σωρό αδιάβαστα. Οι εξαιρέσεις είναι ελάχιστες. Ή μάλλον είναι τρία βιβλία όλα κι όλα. Το πρώτο είναι οι «Πενήντα αποχρώσεις του γκρι». Όλος ο κόσμος (οι γυναίκες δηλαδή) μιλούσαν γι’ αυτό, και είχα μια φιλολογική περιέργεια. Την ικανοποίησα. Το δεύτερο είναι το «Όταν ο θεός κοιμόταν» του Τζεμίλ Τουράν, το οποίο παρουσιάσαμε προχθές. Όχι μόνο γιατί ο Τουράν είναι καλός συγγραφέας και τα θέματα που πραγματεύεται με ενδιαφέρουν, αλλά και από σεβασμό για τον Κούρδο αγωνιστή που πάλεψε για την ελευθερία της πατρίδας του και γνώρισε τα βασανιστήρια στις τουρκικές φυλακές. Το τρίτο το αγόρασα σε ένα παζάρι βιβλίου, περαστικός. Μικρό, φτηνό, είπα θα το αγοράσω, να μη φύγω έτσι, χωρίς να πάρω τίποτα.
  Η «Κρυφή Ναταλία» είναι το πρώτο βιβλίο του δημοσιογράφου Δημήτρη Μητρόπουλου. Ακολούθησαν άλλα δύο.
  Το βιβλίο, κάτω από τον τίτλο, γράφει «διηγήματα», όμως μόνο μορφολογικά θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως τέτοια τα κείμενα του βιβλίου. Στην πραγματικότητα είναι περίπου ημερολογιακές καταγραφές του νεαρού συγγραφέα στις οποίες αφηγείται επεισόδια, όχι υποχρεωτικά τα χθεσινά, κάποια από αυτά συνειρμικά, δηλαδή με χαλαρή σύνδεση μεταξύ τους. Δεν διαθέτουν το αριστοτελικό «σπουδαία και τελεία» που χαρακτηρίζει όχι μόνο την τραγωδία αλλά και σχεδόν κάθε αφήγηση. Βέβαια πολλοί σύγχρονοι συγγραφείς ξεφεύγουν από αυτό τον προκρούστη, όπως π.χ. με το ανοιχτό τέλος («Το μαγικό βουνό», «Το διπλό βιβλίο»), ή με την αφήγηση μικρών, καθημερινών επεισοδίων, δηλαδή καθόλου σπουδαίων, στα οποία θα μπορούσε ο μέσος άνθρωπος να πρωταγωνιστήσει.   
  Μινιμαλιστικά αν θέλετε, τα διηγήματα αυτά αποτελούν έκφραση της ποιητικής του ελάχιστου, όπως την όρισε εύστοχα ο Γιώργος Καραμπελιάς στο βιβλίο του «Από το μέγιστο στο ελάχιστο» στο οποίο, όπως υποστηρίζει, οδεύει η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Τέτοια, θυμάμαι, είναι και τα διηγήματα της Αγγέλας Καστρινάκη «Οι εκδοχές της Πηνελόπης» και «Τα όρια της ζεστασιάς», και φυσικά θα υπάρχουν και αρκετά άλλα που δεν θυμάμαι αυτή τη στιγμή ή που δεν έχω υπόψη μου. Ο ημερολογιακός τους χαρακτήρας φαίνεται απροκάλυπτα στο «Η μόνωση είναι αρρώστια…», όπου βλέπουμε κανονικές ημερολογιακές σημειώσεις. Η καταγραφή της Τρίτης, 8 Μαρτίου, τελειώνει ως εξής:
  «Το ημερολόγιο είναι η λογοτεχνία των κενών, συνοδευόμενη από ένα αίσθημα ζωής που παγιώνεται-όπως παγώνει γύρω σου ένα ποτάμι. Η μόνωση είναι αρρώστια» (σελ. 108).
  Όχι η μόνωση, η απομόνωση. Ο Προυστ είχε μονώσει το δωμάτιό του όπου έγραφε το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» για να μην ενοχλείται από τους εξωτερικούς θορύβους.
  Ο αυτοβιογραφικός χαρακτήρας των διηγημάτων αυτών δεν κρύβεται καθώς ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής ονομάζεται Δημήτρης. Σ’ αυτά κυριαρχούν οι γυναίκες. Στο «Τόξο», το πρώτο διήγημα, ο Δημήτρης μας μιλάει για την Αλεξάνδρα, η οποία θα κάνει ξανά και ξανά την εμφάνισή της. Στο δεύτερο, το «Dinner party», υπάρχουν πολλές γυναίκες, με πρώτη την Αμαλία να εμφανίζεται στη σκηνή. Στο τρίτο, «Για τη σταδιακή αποσύνθεση της αθηναϊκής ζωής», πρωταγωνιστεί η Ιωάννα. Μόνο στο τέταρτο εμφανίζεται η γυναίκα στον τίτλο, που δίνει και το όνομα στη συλλογή: Ναταλία.
  Η Δημήτρης ερωτεύεται συχνά, και βέβαια δεν βρίσκει πάντα ανταπόκριση. Ο ματαιωμένος έρωτας είναι εκείνος που φουντώνει, οδηγώντας κάποιες φορές στην αυτοκτονία. Ένας λογοτέχνης όμως «μετουσιώνει» (ναι, αυτός είναι ο όρος της ψυχανάλυσης) τον ματαιωμένο αυτό έρωτα σε ένα θαυμάσιο λογοτεχνικό έργο, πράγμα που λειτουργεί θεραπευτικά πάνω του. Δεν είναι νομίζω τυχαίο που το πιο ωραίο διήγημα της συλλογής (να μη λέω συνέχεια κατά τη γνώμη μου), το τελευταίο, που έχει τίτλο «Χειμωνιάτικο παραμύθι», αναφέρεται σε έναν τέτοιο ματαιωμένο έρωτα, για μια Έλενα (Κι αυτή ένα πουκάμισο αδειανό). Σε μια προσπάθεια υπέρβασης του έρωτα αυτού λέγει αποφθεγματικά: «…η ουσία μιας ερωτικής επιλογής δεν βρίσκεται τόσο στην άδηλη γεωμετρία ενός γυναικείου προσώπου, όσο σε αυτά που εκείνος που το κοιτάζει προβάλλει επάνω του. Η επιλογή αυτή μου επέτρεπε να συμπεράνω ότι ουδείς αναντικατάστατος» (σελ. 125).
  Αμάν πια αυτή η κυριαρχία του αρσενικού γένους, γραμματικού και μη, ακόμη και στα αποφθέγματα! Ο Δημήτρης ήθελε να πει «ουδεμία αναντικατάστατη».
  Διαβάζουμε:
  «Κοιτάζω την Ιζαμπέλ που με ενδιαφέρει περισσότερο [αυτή βρίσκεται στο επόμενο διήγημα, μετά τη Ναταλία]. Λογικά, θα πρέπει να πλησιάζει τα σαράντα, και όμως εξακολουθεί να είναι ελκυστική» (σελ. 61).
  Αυτό το «και όμως» είναι αρκετό για να του βγάλουν τα μάτια όλες οι σαραντάρες.
  Όχι όλες. Υπάρχει και εκείνη η ωραία ηθοποιός, μούσα του Μπέργκμαν, η Λιβ Ούλμαν, που στα σαράντα της πρωταγωνίστησε στα «40 καράτια» του Μίλτον Κατσέλας. Δεν ήταν απλά ελκυστική αλλά πολύ ωραία γυναίκα, για να την ερωτευθεί ο εικοσιπεντάρης νεαρός, κατά το σενάριο πάντα.
  Αυτά με τον Δημήτρη Μητρόπουλο, που για να τον ψάξεις στο google πρέπει να βάλεις και «δημοσιογράφος», για να μη σου βγουν κατεβατά για τον αρχιμουσικό. Πολύ μας άρεσε η «Κρυφή Ναταλία».
 
Post a Comment