Book review, movie criticism

Sunday, May 14, 2017

Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Ο παίχτης, Το υπόγειο, Ο σωσίας, Νιέτοτσκα Νιεσβάνοβα, Οι φτωχοί, Το όνειρο ενός γελοίου, Η σπιτονοικοκυρά, Εγώ ο Ντοστογιέφσκι

Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Ο παίχτης, Το υπόγειο, Ο σωσίας, Νιέτοτσκα Νιεσβάνοβα, Οι φτωχοί, Το όνειρο ενός γελοίου, Η σπιτονοικοκυρά, Εγώ ο Ντοστογιέφσκι   


Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Ο παίχτης, Γράμματα 1991, μετ. Όλγα Αγγελίδη

  Το βιβλίο το είχα αγοράσει πριν λίγα χρόνια, προσφορά της «Πρωτοπορίας», 3 ευρώ. Το πήρα μαζί μου τώρα στο ταξίδι στην Κρήτη, να το διαβάσω στο πλοίο. Δεν διάβασα παρά ελάχιστες σελίδες. Ήμουν τόσο κουρασμένος που το έριξα στον ύπνο μόλις έφτασα στο πλοίο. Με ξύπνησαν τα μεγάφωνα στις 12 η ώρα (ταξίδευα με το ημερήσιο), που ανάγγειλαν ότι το εστιατόριο είναι έτοιμο να υποδεχθεί το κοινό. Πήγα, έφαγα, γύρισα, διάβασα λίγες σελίδες και ξανακοιμήθηκα, κοντά στις μία. Με ξύπνησε η τηλεόραση κατά τις 4, καθώς ξεκινούσε μια ελληνική κωμωδία της δεκαετίας του 60. Κάθισα και την είδα. Έτσι το βιβλίο το διάβασα σχεδόν όλο την επομένη στην Κρήτη.
  Πριν δυο χρόνια, μετά από δεκαετίες, ξαναδιάβασα Ντοστογιέφσκι, τον Αιώνιο σύζυγο, και έμεινα έκπληκτος μπροστά στον μεγάλο συγγραφέα, που μπορεί και συναρπάζει με ένα έργο που δεν θεωρείται από τα πρώτα του. Στον Παίχτη συνάντησα πάλι τον μεγάλο συγγραφέα, που μου έκανε όμως μια εντελώς διαφορετική εντύπωση. Τον έγραψε το 1866, πιθανότατα μόλις άρχισε να γίνεται χαρτοπαίχτης, γιατί περιγράφει τον εθισμό με πολύ παραστατικό τρόπο-όχι στα χαρτιά αλλά στη ρουλέτα. Αυτό που με συνάρπασε σε αυτό το μυθιστόρημα είναι η απολαυστική του σάτιρα, που μου θύμισε περισσότερο τον Γκόγκολ και τις Νεκρές ψυχές παρά τον Ντοστογιέφσκι που ήξερα μέχρι τότε.
  Ένας απόστρατος Ρώσος στρατηγός έχει πάει σε μια γερμανική λουτρόπολη με τις κόρες του, τη φιλενάδα του, μια κατά πολύ νεότερή του courtesan, με την οποία ετοιμάζεται να παντρευτεί, τις τρεις κόρες του και τον νεαρό δάσκαλο, τον «ουτσίτελ», λέξη με συνδηλώσεις περιφρόνησης, και ο οποίος αφηγείται την ιστορία.
  Ο ουτσίτελ, ο δασκαλάκος, είναι ερωτευμένος με την Παυλίνα, τη μεγάλη κόρη, πλατωνικά, με την γνωστή αυτοταπείνωση που μας είναι γνωστή από τα μεταγενέστερα έργα του Ντοστογιέφσκι. Ο στρατηγός βρίσκεται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, και κάθε τρεις και μια στέλνει τηλεγράφημα να δει αν πέθανε η θεία του, την οποία περιμένει να κληρονομήσει για να ξεπληρώσει τα χρέη του, αλλιώς χάνει όλη του την περιουσία την οποία έχει υποθηκευμένη. Και κάποια στιγμή αρχίζουν τα απολαυστικά επεισόδια. Καταφτάνει η γιαγιά, μισοπαράλυτη που την κουβαλάνε πάνω σε μια πολυθρόνα. Έχει μάθει για τα τηλεγραφήματα και του δηλώνει κατηγορηματικά ότι δεν θα του δώσει πεντάρα. Δελεάζεται από τη ρουλέτα, κερδίζει αρχικά, αλλά στη συνέχεια χάνει όσα χρήματα κουβαλάει μαζί της, ενώ μάταια ο ουτσίτελ και οι άλλοι, με την παράκληση του στρατηγού, προσπαθούν να την πείσουν να πάψει πια να παίζει. Κάθε καπίκι που χάνει, ο στρατηγός το νιώθει σαν προσωπική απώλεια.
  Όμως ας μιλήσουμε για αυτά που μου έκαναν εντύπωση στο μυθιστόρημα.
  Κατ’ αρχήν μια θεματική του fin de siecle: Η Μπλανς, η μνηστή του στρατηγού, δεν είναι παρά μια από τις νεαρές κοπέλες που συντηρούν πλούσιοι αριστοκράτες, μια Μανών Λεσκώ αλλά χωρίς τον ντε Γκριέ. Ή μάλλον υπάρχει ο ντε Γκριέ, ο οποίος όμως δεν είναι παρά ο δανειστής του στρατηγού. Σίγουρα ο Ντοστογιέφσκι θα είχε υπόψη του το μυθιστόρημα του αββά Πρεβώ, που ξέφυγε από τη λήθη  χάρη στις όπερες του Πουτσίνι (Μανόν Λεσκώ) και του Μασνέ (Μανόν). Και η Μαργαρίτα Γκωτιέ, επίσης μια courtesan, η Κυρία με τας καμελίας του Αλέξανδρου Δουμά υιού, έμεινε κι αυτή στην ιστορία χάρη στην Τραβιάτα του Βέρντι. Ο Ζολά βέβαια παρουσίασε τη μη ρομαντική εκδοχή αυτού του τύπου γυναίκας με τη Νανά. Πάντως θα πρέπει να υπήρχαν αρκετές γυναίκες αυτού του τύπου για να ασχοληθεί μαζί τους η λογοτεχνία. Φαντάζομαι θα γράφηκαν και άλλα παρόμοια έργα που δεν έχω υπόψη μου.
  Το δεύτερο πράγμα που μου προξένησε εντύπωση, και που συνάντησα και στον Θαλασσόλυκο του Τζακ Λόντον, για τον οποίο θα γράψουμε επίσης δυο λογάκια μόλις τον τελειώσουμε, είναι για τα χρυσά νομίσματα που κυκλοφορούσαν όπως όλα τα άλλα κέρματα.
  Και το τελευταίο: Η συχνή αναφορά στα εθνικά στερεότυπα, που μελετάει η Imagologie. Ο Άγγλος είναι τέτοιος τύπος, ο Γάλλος τέτοιος, ο Γερμανός τέτοιος και ο Ρώσος τέτοιος.
  (Αφηγείται ο ουτσίτελ) «Όπως όλοι οι Γάλλοι, ο Ντε Γκριέ ήταν ευχάριστος κι ευγενικός από συμφέρον και ανάγκη, και ανυπόφορα πληκτικός όταν η ανάγκη έπαυε να υπάρχει. Ο Γάλλος σπάνια είναι αξιαγάπητος από φυσικού του. Γίνεται τέτοιος κατά παραγγελία ή από υπολογισμό. Αν δει, λόγου χάρη, ότι είναι ανάγκη να παραστήσει τον εκκεντρικό, τον πρωτότυπο και ασυνήθιστο, τότε η εκκεντρικότητά του γίνεται τρομερά ανόητη και αφύσικη και παίρνει μορφές από παλιά αποδεκτές, μα από καιρό φθαρμένες και εκχυδαϊσμένες…» (σελ. 61).
  Και κάπου αλλού, αφού μιλάει πιο πριν πάλι για τους Γάλλους: «…οι περισσότεροι Άγγλοι είναι απότομοι και τραχείς, ενώ οι Ρώσοι έχουν μια πολύ λεπτή αίσθηση της ομορφιάς, που την αγαπούν άλλωστε πολύ» (σελ. 187). Και πιο κάτω: «…όλοι οι Ρώσοι έτσι είναι φτιαγμένοι, ή έχουν την τάση να γίνουν έτσι. Αν δεν είναι η ρουλέτα, θα ’ναι κάτι παραπλήσιο» (σελ. 189).
  Ο ήρωάς μας τελικά θα κατακτήσει την Παυλίνα-για μια βραδιά. Να πως την αφηγείται ο Ντοστογιέφσκι εκείνη τη βραδιά.
  «Και πάλι μ’ αγκάλιαζε, με φιλούσε, ακουμπούσε με τρυφερότητα το πρόσωπό της στο δικό μου. Δεν σκεφτόμουν πια ούτε άκουγα τίποτα. Το κεφάλι μου γύριζε…
  Πρέπει να ήταν εφτά το πρωί όταν συνήλθα πάλι. Ο ήλιος φώτιζε το δωμάτιο…» (σελ. 158).
  Το πώς πέρασαν τη νύχτα είναι ένα απόλυτο αφηγηματικό κενό. Ή μάλλον όχι εντελώς, υπάρχουν οι τρεις τελείες. Για ένα σύγχρονο συγγραφέα, το σημείο αυτό της αφήγησης θα ήταν το πιο αβανταδόρικο. Αλλά άλλοι καιροί, άλλα ήθη.
  Θα τελειώσω με κάτι που με ενδιαφέρει ως αφηγηματολόγο. Ο χρόνος της αφήγησης, ειδικά στα μυθιστορήματα του δέκατου ένατου αιώνα, είναι συνήθως μεταγενέστερος από το χρόνο της ιστορίας. Εδώ έχουμε δυο αφηγηματικούς χρόνους. Ο πρώτος είναι εμβόλιμος στην ιστορία, αφού διαδραματισθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος της. Ο δεύτερος ακολουθεί σχεδόν αμέσως το τέλος της ιστορίας, στο τελευταίο κεφάλαιο το οποίο ξεκινάει ως εξής: «Είναι κοντά ένας χρόνος κι οχτώ μήνες που δεν έριξα ούτε μια ματιά στις σημειώσεις αυτές, και μόνο τώρα, μες στη θλίψη και τη μιζέρια μου, έτυχε να τις ξαναδιαβάσω και να διασκεδάσω λιγάκι» (σελ. 179). Σε περίληψη παραθέτει τι συνέβη στους μήνες αυτούς, για να εστιάσει στην συνάντηση που είχε μόλις πριν λίγο με τον Άστλυ, ο οποίος ανάμεσα στα άλλα του λέει: «Ναι, δυστυχισμένε, σας αγαπούσε, τώρα μπορώ να σας το φανερώσω, γιατί είστε ξοφλημένος πια! Κι έπειτα, ακόμη κι αν σας πω ότι εξακολουθεί να σας αγαπάει, εσείς πάλι εδώ θα μείνετε. Ναι, καταστρέψατε τον εαυτό σας…πάρτε δέκα λουδοβίκια, δεν σας δίνω περισσότερα γιατί σίγουρα θα τα χάσετε» (σελ. 189).
  Το έργο τελειώνει στην επόμενη σελίδα, με τον ουτσίτελ να ετοιμάζεται να πάει να παίξει αυτά τα δέκα λουδοβίκια, με την ελπίδα να κερδίσει και να προσπαθήσει να κατακτήσει ξανά τη γυναίκα που αγαπάει και τον αγαπάει.
  Θα τα καταφέρει;
  Δεν θα το μάθουμε ποτέ. Άτομα με αφηγηματικές προσδοκίες δημιουργημένες από την παραλογοτεχνία και τον κινηματογράφο θα απογοητευτούν. Όχι όμως και οι ρομαν-φιλ (κατά το σινεφίλ), που βλέπουν το μυθιστόρημα όπως ο Roman Jakobson, σαν μια μεγάλη μετωνυμία της πραγματικότητας, ή αλλιώς σαν μια φέτα ζωής.

Φ. Νοτοστογιέφσκι, Το υπόγειο, μετ. Γιώργη Σημηριώτη, Αθήνα χχ, εκδόσεις Σ. Δαρεμά.

  Τον Ντοστογιέφσκι τον ανακάλυψα όταν ήμουν μαθητής δευτέρας γυμνασίου, και ήταν ο αγαπημένος μου συγγραφέας σε όλα τα γυμνασιακά μου χρόνια. Το πρώτο βιβλίο που διάβασα και με ενθουσίασε ήταν ο Ηλίθιος. Από τότε κάθε μέρα που σχόλαγα, αντί να ξεκινάω με το ποδήλατό μου για το χωριό μου (Κάτω Χωριό, επτά χιλιόμετρα βόρεια της Ιεράπετρας), κατέβαινα πρώτα στο βιβλιοπωλείο της κας Αεράκη, μιας μαυροντυμένης χήρας. Βρισκόταν στην άκρη της πλατείας, περίπου απέναντι από τα ουρητήρια που τα επιτηρούσε η κουτσο-Μαρία, με μόνιμη συντροφιά ένα γλάρο. Στη θέση αυτή είναι σήμερα το δημαρχείο.
  Τα βιβλία έρχονταν στο βιβλιοπωλείο όπως έρχονται σήμερα τα περιοδικά στα περίπτερα. Κάθε εβδομάδα περίπου υπήρχε και καινούρια παραλαβή. Ήταν αραδιασμένα σε πάγκους. Έβλεπα λοιπόν τι καινούρια έρχονταν, και χάζευα τα παλιά, που κάποια θα ήθελα να μπορούσα να τα αγοράσω. Μόλις μάζευα δέκα δραχμές χαρτζιλίκι έτρεχα να αγοράσω ένα βιβλίο. Έτσι αγόρασα τα έργα του Σαίξπηρ, σε πεζή απόδοση. Για τον Ντοστογιέφσκι και για τον Νίτσε έπρεπε να περιμένω μέχρι το δεκάρικο να γίνει εικοσάρικο ή τριάντα δραχμές.  
  Ένα από τα βιβλία που αγόρασα τότε ήταν και το Υπόγειο του Ντοστογιέφσκι. Ήταν από τα πρώτα πρώτα, γιατί στο εξώφυλλο βλέπω γραμμένο τον αριθμό 3. Κάποια στιγμή άρχισα να τα γράφω σε κατάλογο, όχι ακριβώς με τη σειρά που τα είχα αγοράσει γιατί δεν θυμόμουνα, και στο εξώφυλλο έγραφα τον αριθμό που είχαν στον κατάλογο. Τον αριθμό 1, θυμάμαι, τον είχε η Πείνα του Κνουτ Χάμσουν.
  Και ενώ ρούφηξα κυριολεκτικά τα υπόλοιπα βιβλία του Ντοστογιέφσκι (Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων, Δαιμονισμένοι, Έγκλημα και Τιμωρία και Αδελφοί Καραμάζωφ), στο Υπόγειο κόλλησα. Δεν πρέπει να διάβασα πάνω από τρεις σελίδες και το παράτησα. Το είχα όμως έγνοια να το διαβάσω κάποια στιγμή. Δόθηκε τώρα η ευκαιρία, γιατί διάβασα κάτι γι αυτό, νομίζω στο βιβλίο του Ερνέστο Σάμπαντο Ο συγγραφέας και η καταστροφή, που είναι η προ-προηγούμενη ανάρτηση στο blog μου. Πριν λίγες μέρες είχα διαβάσει και τον Παίχτη. Αποφάσισα λοιπόν να το διαβάσω.
  Η νουβέλα αυτή χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος είναι ακριβώς 32 σελίδες. Το δεύτερο 64.
  Η αφήγηση είναι εγκιβωτισμένη. Ο συγγραφέας ακολουθεί μια σύμβαση της εποχής, τη σύμβαση της εύρεσης χειρογράφων. Ένας ανώνυμος αφηγητής, στις δυο πρώτες σελίδες μας δίνει κάποια βιογραφικά στοιχεία του Ορντίνοφ, ενώ στη συνέχεια θα μας παραδώσει τα χειρόγραφά του που, όπως μας λέει, τα αγόρασε από τον υπηρέτη του μετά το θάνατό του.   
  Τώρα, σ’ αυτή την πρώτη ανάγνωση του έργου που θα έπρεπε να είχε γίνει πριν 45 χρόνια, κατάλαβα τι ήταν αυτό που δεν μου άρεσε και με έκανε να το παρατήσω αμέσως από την αρχή.
  Το πρώτο μέρος είναι μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση με τα χαρακτηριστικά του εσωτερικού μονόλογου, παρόλο που υπάρχει ο αποδέκτης της αφήγησης, ο δυνητικός αναγνώστης. Ο Ορντίνοφ δεν αφηγείται σ’ αυτό μια ιστορία αλλά καταγράφει ένα χείμαρρο σκέψεων και αισθημάτων.
  Αυτό ήταν που με ενόχλησε. Και με ενόχλησε και για δεύτερη φορά. Εγώ ήθελα να διαβάσω μια ιστορία, και όχι τις σκέψεις και τα αισθήματα ενός ανθρώπου. Διάβαζα πιέζοντας τον εαυτό μου και τον έπιανα συχνά να αφαιρείται. Ο δοκιμιακός χαρακτήρας που έχει ένα μεγάλο τμήμα με ξένιζε, όπως μας ξενίζει ένα δοκίμιο που δεν συμφωνούμε με τις ιδέες του. Και γιατί να με ενδιαφέρουν τα αισθήματα ενός ατόμου που ακόμη δεν το είδα να εμπλέκεται σε δράση;
  Πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν το πρώτο αυτό μέρος ήταν κατακερματισμένο μέσα στο δεύτερο. Τότε πραγματικά θα με ενδιέφερε η ανάγνωσή του, όπως μας ενδιαφέρει να διαβάζουμε για τις σκέψεις και τα αισθήματα ενός προσώπου που έχει εμπλακεί σε μια δράση με το συνακόλουθο σασπένς. Οι σκέψεις και τα αισθήματα ενός ήρωα μας ενδιαφέρουν γιατί φωτίζουν την προσωπικότητά του και ρίχνουν φως στις πράξεις του. Αυτό γίνεται σχεδόν σε κάθε μυθιστόρημα. Όμως αυτός ο χείμαρρος εξομολογήσεων των 32 σελίδων στην αρχή του έργου, και μόνο με την έκτασή του κουράζει.
  Κουράζει τον απλό αναγνώστη, κι εγώ έχω τη συνήθεια να διαβάζω σαν απλός αναγνώστης. Ένας μελετητής που θέλει να γράψει μια μονογραφία για τον Ντοστογιέφσκι ή για το συγκεκριμένο έργο, θα το διαβάσει βέβαια με τη δέουσα προσήλωση. Όμως ο απλός αναγνώστης δεν έχει το δικό του ειδικό ενδιαφέρον, και όταν διαβάζει ένα μυθιστόρημα έχει την τάση να είναι ανυπόμονος.
  Ο ήρωας ξεκινάει την αφήγησή του με έναν αυτοχαρακτηρισμό: «Είμαι άρρωστος… Είμαι κακός… Δεν είμαι διόλου ευχάριστος». Λίγο πιο κάτω μαθαίνουμε ότι είναι σαράντα χρονών. Κάπου προς το τέλος λέει «Θα νομίζετε ίσως, κύριοι, πως είμαι τρελός» (σελ. 33). Σίγουρα, αφού αυτή την εντύπωση θέλει ο Ντοστογιέφσκι να σχηματίσουμε για τον ήρωά του, εντύπωση που θα μας ενισχυθεί όταν διαβάσουμε παρακάτω: «αν πίστευα ο ίδιος και τόσο δα σε ό, τι έγραψα! Σας ορκίζομαι κύριοι, πως δεν πιστεύω ούτε σε μια, μα ούτε σε μια λέξη» (σελ. 37).
  Έχει ειπωθεί ότι ο Ντοστογιέφσκι προλαβαίνει την ψυχανάλυση. Πριν λίγους μήνες, μιλώντας με τον Μανόλη τον Πρατικάκη, τον είδα να εκφράζεται με απερίγραπτο ενθουσιασμό για τη νουβέλα του «Ο σωσίας». Μου έλεγε ότι ο Ντοστογιέφσκι περιγράφει με καταπληκτική ακρίβεια ένα ψυχωσικό σύμπτωμα, το σύμπτωμα του διπλού προσώπου. Τελικά σε κάποια λογοτεχνήματα ο επαρκής αναγνώστης δεν είναι ο απλά καλλιεργημένος αλλά ο ειδικός. Και ο Πρατικάκης, με την ιδιότητα του ψυχίατρου, είναι αρκετά  ειδικός ώστε να εκτιμήσει αυτή τη νουβέλα στο βάθος της.
  Να παραθέσω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από την προτελευταία σελίδα.
  «Στις αναμνήσεις κάθε ανθρώπου υπάρχουν πράγματα που δεν τα εμπιστεύεται σ’ όλο τον κόσμο, μα μόνο στους φίλους του. Υπάρχουν άλλα που δεν τα εμπιστεύεται στους φίλους του, και μόλις τα λέγει στον εαυτό του κι αυτό στα κρυφά. Και τέλος υπάρχουν κι εκείνα που ο άνθρωπος φοβάται να τα ομολογήσει στον ίδιο του τον εαυτό κι αυτού του είδους τα πράγματα μαζεύονται σε αρκετά μεγάλη ποσότητα σε κάθε άνθρωπο καθώς πρέπει. Όσο μάλιστα είναι πιο καθώς πρέπει ο άνθρωπος, τόσο και περισσότερα πρέπει νάχει απ’ αυτά τα πράγματα» (σελ. 39, η υπογράμμιση δική μας). Με τα λόγια αυτά περιγράφεται ο άνθρωπος που έχει ισχυρές απωθήσεις και ανεπτυγμένο υπερεγώ.
  Μπορεί να με κούρασε υπερβολικά η ανάγνωση του πρώτου μέρους, όμως η ανάγνωση του δεύτερου με αποζημίωσε με το παραπάνω. Ο ήρωας είναι διπλοτυπία των τυπικών ηρώων του Ντοστογιέφσκι, και, όπως διαβάζω στο δοκίμιο του Κωστή Παπαγιώργη Ντοστογιέφσκι, για το οποίο θα γράψουμε επίσης δυο λογάκια, είναι επίσης διπλοτυπία του εαυτού του, όταν δέχτηκε ένα σωρό ταπεινώσεις στα λογοτεχνικά σαλόνια που σύχναζε, όπου δεν μπορούσαν να του συγχωρήσουν το ταλέντο του, διαισθανόμενοι πως κάποτε θα τους επισκίαζε. Η διπλοτυπία αυτή βέβαια δίνεται σε μια ακραία μορφή, όμως όπως στην καρικατούρα και στον εξπρεσιονισμό, με την παραμόρφωση αποκαλύπτονται καλύτερα τα ουσιώδη χαρακτηριστικά.
  Ο ήρωας ταπεινώνεται, και ταπεινωμένος καταδιώκει αυτούς που τον ταπείνωσαν, σε μια μαζοχιστική αναζήτηση μιας παραπέρα ταπείνωσης. Στο πορνείο που θα τους καταδιώξει θα συναντήσει τη Λίζα. Θα της μιλήσει με λόγια συγκινητικά και θα της ζητήσει να τον επισκεφτεί στο σπίτι του. Το μετανιώνει σχεδόν αμέσως και τρέμει τον ερχομό της.
  Μετά από τρεις μέρες θα έλθει. Τώρα η συμπεριφορά του αλλάζει. Την ταπεινώνει σε μια τιράδα μιάμισης σελίδας, στην οποία υπάρχει ένας ακόμη αυτοχαρακτηρισμός: «Λοιπόν εγώ ξέρω πως είμαι τιποτένιος, άνανδρος, εγωιστής και τεμπέλης. Εδώ και τρεις μέρες έτρεμα μήπως έλθεις» (σελ. 107).  
  Το αποτέλεσμα ήταν μια έκπληξη γι αυτόν.
  «Και να τι συνέβηκε: Η Λίζα προσβλημένη και εξευτελισμένη έτσι από μένα κατάλαβε πολύ περισσότερο παρ’ ότι περίμενα. Κατάλαβε απ’ όλα αυτά εκείνο που μια γυναίκα πρώτα-πρώτα καταλαβαίνει, όταν αγαπά ειλικρινά: πως ήμουν δυστυχισμένος» (σελ.108).
  Και η συνέχεια;
  «Μ’ έσφιξε στην αγκαλιά της παράφορα.
  Ύστερα από ένα τέταρτο ανεβοκατέβαινα στο δωμάτιό μου ξαναμμένος…» (σελ. 109).
  Τι συνέβη σ’ αυτό το αφηγηματικό κενό του ενός τετάρτου;
  Το ίδιο που συνέβη και στον Παίχτη, την προτελευταία μας ανάρτηση, και δίνεται με τρεις τελίτσες. Έκαναν έρωτα.
  Τα  αισθήματα βέβαια του ήρωα είναι αμφιθυμικά. Θα τη διώξει αφού της βάλει στο χέρι ένα χαρτονόμισμα, για να την ταπεινώσει. «Από κακία». Όμως αμέσως μετά θα μετανιώσει και θα τη φωνάξει. Αυτή όμως θα κλείσει την εξώπορτα χωρίς να απαντήσει. Γυρνώντας πίσω θα ανακαλύψει το χαρτονόμισμα που της έδωσε πεταμένο πάνω στο τραπέζι. Θα τρέξει πάλι πίσω της, αλλά στα «διακόσια βήματα απάνω κάτω ως τη γωνιά του δρόμου σταμάτησα. Πού πήγε; Γιατί έτρεξα ξοπίσω της;
  Γιατί; Για να πέσω γονατιστός μπροστά της να κλάψω από μετάνοια, να φιλήσω τα πόδια της, να την ικετέψω να με συγχωρέσει!... Μα γιατί; σκέφτηκα. Μήπως δεν θα τη μισήσω αύριο πάλι, επειδή σήμερα θα της φιλήσω τα πόδια; Θα της δώσω την ευτυχία; Μήπως δε μου δόθηκε η ευκαιρία να εκτιμήσω σήμερα ακόμα το τι αξίζω, για εκατοστή φορά; Μήπως δεν θα τη βασανίσω;» (σελ. 112).
  Θα γυρίσει πίσω. Δεν θα την ξαναδεί. Θέλοντας μαζοχιστικά να αυτοβασανίζεται θα αναρωτηθεί: «τι είναι προτιμότερο: η μέτρια ευτυχία ή οι υψηλοί πόνοι;» (σελ 112).
  Οι τελευταίες σελίδες είναι από τις πιο ωραίες που έγραψε ο Ντοστογιέφσκι.   
  Δεν ξέρω, για εκείνους που θα νιώσουν την ίδια ανυπομονησία που ένιωσα κι εγώ διαβάζοντας τις πρώτες σελίδες, ίσως θα ήταν καλύτερα να διαβάσουν πρώτα το δεύτερο μέρος. Μετά θα διάβαζαν το πρώτο μέρος με άλλο μάτι, σίγουρα με ενδιαφέρον. Αυτή τη συμβουλή έχω να δώσω, εγώ ο τέως σχολικός σύμβουλος (τέως εξ αιτίας αυτού του blog).

Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Ο σωσίας, μετ. Βασίλης Τομανάς, Θεσσαλονίκη 2002, εκδ. Νησίδες, σελ. 169.

  Ο Μανώλης ο Πρατικάκης μου μίλησε με ενθουσιασμό γι αυτό το βιβλίο. Το να μιλάνε οι μελετητές του Ντοστογιέφσκι για την διεισδυτικότητά του στον ανθρώπινο ψυχισμό («βαθύς ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής» γράφεται στο οπισθόφυλλο), το να θεωρείται από πολλούς ως πρόδρομος της ψυχανάλυσης είναι άλλο πράγμα, και άλλο πράγμα ένας ψυχίατρος, παρεμπιπτόντως και ποιητής βραβευμένος με κρατικό βραβείο ποίησης, να σου λέει ότι ο Ντοστογιέφσκι σ’ αυτό το έργο περιγράφει με καταπληκτική ακρίβεια ένα ψυχοπαθολογικό σύνδρομο, το σύνδρομο του σωσία. Έτσι, όταν βρήκα το βιβλίο στην Πρωτοπορία, και μάλιστα σε προσφορά (3.90 ευρώ), το αγόρασα. Έμεινε και αυτό για κάμποσο καιρό στο «ράφι των τύψεων», ή μάλλον σε ένα από τα ράφια των τύψεων, αυτό που ήταν συνεχώς μπροστά στα μάτια μου, και προχθές το ανέσυρα. Σήμερα το τέλειωσα.
  Το έργο, διαβάζω στο οπισθόφυλλο, το έγραψε ο Ντοστογιέφσκι το 1846, σε ηλικία 25 χρόνων. Στο οπισθόφυλλο επίσης διαβάζω ότι «περιέχει εν σπέρματι τις αρετές που φανερώνονται στα πασίγνωστα, μεταγενέστερα μυθιστορήματά του: Έγκλημα και τιμωρία, Δαιμονισμένοι, Αδελφοί Καραμάζωφ». Εμένα περισσότερο μου θυμίζει το «Υπόγειο», που διάβασα πρόσφατα, και τους «Ταπεινωμένους και καταφρονεμένους», που διάβασα έφηβος. Είναι χαρακτηριστική η παριολατρεία του, την οποία συμμερίζονται και κάποιοι έλληνες συγγραφείς στους οποίους αναφέρομαι στο διδακτορικό μου (κυρίως Παύλος Μάτεσις και Γιώργος Σκούρτης). Αν και ο ήρωας, ο Γιάκοβ Πέτροβιτς Γκολιάτκιν, δεν είναι ακριβώς παρίας, είναι δημόσιος υπάλληλος, όμως ο ταραγμένος ψυχισμός του που τον οδηγεί σε ενέργειες με τις οποίες γελοιοποιείται συνεχώς τον κατατάσσει στην κατηγορία του παρία.  
  Ένας εικοσιπεντάχρονος συγγραφέας δεν ήταν δυνατόν παρά να μιμηθεί τον κορυφαίο εκείνη την εποχή των ρωσικών γραμμάτων, τον Νικολάι Γκόγκολ. Ο εσωτερικός μονόλογος (οι σελίδες 158-160 είναι οι πιο χαρακτηριστικές) και η τελική κατάληξη του ήρωα στο φρενοκομείο παραπέμπουν στο «Ημερολόγιο ενός τρελού». Παραθέτουμε ένα χαριτωμένο απόσπασμα.
  «Σήμερα, την εποχή του ατομικισμού, κυρία μου, τα γλυκόλογα είναι ξεπερασμένα. Έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί οι μέρες του Ζαν Ζακ Ρουσσώ. Σήμερα, για παράδειγμα, ο άνδρας γυρίζει στο σπίτι από τη σκληρή δουλειά και λέει: ‘Να φάμε λιγάκι, κούκλα μου, και λίγη ρέγγα, και να πιούμε και μια βότκα’, κι εσύ πρέπει να έχεις έτοιμη τη ρέγγα και τη βότκα. Ο άνδρας σου θα χαρεί πολύ, κι ούτε που θα γυρίσει να σε κοιτάξει, μόνο θα πει: ‘Άντε στην κουζίνα, γλυκιά μου, κι ετοίμασε να φάμε’. Κι ίσως μια φορά τη βδομάδα σου δώσει και κανένα φιλάκι, μάλλον αδιάφορο φιλάκι… Έτσι είναι σήμερα τα πράγματα, αγαπητή μου κυρία» (σελ. 159).
   Η ψυχολογική κατάσταση του ήρωα φαίνεται από την αρχή της ιστορίας. Τον βλέπουμε να επισκέπτεται έναν γιατρό, ο οποίος τον συμβουλεύει: «Μην περιφρονείτε τις απολαύσεις της ζωής. Πηγαίνετε στο θέατρο και στη λέσχη, και, γενικά, μη φοβάστε να πιείτε κι ένα ποτηράκι. Δεν είναι καλό να κάθεστε συνέχεια στο σπίτι…» (σελ. 15). Επίσης του λέει να συνεχίσει να παίρνει τα φάρμακά του. Κατόπιν τον βλέπουμε να πηγαίνει σε μια δεξίωση όπου δεν γίνεται δεκτός. Αυτός όμως τρυπώνει από την πίσω πόρτα, για να τον διώξουν στη συνέχεια με τις κλωτσιές.
  Ένα από τα συμπτώματα που παρατηρούμε στον ήρωά μας είναι η αυτολύπηση (self-pity). Διάβασα αρκετά γι αυτήν στο τελευταίο βιβλίο που μετάφρασα, το «Ψυχολογία και ψυχική υγεία» του Τζέημς Χάντφιλντ. Ένα άλλο η μανία καταδίωξης. Συνεχώς ο Γκολιάτκιν μιλάει για τους εχθρούς του που τον καταδιώκουν. Όμως το κύριο σύμπτωμά του είναι ότι βλέπει μια σωματική ομοιότητα με έναν συνονόματό του που προσλήφθηκε πριν λίγο στην ίδια υπηρεσία. Αυτός, μόλις αντιλαμβάνεται ότι πρόκειται για νούμερο, τον δουλεύει αλύπητα. Και βέβαια το σύμπτωμά του αυτό επιδεινώνεται στο τέλος, όπου διαβάζουμε: «Φαντάστηκε ότι μια σειρά από πανομοιότυπους Γκολιάτκιν έμπαιναν θορυβωδώς απ’ όλες τις πόρτες του δωματίου» (σελ. 166).
   Το τέλος του έργου είναι ιδιαίτερα δραματικό. Ο γιατρός τον καλεί να μπει στην άμαξά του. –Αν είναι έτσι, είμαι έτοιμος… έχω απόλυτη εμπιστοσύνη… εναποθέτω τη μοίρα μου στα χέρια του Κρίστιαν Ιβάνοβιτς…» (σελ. 168). Όμως δεν τον αφήνουν να μπει με την ησυχία του στην άμαξα. Φοβούνται μήπως μετανιώσει την τελευταία στιγμή. «Ο Κρίστιαν Ιβάνοβιτς και ο Αντρέι Φιλίπποβιτς έπιασαν απ’ τα χέρια τον κύριο Γκολιάτκιν κι άρχισαν να τον ανεβάζουν στην άμαξα, ενώ ο σωσίας του, με τον συνηθισμένο ύπουλο τρόπο του, τον έσπρωχνε από πίσω» (σελ. 168). Και θυμήθηκα γράφοντας αυτές τις γραμμές πόσο πιο αξιοπρεπώς μπήκε στο αμάξι του ψυχίατρου η Μπλανς Ντυμπουά, στο «Λεωφορείον ο πόθος» του Τένεσι Ουίλιαμς, επίσης στο τέλος του έργου, όπως το θυμάμαι στην κινηματογραφική του εκδοχή, με τους θαυμάσιους Βίβιαν Λη και Μάρλον Μπράντο.
  Μεγάλος ο Ντοστογιέφσκι, ακόμη και όταν γράφει σε μικρή ηλικία. Μάλλον θα επανέλθουμε με άλλο έργο του. Κρίμα που δεν έγραψα και για την «Αινιγματική αυτοκτονία», τις «Λευκές νύχτες» και τον «Αιώνιο σύζυγο», που διάβασα πρόσφατα και με ενθουσίασαν. Τελικά αν θέλεις να μην ξεχάσεις το περιεχόμενο ενός βιβλίου που σε εντυπωσίασε πρέπει να γράψεις γι αυτό.

Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Νιέτοτσκα Νιεσβάνοβα, μετ. Γιάννος Ισαακίδης, Ερατώ 2002, σελ. 392.

  Το αγόρασα από την Πρωτοπορία το περασμένο Σάββατο. Η βροχή με καθήλωσε στην Άγκυρα, και μη έχοντας τι άλλο να κάνω ξεκίνησα το διάβασμα. Το τέλειωσα την επομένη. Θαύμασα για μια ακόμη φορά τον μεγάλο συγγραφέα, που στα 28 του μόλις χρόνια μας δίνει ένα αριστούργημα. Όπως γράφεται στο βιογραφικό του που παρατίθεται σαν επίμετρο στο τέλος του βιβλίου, είναι το καλύτερο έργο της πρώτης συγγραφικής του περιόδου, πριν την καταδίκη του και την εξορία του στη Σιβηρία, εξαιτίας της οποίας, όπως γράφει ο συντάκτης αυτής της βιογραφίας (ο μεταφραστής; ο επιμελητής;) έμεινε μισοτελειωμένο.
  Για να πούμε την αλήθεια, αναρωτιόμαστε ποια πλοκή είχε στο νου του ο συγγραφέας όταν ξεκίνησε το γράψιμο. Γιατί εμείς αυτό που είδαμε ήταν τρία διηγήματα με συνδετικό ιστό την Νιέτοτσκα, και τον κύριο Μπ. Αναρωτιέμαι γιατί ο Ντοστογιέφσκι δεν έδωσε ένα ολόκληρο όνομα, αφού στο τέλος τέλος για πλασματική ιστορία πρόκειται, παρά προτίμησε δώσει μόνο το πρώτο γράμμα, πράγμα που κάνει και για κάποιο άλλο όνομα, δεν θυμάμαι ποιο. Αλλά ας μη σπάσουμε το κεφάλι μας, ας πάμε παρακάτω.
  Στο έργο λοιπόν είδαμε τρία ξεχωριστά διηγήματα, ή μάλλον τρεις νουβέλες, με ολοκληρωμένη πλοκή και ξεχωριστή θεματική. Στην πρώτη νουβέλα ο Ντοστογιέφσκι αναπτύσσει την ιστορία ενός ακόμη «ταπεινωμένου και καταφρονεμένου», από τους πρώτους που θα κοσμήσουν την πινακοθήκη του. Ο Εφίμωφ είναι βιολιστής, αλλά το έχει ρίξει στο ποτό συνειδητοποιώντας τη μετριότητα του ταλέντου του. Θέλοντας να απενοχοποιηθεί κατηγορεί σαν υπεύθυνη τη γυναίκα του, τη μητέρα της Νιέτοτσκας, την οποία έκανε από τον πρώτο γάμο της. Όταν η γυναίκα του πεθαίνει και του ίδιου του δίνεται η δυνατότητα να ακούσει έναν πραγματικό βιρτουόζο του βιολιού, δεν αντέχει και καταρρέει ολοκληρωτικά. Η θάνατος έρχεται πολύ σύντομα.
  Η Νιέτοτσκα, ενδοδιηγητική μεν αλλά ετεροδιηγητική, αφού διηγείται κυρίως την ιστορία του Εφίμωφ, έχει αναπτύξει μια σχέση αγάπης με τον πατριό της. Αν ο Ντοστογιέφσκι στον «Σωσία», ένα από τα πρώιμα διηγήματά του περιγράφει με αριστουργηματικό τρόπο ένα ψυχολογικό σύνδρομο αρκετά σπάνιο, αυτό του σωσία, εδώ περιγράφει με ακόμη πιο αριστουργηματικό τρόπο το σύνδρομο της Ηλέκτρας. Η φαλλοκρατική κοινωνία μας εστιάζει περισσότερο στο Οιδιπόδειο σύμπλεγμα, και ο περισσότερος κόσμος αυτό ξέρει. Το σύμπλεγμα της Ηλέκτρας είναι το αντίστοιχο του Οιδιπόδειου στο κορίτσι: Θέλει να πεθάνει η μητέρα του και να οικειοποιηθεί τον πατέρα του. Το γεγονός ότι εδώ πρόκειται για πατριό λίγο μετράει, αφού μάλιστα, αν θυμάμαι καλά, η Νιέτοτσκα αργότερα έμαθε ότι ήταν πατριός της. Διαβάζουμε:
  «Τότε άρχισα να του εξηγώ τρομαγμένη ακόμα περισσότερο πως όταν θα πέθαινε η μαμά δεν θα ζούσαμε πια σ’ αυτή τη σοφίτα, πως θα μ’ έπαιρνε μαζί του κάπου και πως θα ’μασταν και οι δυο πλούσιοι και ευτυχισμένοι» (σελ. 86).
  Και πιο κάτω, ακόμη πιο χαρακτηριστικά:
  «Και εγώ μεγάλωνα έτσι στην τρώγλη μας και λίγο κατ’ ολίγο η αγάπη ή το πάθος μου – γιατί δεν ξέρω καμιά λέξη αρκετά δυνατή για να εκφράσω ακριβώς το ασυγκράτητο και βασανιστικό για μένα αίσθημα που είχα για τον πατέρα μου- έφτασε σ’ έναν αρρωστημένο παροξυσμό. Μονάχα μια ευχαρίστηση είχα: να τον συλλογίζομαι. Μονάχα μια θέληση μου ‘’μεινε: να κάνω ό,τι ήταν δυνατόν να του φέρει λίγη χαρά. Πόσες φορές δεν μου συνέβη να τον περιμένω στη σκάλα, τρέμοντας και παγωμένη από το κρύο, μόνο και για να βεβαιωθώ για τον ερχομό του ένα λεπτό πρωτύτερα, να τον δω όσο μπορούσα πιο νωρίς. Ήμουνα τρελή απ’ τη χαρά μου όταν με χάιδευε λίγο, ενώ πολύ συχνά υπέφερα επειδή ήμουνα τόσο επίμονα ψυχρή απέναντι στη μητέρα μου» (σελ. 103-104).
  Και ενώ θα μπορούσε να υποθέσει κανείς μια σεξουαλική σχέση ανάμεσα στον πατριό και την προγονή του, δεν συμβαίνει τίποτα τέτοιο. Ο πατριός τρέφει ολότελα πατρικά αισθήματα για την κόρη της γυναίκας του.
  Η δεύτερη «νουβέλα» είναι ενδοδιηγητική και ομοδιηγητική, και αναφέρεται στη σχέση της Νιέτοτσκα με την κόρη του πρίγκιπα, ο οποίος την περιμάζεψε αναίσθητη από το δρόμο όταν έτρεχε να προλάβει τον πατριό της, ο οποίος την εγκατάλειψε για να πεθάνει δυο μέρες μετά. Εδώ ο Ντοστογιέφσκι περιγράφει πάλι με αριστουργηματικό τρόπο τον έρωτα της Νιέτοτσκα για την Κάτια, που κάποια στιγμή θα βρει ανταπόκριση. Όμως, παιδιά καθώς είναι, δεν θα προχωρήσουν σε ολοκληρωμένες σεξουαλικές σχέσεις. Απλά φιλιούνται, φιλιούνται συνεχώς, με κάθε ευκαιρία, όπου μπορούν. Να δώσουμε πάλι δυο χαρακτηριστικά αποσπάσματα.
  «Εγώ την έσφιγγα δυνατά πάνω μου και παραδινόμασταν η μια στην άλλη γλυκά γλυκά, σαν ερωτευμένοι που ξαναβλέπονται ύστερα από πολύ καιρό. Η καρδιά της κτυπούσε τόσο δυνατά, ώστε άκουγα τον κάθε της κτύπο» (σελ. 234).
  Επίσης:
  «Τρομάζαμε όταν έμπαινε κανείς μέσα. Φοβόμασταν μην τυχόν μας τσακώσουν να φιλιόμαστε – και εκείνη τη μέρα θα φιληθήκαμε πάνω από εκατό φορές» (σελ. 245).
  Αυτός δεν είναι ο γνωστός Ντοστογιέφσκι. Αναρωτιόμαστε που θα τον είχε οδηγήσει το συγγραφικό του ταλέντο αν δεν είχε ζήσει εκείνη την τραυματική εμπειρία της καταδίκης σε θάνατο και την μετατροπή της ποινής κυριολεκτικά στο παρά πέντε, και τα τέσσερα χρόνια στη Σιβηρία. Ίσως όχι στους Αδελφούς Καραμάζωφ, σίγουρα όμως σε κάποιο άλλο αριστούργημα.
  Και η τρίτη νουβέλα δεν είναι ιδιαίτερα ντοστογιεφσκική. Θα έλεγε κανείς ότι θυμίζει περισσότερο Τολστόι. Έχει εντυπωσιακή πλοκή.
  Η Νιέτοτσκα ζει τώρα με τη μεγαλύτερη ετεροθαλή αδελφή της Κάτιας, που την έχει αναλάβει σαν παιδί της. Ήδη από την αρχή δημιουργείται το σασπένς ενός μυστηρίου, με προσήμανση. Το μυστήριο λύθηκε κάποια στιγμή. Η Νιέτοτσκα βρίσκει κρυμμένο στις σελίδες ενός βιβλίου το γράμμα ενός «εραστή» της Αλεξάνδρας. Βάζουμε τα εισαγωγικά γιατί μαζί του δεν είχε ανταλλάξει παρά μόνο ένα φιλί. Το γράμμα ήταν ένα γράμμα αποχαιρετισμού. Μια από τις πολλές φορές που το διαβάζει η Νιέτοτσκα τη συλλαμβάνει ο άνδρας της Αλεξάνδρας. Πριν προλάβει να το κρύψει εκείνος προλαβαίνει να διαβάσει κάποιες γραμμές, και καταλαβαίνει ότι πρόκειται για ερωτικό γράμμα. Την κατηγορεί στη γυναίκα του ότι έχει ερωτικές σχέσεις με κάποιον άγνωστο, και θέλει να τη διώξουν από το σπίτι. Η Νιέτοτσκα επιβεβαιώνει την εκδοχή για να μην προδώσει την Αλεξάνδρα. Η κάποια ψυχρότητα που έδειχνε κατά καιρούς η Αλεξάνδρα οφειλόταν τελικά στην υποψία ότι ο άνδρας της μπορεί να είχε ερωτική σχέση με την Νιέτοτσκα.
  Σε ένα αριστουργηματικό φινάλε ο Ντοστογιέφσκι παρουσιάζεται ως φοβερός (ψυχ)αναλυτής.
  «…Δεν μπορούσατε βέβαια να μην ξέρετε το περιεχόμενό του, (του γράμματος) καθώς και όλη αυτή την θλιβερή ιστορία. Μα γιατί προσποιόσασταν το αντίθετο; Αυτό δεν το γνωρίζω. Ακόμα δεν μπορώ να λύσω τα μυστικά της ψυχής σας. Θέλατε να ‘’χετε κάποια υπεροχή πάνω της, αλλά για ποιο λόγο; Για να κινήσετε την ταραγμένη φαντασία μιας άρρωστης; Για να της αποδείξετε πως είχε εξαπατηθεί και πως εσείς είσαστε πιο αψεγάδιαστος από αυτήν; Και τον πετύχατε το σκοπό σας: η υποψία της ήταν η επίμονη ιδέα ενός πνεύματος που σβήνει. Ίσως αυτό να ήτανε το στερνό παράπονο μιας καρδιάς που ραγίστηκε από την αδικία μιας ανθρώπινης απόφασης, στην οποία συμμετείχατε κι εσείς. «Πόση σημασία μου δώσατε που μ’ αγαπήσατε!» Αυτό έλεγε πάντοτε, αυτό ήθελε να σας δείξει. Μα η περηφάνια σας και ο μανιασμένος εγωισμός σας δεν αισθανόταν κανένα έλεος. Χαίρετε. Δεν έχω ανάγκη από εξηγήσεις. Μα φυλαχθείτε. Σας ξέρω καλά τώρα και αυτό δεν θα πρέπει να το ξεχάσετε» (σελ. 370). 
  Ο Τολστόι, τη μοιχαλίδα του την σκοτώνει. Για την ακρίβεια, την αυτοκτονεί. Ο Ντοστογιέφσκι, την δικιά του «παρ’ ολίγο» μοιχαλίδα, την υποβάλει σε ένα φρικτό βασανιστήριο. Όμως «αθωώνεται», γιατί κατά κάποιο τρόπο, με τα λόγια της Νιέτοτσκας, παίρνει το μέρος της. Αλλά γι αυτά έχουμε γράψει σε μια εισήγησή μας, στην οποία και σας παραπέμπουμε.


Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, Οι φτωχοί, μετ. Αλέξανδρος Κοτζιάς, Ηριδανός 1997

  Ψάχνοντας  στα βιβλία μου στην Κρήτη ανακάλυψα τους «Φτωχούς» του Ντοστογιέφκι. Και είπα ότι θα τους διαβάσω.
  Η ιστορία ξεκίνησε πριν τρία χρόνια περίπου, όταν διάβασα τον «Αιώνιο σύζυγο», για να τον χρησιμοποιήσω σε μια βιβλιοπαρουσίαση, αν δεν κάνω λάθος για την τελευταία συλλογή διηγημάτων του Τάσου Γουδέλη. Και θαύμασα πάλι τον μεγάλο συγγραφέα, αυτόν που, στα 14 μου χρόνια, με τον «Ηλίθιο», με μύησε στη λογοτεχνία, κάνοντας ένα άλμα, απότομο θα έλεγα, από τον «Μικρό ήρωα» στην υψηλή λογοτεχνία. Από παιδική λογοτεχνία είχα διαβάσει μέχρι τότε μόνο τον «Μιχαήλ Στρογκώφ» που μου έκαναν δώρο παρηγοριάς οι γονείς μου όταν, 12 χρονών, πήγα στο Ηράκλειο για να βγάλω τις αμυγδαλές μου.
  Ακολούθησαν κι άλλα, δεν έγραψα όμως για όλα στο blog μου. Έγραψα για τα τελευταία, τον «Παίχτη», το «Υπόγειο», τον «Σωσία», βιβλίο για το οποίο μου μίλησε με μεγάλο ενθουσιασμό ο Μανόλης Πρατικάκης, και τέλος για την Νιέτοτσκα Νιεσβάνοβα.  Αντιγράφω ένα απόσπασμα από τη βιβλιοπαρουσίαση που έγραψα.
  «Αυτός δεν είναι ο γνωστός Ντοστογιέφσκι. Αναρωτιόμαστε που θα τον είχε οδηγήσει το συγγραφικό του ταλέντο αν δεν είχε ζήσει εκείνη την τραυματική εμπειρία της καταδίκης σε θάνατο και την μετατροπή της ποινής κυριολεκτικά στο παρά πέντε, και τα τέσσερα χρόνια στη Σιβηρία. Ίσως όχι στους Αδελφούς Καραμάζωφ, σίγουρα όμως σε κάποιο άλλο αριστούργημα».
  Γιατί αντιγράψαμε αυτές τις γραμμές.
  Στην «Νιέτοτσκα Νιεσβάνοβα» είδαμε δυο ερωτικές ιστορίες. Η πρώτη αναφερόταν στον έρωτα της Νιέτοσκας, μικρό κοριτσάκι ακόμη, για τον πατριό της. Η δεύτερη πάλι για τον έρωτα της Νιέτοσκας, λίγο μεγαλύτερη τώρα, για ένα άλλο κορίτσι. Και στις δυο περιπτώσεις ο έρωτας μένει στο επίπεδο των αισθημάτων, δεν ολοκληρώνεται. 
  Το ίδιο και στους «Φτωχούς». Υπάρχει ένα αίσθημα, απόλυτα ερωτικό, ανάμεσα στον Μακάρ Ντιεβούσκιν, έναν ηλικιωμένο «γραφιά», κυριολεκτικά γραφιά (δούλευε σε μια δημόσια υπηρεσία ως αντιγραφέας, τότε που τα φωτοαντιγραφικά δεν είχαν ανακαλυφθεί ακόμη), και σε μια νεαρή κοπέλα, την Βαρβάρα Ντομπροσελόβα. Η τρυφερότητα των γραμμάτων δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία γι αυτό, και ας βεβαιώνει ο Μακάρ ότι την αγαπάει σαν κόρη του.
  Ζουν στην ίδια αυλή, όμως κυρίως ανταλλάσουν γράμματα. Κάποιες φορές η Βαρβάρα παραπονιέται ότι έχει καιρό να την επισκεφθεί.
  «Πάνε μέρες που σας έγραψα να ’ρθετε να με δείτε, μα ούτε φανήκατε. Σίγουρα τα δάκρυά μου και οι ικεσίες μου δεν σημαίνουν τίποτα για σας, Μακάρ Αλεξέγιεβιτς! … Για την αγάπη του Θεού, αγαπημένε μου, μην καταστρέφετε και τον εαυτό σας και μένα. Εγώ ζω μονάχα για σας, μόνο για δική σας χάρη εξακολουθώ να μένω εδώ» (σελ. 97).
  Υπάρχουν και τα κουτσομπολιά.  «Ναι, ως κι αυτό για μένα ειπώθηκε, πως ‘σχετίζομαι με ένα μπεκρή’» (σελ. 97). Όταν όμως αυτή αρρωσταίνει, ο Μακάρ στέκεται με αφοσίωση στο προσκέφαλό της, αγνοώντας τα κουτσομπολιά. Τη βοηθάει επίσης οικονομικά, παρόλο που και ο ίδιος είναι εξαθλιωμένος, αλλά και αυτή τον βοηθάει ορισμένες φορές.
  Η δουλειά της σαν μοδίστρα της προσφέρει ένα πολύ πενιχρό εισόδημα. Πελάτες δεν υπάρχουν πάντα.  Έτσι αναγκάζεται να ενδώσει στις προτάσεις ενός πλούσιου έμπορα προκειμένου να ξεφύγει από το οικονομικό της αδιέξοδο. Ο Μακάρ φυσικά δεν νοιώθει ευχαριστημένος  που επιτέλους καλοπάντρεψε την «κόρη» του, αλλά πέφτει σε μαύρη απελπισία. Στο τελευταίο του γράμμα της γράφει, ανάμεσα στα άλλα:
  «Κλαίτε, και όμως φεύγετε! Κι αυτή τη στιγμή μου έφτασε ένα γραμματάκι σας μουσκεμένο στα δάκρυά σας! Κι αυτό, γιατί σας παίρνουν δίχως τη θέλησή σας, σας αρπάζουνε με τη βία. Αυτό σημαίνει πως λυπάστε για μένα, αυτό σημαίνει, σημαίνει πως μ’ α γ α π ά τ ε»… Αύριο θα σηκωθώ γερός, δυνατός, θα στυλωθώ στα πόδια μου, θα ξαναγίνω ο εαυτός μου… Ακριβούλα μου, κάλλιο να πέσω κάτω απ’ τις ρόδες σας, παρά να σας αφήσω να φύγετε έτσι. Μα με ποιο δικαίωμα σας παίρνουν; Εγώ θα έρθω μαζί σας, θα τρέχω πίσω απ’ τ’ αμάξι σας, αν δεν με πάρετε μαζί, ναι, θα τρέχω, θα τρέχω, θα τρέχω όσο μου βαστάνε τα πόδια, θα τρέχω, όσο να μου βγει η στερνή μου πνοή… Κι εγώ σε ποιον θα γράφω γράμματα; Σε ποιον θα στέλνω τα γραμματάκια μου; Ποιον θα φωνάζω «αγαπούλα μου»; Σε ποιον θα δώσω αυτό το όνομα, χαϊδεμένη μου; Και πού θα μπορέσω να σας βρω; Μόλις φύγετε, Βαρβαρούλα μου, εγώ θα πεθάνω-σίγουρα θα πεθάνω, γιατί η καρδιά μου δε θα βαστάξει στη δυστυχία. Σας αγαπώ σαν το φως του Θεού, αγαπούλα μου, σας αγαπώ σαν κορούλα μου, σε σας έχω βάλει ολόκληρη την αγάπη μου. Για σας ζούσα μόνο. Για σας εργαζόμουν κι έκανα αντίγραφα κι έγραφα στο χαρτί τα αισθήματά μου, στα φιλικά γραμματάκια μου-για σας και μόνο, επειδή ήσαστε κοντά μου εσείς» (σελ. 133-135).
  Δεν περιμέναμε τέτοιο τέλος. Υπάρχουν ορισμένες λογοτεχνικές συμβάσεις που δημιουργούν αφηγηματικές αναμονές. Μια τέτοια είναι η προσήμανση που γίνεται από τους ήρωες με τη μορφή φόβων ή προαισθημάτων, και που περιμένουμε να πραγματοποιηθεί, γιατί σχεδόν πάντα έτσι συμβαίνει. Η Βαρβάρα σε κάποιο γράμμα της γράφει: «Ξέρετε, έχω τώρα ένα προαίσθημα, κάτι σαν βεβαιότητα, πως φέτος το Φθινόπωρο θα πεθάνω» (σελ. 103) Δεν βλέπουμε να έγινε κάτι τέτοιο. Να ήθελε μήπως ο Ντοστογιέφσκι να το θεωρήσουμε πράγματι σαν προσήμανση που συμβαίνει έξω από το πλαίσιο της ιστορίας; Λίγο απίθανο. Να ήθελε άραγε αρχικά να δώσει διαφορετικό τέλος στην ιστορία του: Κι αυτό ελάχιστα πιθανό, μια και βρισκόμαστε κοντά στο τέλος του μυθιστορήματος.
  Δίπλα σ’ αυτούς τους «Φτωχούς» παρελαύνουν, σε παράπλευρα επεισόδια, και αρκετοί άλλοι, όπως ο φοιτητής τον οποίο είχε ερωτευθεί η Βαρβάρα και που πεθαίνει από φυματίωση, ο μπεκρής πατέρας του (μαθαίνουμε γι αυτούς σε κάποια ημερολογιακά αποσπάσματα που αφορούν την προηγούμενη ζωή της, και που τα στέλνει στον Μάκαρ για να «ευθυμήσει λιγάκι»), ο μικρός ζητιάνος, ο φτωχός οικογενειάρχης και διάφοροι άλλοι.
  Ψάχνοντας στο ίντερνετ βρήκα τη βιογραφία του Ντοστογιέφσκι στην Wikipaidia. Κάνω αποκοπή και επικόλληση το παρακάτω απόσπασμα:
  «Dostoyevsky started to write his own fiction in late 1844 after leaving the army. In 1845, his first work, the epistolary short novel, Poor Folk, published in the periodical The Contemporary(Sovremennik), was met with great acclaim. As legend has it, the editor of the magazine, poet Nikolai Nekrasov, walked into the office of liberal critic Vissarion Belinsky and announced, "a new Gogol has arisen!" Belinsky, his followers, and many others agreed. After the novel was fully published in book form at the beginning of the next year, Dostoyevsky became a literary celebrity at the age of 24».
  Αυτό το «Ένας νέος Γκόγκολ έκανε την εμφάνισή του» δεν ήταν απλώς για να  δείξει ο Νεκράσοφ τον ενθουσιασμό του για τον νέο συγγραφέα, παρομοιάζοντάς τον με τον κορυφαίο, μέχρι εκείνη την εποχή, των ρωσικών γραμμάτων (Την κορυφαία θέση στη συνέχεια, κατά τη γνώμη μου, την κατέλαβαν από κοινού Ντοστογιέφσκι και Τολστόι). Το έργο είναι επηρεασμένο ολοφάνερα από τον Γκόγκολ, και συγκεκριμένα από το «Παλτό», το οποίο σχολιάζεται και μέσα στο έργο. Στο διήγημα αυτό ο Γκόγκολ αφηγείται την ιστορία ενός εξαθλιωμένου υπαλληλάκου, που με χίλια ζόρια κατάφερε να μαζέψει τα λεφτά για να φτιάξει ένα παλτό, το οποίο στη συνέχεια του το κλέβουν.
  Όμως η επιρροή δεν είναι μόνο θεματική, είναι και υφολογική. Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του Γκόγκολ είναι το χιούμορ του. Το ίδιο χιούμορ βρίσκουμε κι εδώ, αραιότερο βέβαια. Στο τέλος όμως γίνεται υπονομευτικό των ίδιων του των προθέσεων, όταν βλέπουμε την Βαρβάρα να παραγγέλλει στον Μάκαρ ένα σωρό οδηγίες για την ράφτρα της, για αυτά που θα της ράψει για το γάμο.
  Ο Αλέξανδρος Κοτζιάς είναι από τους κορυφαίους λογοτέχνες μας, και φυσικά η μετάφρασή του είναι πολύ καλή. Κάποιες ενστάσεις μας για ορισμένες  λέξεις δεν αλλοιώνουν τη συνολική εικόνα. Η κύρια ένστασή μας όμως βρίσκεται στο ότι η μετάφραση δεν πρέπει να έγινε από τα ρώσικα. Έτσι δεν μπορούμε να ξέρουμε τα μεταφραστικά ατοπήματα.
  Διαβάζουμε: «… η φαλάκρα μου αναψοκοκκίνισε» (σελ. 82), ενώ πιο κάτω: «Όσο για τ’ άσπρα μου μαλλιά, έχετε ολότελα άδικο, δεν είμαι και τόσο γέρος όσο φαντάζεστε» (σελ. 98).
  Η κοπέλα δεν «φαντάζεται», συνεχώς στα γράμματά του αποκαλεί τον εαυτό του «γέρο». Τον πιστεύουμε. Όμως, όπως μαθαίνουμε κοντά στα μισά του έργου, δεν είναι ούτε σαρανταεπτά: «Θ’ αρχίσω από την εποχή που ήμουνα δεκαεπτά χρονών, σαν πρωτομπήκα στη δημόσια θέση-ζυγώνω πια τριάντα χρόνια στην υπαλληλική μου καριέρα» (σελ. 51).
  Βέβαια οι φαλακροί έχουν και λίγα μαλλιά, όμως εδώ ο Μάκαρ (ο Ντοστογιέφσκι δηλαδή), θα μπορούσε να προσθέσει «και τη φαλάκρα μου». Η φαλάκρα έρχεται με τα γεράματα, αν και όχι πάντα.
  Με έπιασε περιέργεια, μήπως αυτά περί φαλάκρας και άσπρων μαλλιών ήταν μεταφραστικά και όχι συγγραφικά ατοπήματα. Είπα να δοκιμάσω την τύχη μου. Ψάχνω στο google και, ω του θαύματος! Βρίσκω το ρώσικο κείμενο. Το ψάχνω αμέσως. Φαλάκρα, σωστά, лысина, και το седины σωστά, γκρίζα μαλλιά. Στην προηγούμενη σειρά βρήκα τη φράση: А Федоре скажите, что она баба вздорная, беспокойная, буйная и вдобавок глупая, невыразимо глупая! Ο Κοτζιάς μεταφράζει: «Να πείτε της Φεντόρας πως είναι μια βαρετή, μια φλύαρη γριά, όλο αρλούμπες κουβεντιάζει, ασυναρτησίες» (σελ. 98). Μια κατά λέξη μετάφραση θα ήταν: Να πείτε της Φεντόρας πως είναι μια γριά γελοία, ανήσυχη, άγρια, και επί πλέον ανόητη, απίστευτα ανόητη. Υπάρχει λοιπόν μια μικρή εννοιολογική απόκλιση. Στο αγγλικό κείμενο που κατεβάσαμε από το Gutenberg project, διαβάζουμε: Tell Thedora that she is a rubbishy, tiresome, gabbling old woman, as well as an inexpressibly foolish one. Ανεξάρτητα από την πιστότητα, και οι δυο μεταφράσεις είναι πάρα πολύ καλές. Έκανα τη δική μου μετάφραση της περιόδου για να δείξω ανάγλυφα αυτό που έχει ειπωθεί, σε μια υποδηλούμενη μεταφορά: «Αν η μετάφραση είναι πιστή δεν είναι όμορφη, και αν είναι όμορφη δεν είναι πιστή». Η μόνη ένσταση είναι για το «κουβεντιάζει αρλούμπες». Δε λέμε «κουβεντιάζω αρλούμπες αλλά «λέω αρλούμπες».  
  Τελικά το ίντερνετ είναι η πιο τέλεια βιβλιοθήκη, εκεί αξίζει να επενδύει κανείς. Δηλαδή στους providers. Ευτυχώς που ήλθε η cyta στο χωριό μου, διαφορετικά αυτά τα τελευταία δεν θα τα έγραφα. Όχι ότι είναι τίποτα σπουδαίο, αλλά να, θα έμενα με την περιέργεια. Διαδίκτυο λοιπόν. Βρίσκεις ό, τι θέλεις (ή σχεδόν ό, τι θέλεις), και σε χρόνο μηδέν (ή σχεδόν μηδέν). Τα υπόλοιπα είναι αρχαιολογία. 
 
Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Το όνειρο ενός γελοίου (μετ. Γ. Συμηριώτη), εκδόσεις Κοροντζή, χχ, σελ. 96.

  Πολύ αρπακολατζήδικες οι παλιές εκδόσεις, σπάνια θα δεις χρονολογία έκδοσης. Εδώ δεν έχουμε ούτε διεύθυνση ούτε τηλέφωνο του εκδοτικού οίκου. Ας είναι.
  Τα αριστουργήματα του Ντοστογιέφσκι τα διάβασα στα μαθητικά μου χρόνια, όσα έστελνε το πρακτορείο αθηναϊκού τύπου στο βιβλιοπωλείο της κας Αεράκη στην Ιεράπετρα. Πριν πέντε έξι χρόνια αποφάσισα να συνεχίσω με τα ελάσσονα έργα του, νουβέλες και διηγήματα, που με εξέπληξαν. Και εδώ ο Ντοστογιέφσκι είναι επίσης μεγάλος.
  Με έκπληξη διάβασα τον μικρό τόμο με τα διηγήματα που εξέδωσαν, Κύριος οίδε (μάλλον ο Κύριος, ως παντογνώστης, οίδε, εμείς όμως μπορούμε απλώς να εικάσουμε στο περίπου, θα έλεγα γύρω στο ’80) οι εκδόσεις Κοροντζή, και που φέρει τον τίτλο ενός από αυτά: «Το όνειρο ενός γελοίου». Και εδώ δεν θαύμασα μόνο τον μεγάλο λογοτέχνη, αλλά και τον πρωτοπόρο. Το «Όνειρο ενός γελοίου» είναι ένα έργο περίπου επιστημονικής φαντασίας που ο Ντοστογιέφσκι, ακολουθώντας τις ρεαλιστικές συμβάσεις της εποχής, το τοποθετεί ως όνειρο. Ο ήρωας ονειρεύεται ότι βρέθηκε σε έναν περίπου παραδείσιο χώρο, τον οποίο περιγράφει όπως θα περιγράφαμε σήμερα μιαν ουτοπία. Θα παραθέσω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα, για τον οικολογικό του χαρακτήρα.
  «Μου έδειχναν τα δέντρα τους και παραξενεύτηκα για την αγάπη που τους είχαν: ενόμιζαν πως δεν ήταν καθόλου ανώτεροι από τα δέντρα, και ξέρετε, δε θα πέσω ίσως έξω, λέγοντας πώς κουβέντιαζαν μαζί τους, και πως είχαν βρει την ομιλία των δέντρων. Έριχναν σ’ όλη τη φύση το ίδιο αδελφικό βλέμμα, κι αγαπιόντουσαν από τα πιο άγρια ζώα, που τα είχαν νικήσει με την αγάπη τους» (σελ. 22).
  Όμως η παρουσία του ως γήινου όντος υπήρξε καταλυτική γι’ αυτούς. Όπως λέει χαρακτηριστικά, «τους διέφθειρα». Τι έγινε μετά;
  «Όλοι αυτοί οι άνθρωποι διψούσαν τον πόνο κι έλεγαν πως με τον πόνο μονάχα φτάνει κανείς στην αλήθεια. Αυτός υπήρξε η πρώτη αρχή της επιστήμης. Μόλις έγιναν κακοί, άρχισαν να εκφωνούν λόγους για την αδελφοσύνη, για την φιλανθρωπία, και κατάλαβαν τις ιδέες αυτές. Μόλις έγιναν εγκληματίες, άρχισαν να μιλούν για τη δικαιοσύνη, συντάξανε κώδικες για να τη διαφυλάξουν και αγχόνες για να την υπερασπιστούν. Μόλις (που) θυμόντουσαν τι είχανε χάσει» (σελ. 26). Και καταλήγει: «Το κακό έγκειται σ’ αυτό: η συνείδηση της ζωής αξίζει περισσότερο από τη ζωή. Και η συνείδηση των νόμων της ευτυχίας αξίζει περισσότερο από την ευτυχία. Να τι πρέπει να χτυπήσουμε. Και θα το χτυπήσω εγώ» (σελ. 30). Αυτοί που ζουν ευτυχισμένοι δεν αναρωτιούνται τι είναι αυτό που τους κάνει ευτυχισμένους, ζουν μακάριοι μέσα στην ευτυχία τους. Οι δυστυχισμένοι όμως όλο ψάχνονται, και αναρωτιούνται τι είναι αυτό που δίνει την ευτυχία. Εδώ ο Ντοστογιέφσκι φαίνεται να κάνει λάθος. Ο άνθρωπος δεν προτιμά τη συνείδηση των νόμων της ευτυχίας από την ευτυχία. Όταν του λείπει η ευτυχία είναι που οδηγείται στην αναζήτηση των νόμων της.
  Το διήγημα «Ένας σύζυγος κάτω απ’ το κρεβάτι» μας δείχνει έναν Ντοστογιέφσκι που μέχρι τώρα δεν γνωρίζαμε: τον χιουμορίστα. Πρόκειται για την σπαρταριστή ιστορία ενός εραστή και ενός ζηλιάρη συζύγου που βρέθηκαν κάτω από το κρεβάτι μιας άλλης γυναίκας,  καθώς ο σύζυγός της επέστρεψε. Ακολουθώντας τις θεατρικές συμβάσεις ο Ντοστογιέφσκι βάζει τους ήρωές του να μιλούν χωρίς να ακούγονται από τον σύζυγο, που μόνο κάτι ψίθυροι φτάνουν κατά διαστήματα στα αυτιά του. Ο εραστής καταφέρνει κάποια στιγμή και το σκάει, ενώ ο άλλος, ένας από τους πολλούς «ταπεινωμένους και καταφρονεμένους» ήρωες του Ντοστογιέφσκι, όπως και οι υπόλοιποι της συλλογής, ανακαλύπτεται τελικά από τον σύζυγο, και καταβάλει απεγνωσμένες προσπάθειες για να τον πείσει για την αθωότητά του. Αναρωτιέμαι ποιο δρόμο θα είχε πάρει η συγγραφική πένα του Ντοστογιέφσκι αν την επόμενη χρονιά (το διήγημα γράφηκε το 1848) δεν είχε συλληφθεί για συνομωσία, δεν είχε καταδικαστεί σε θάνατο και δεν είχε μάλιστα στηθεί στο εκτελεστικό απόσπασμα, για να γλιτώσει την εκτέλεση στο παρά πέντε και να σταλεί για χρόνια στη Σιβηρία. Οι ήρωές του, σχεδόν πάντα ταπεινωμένοι και καταφρονεμένοι, δεν θα προκαλούν στο εξής το γέλιο αλλά τον οίκτο.
  Είχα σχεδόν τελειώσει το βιβλίο όταν ανακάλυψα ένα άλλο βιβλίο του Ντοστογιέφσκι, hard copy αλλά αγορασμένο κοψοχρονιά σε κάποιο παζάρι βιβλίου ή σε καλάθι. Έχει τίτλο «Η σπιτονοικοκυρά». Το ξεφύλλισα και με έκπληξη διαπίστωσα ότι περιείχε και όλα τα διηγήματα του βιβλίου που είχα διαβάσει εκτός από ένα. Και με λύπη διαπίστωσα ότι τη μετάφραση την είχε κάνει ο Γιώργος Κοτζιούλας, προφανώς από τα ρώσικα. Το ότι ο Γ. Συμηριώτης δεν είχε κάνει την μετάφραση από τα ρώσικα το είχα υποπτευθεί, αργότερα όμως κατάλαβα ότι την είχε κάνει από τα γαλλικά. Γράφει κάπου «Ενθουσιασμένος, κύριε, ενθουσιασμένος» (σελ. 68). Προφανώς μεταφράζει λάθος το γαλλικό enchanté, που στα συγκεκριμένα συμφραζόμενα σημαίνει «χαίρω πολύ» (για τη γνωριμία). Βρήκα το πρωτότυπο και έκανα αντιπαραβολή, και διαπίστωσα ότι έλειπε στο ίδιο σημείο και μια φράση. Κοιτάζοντας δειγματοληπτικά και κάποια άλλα κομμάτια είδα ότι ο Κοτζιούλας μένει πολύ κοντά στο πρωτότυπο, σε αντίθεση με τον Συμηριώτη. Ο οργανωτής του καλλιτεχνικού τμήματος της όγδοης μεραρχίας του ΕΛΑΣ (πριν χρόνια διάβασα το βιβλίο του «Όταν  ήμουν με τον Άρη») είναι απίθανο να μη μετέφρασε από το πρωτότυπο. Αλλά για το βιβλίο αυτό του Ντοστογιέφσκι θα γράψουμε αφού το διαβάσουμε πρώτα. Δηλαδή το μυθιστόρημα, γιατί το ένα διήγημα που δεν υπάρχει στη συλλογή που μετέφρασε ο Συμηριώτης το διαβάσαμε ήδη. (Ψάχνουμε στο διαδίκτυο το βιογραφικό του Συμηριώτη, και βλέπουμε χρονολογία γέννησης και θανάτου 1878-1964. Όμως το βιβλίο που διάβασα πρέπει να είναι επανέκδοση, η ποιότητα του χαρτιού δεν αφήνει καμιά αμφιβολία γι’ αυτό).

Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Η σπιτονοικοκυρά (μετ. Γιώργος Κοτζιούλας), βιβλιοθήκη για όλους, χχ, σελ. 160.

   Ναι, χχ, που σημαίνει ότι δεν υπάρχει χρονολογία έκδοσης. Υπάρχει όμως η διεύθυνση του εκδοτικού οίκου, Μεσολογγίου 3, με τη διευκρίνιση: πίσω από τη Σόλωνος. Και για καλύτερη εξυπηρέτηση, υπάρχει και χάρτης.
  Ήδη μιλήσαμε για το βιβλίο αυτό παρουσιάζοντας το «Ημερολόγιο ενός γελοίου», στο οποίο και παραπέμπω για να μην επαναλαμβάνω τα ίδια πράγματα.  Απλά να πω ότι εκτός από τη «Σπιτονοικοκυρά», που με τις 80 πυκνογραμμένες σελίδες της χαρακτηρίζεται ως μυθιστόρημα, υπάρχουν και τρία άλλα διηγήματα. Για τα δυο, που εμπεριέχονται στο «Όνειρο ενός γελοίου» που μετέφρασε ο Γ. Σημηριώτης, έχουμε γράψει. Το τρίτο είναι «Ο τίμιος κλέφτης», γραμμένο το 1846. Η «Σπιτονοικοκυρά» γράφηκε το 1847.
  Είπα να μην επαναλάβω, αλλά θα επαναλάβω κάτι που έγραψα στην ανάρτηση για το «Όνειρο ενός γελοίου»: Αναρωτιέμαι ποια κατεύθυνση θα είχε ακολουθήσει η πένα του Ντοστογιέφσκι αν δεν συνέβαιναν τα τραγικά γεγονότα του 1849 που σημάδεψαν τη ζωή του: Η καταδίκη σε θάνατο, το στήσιμο μπροστά  στο εκτελεστικό απόσπασμα, η χάρη που δόθηκε την τελευταία  στιγμή, η Σιβηρία. Και αυτό γιατί στη «Σπιτονοικοκυρά» βλέπουμε έναν άγνωστο Ντοστογιέφσκι: έναν ερωτικό Ντοστογιέφσκι. Από τις σελίδες του μυθιστορήματος αυτού αναδύεται ένας φοβερός ερωτισμός, ένας εντονότατος αισθησιασμός, που θα τον ζήλευε και ο πιο ικανός συγγραφέας ερωτικής λογοτεχνίας. Ο ερωτισμός αυτός είναι πλημμυρισμένος από δάκρυα που όμως, αντί να τον μειώνουν, τον κάνουν ακόμη πιο έντονο. (Βρήκα το ρώσικο κείμενο. Στο find του firefox έβαλα τη λέξη слез, δάκρυ, και τη βρήκα 40 φορές ακριβώς, σε διάφορες πτώσεις. Στον πληθυντικό, слезы, δάκρυα, 15 φορές. Είχα παλιά ένα μεράκι με την κειμενογλωσσολογία, ελπίζω να μου ξανάλθει κάποια στιγμή).
  «… ένα ζεστό φιλί διαρκείας του φλόγισε τα χείλη…» (σελ. 24). Αμφιβάλλω αν υπάρχει  παρόμοια σκηνή σε μεταγενέστερο έργο  του Ντοστογιέσκι.
  Αυτός είναι ένας άγνωστος Ντοστογιέφσκι. Δίπλα σ’ αυτόν όμως υπάρχει και ο γνωστός, με τους  ταπεινωμένους  και καταφρονεμένους ήρωές του, τους μοναξιασμένους, που ηδονίζονται μαζοχιστικά μέσα στην ταπείνωσή τους. Ένας τέτοιος είναι και ο Όρντινοφ, που ο Ντοστογιέφσκι μάς τον παρουσιάζει τόσο διεξοδικά που νομίζουμε πως ξεφεύγει αρκετά από την οικονομία του έργου. Όμως  ο Ντοστογιέφσκι αρέσκεται τόσο στην προσωπογράφηση όσο και στην αφήγηση. Γιατί δεν χρειαζόταν, πιστεύουμε, ένα τόσο λεπτομερές πορτραίτο του ήρωά του για να δεχθούμε «κατά το εικός και το αναγκαίον» τον έρωτά του για την Κατερίνα, έρωτα «με την πρώτη ματιά», που τον οδήγησε σε μια απεγνωσμένη αναζήτησή της.  Όταν τη βρίσκει μαζί με το γέρο σύζυγό της, ζητάει να υπενοικιάσει μια κάμαρα στο διαμέρισμά τους. Αυτή, που έχει εν τω μεταξύ τσιμπηθεί μαζί του, πιέζει τον άντρα της να δεχθεί. Αυτός δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά και έτσι ο Όρντινοφ μετακομίζει στο σπίτι τους.
  Όμως τι του βρήκε; Όπως τον περιγράφει ο Ντοστογιέφσκι πιο πριν, δεν θα τον έλεγε κανείς  ακριβώς ερωτεύσιμο. Μήπως στην αναβροχιά (ο σύζυγός της είναι γέρος)….
  Τίποτα  τέτοιο. Το τι συμβαίνει το μαθαίνουμε μόλις στο τέλος, για να μην καταστραφεί εντελώς η εντύπωση από τις προηγούμενες σελίδες: η γυναίκα  είναι τρελή. Αγαπάει τον Όρντινοφ, αλλά είναι και εξαρτημένη από τον σύζυγό της. Ο Ορντίνοφ  σκυλιάζει που τη βλέπει να τον κοιτάζει με έναν «ερωτικό θαυμασμό». Τον αγαπάει και αυτόν, αλλά δεν θα του κάτσει –δεν τον βλέπουμε εξάλλου να το επιχειρεί-αλλά τον θέλει σαν αδελφό, πράγμα που κατά τα άλλα δεν την εμποδίζει να έχει απέναντί του τη συμπεριφορά μιας πολύ ερωτευμένης γυναίκας. Ο άντρας της αποκαλύπτει στον Ορντίνοφ ότι η Κατερίνα είναι τρελή, ότι η ιστορία που του έχει αφηγηθεί για το παρελθόν της είναι απλή φαντασίωση, και καλά θα κάνει να μην την ξαναενοχλήσει. Όταν μετά  από δυο  βδομάδες τολμάει να επιστρέψει στο σπίτι τους, μαθαίνει ότι έφυγαν και  αυτοί σχεδόν αμέσως. Ο γέρος πονηρός, δεν θα το ρίσκαρε να μείνουν.
  Όσο για το διήγημα «Ο τίμιος κλέφτης», ο τίτλος τα λέει όλα. Ο Ντοστογιέφκσι μιλάει  για έναν φουκαρά που έκλεψε το παντελόνι  του ευεργέτη του για  να πιει.  Το αρνείται. Θα φύγει νιώθοντας ντροπιασμένος. Θα επιστρέψει πολύ αργότερα, και, ετοιμοθάνατος πια, θα ομολογήσει την κλοπή και θα ζητήσει τη συγνώμη του ευεργέτη του.
  Διαβάζουμε:  «…παράγγειλε μεζέδες, διάταξε να φέρουν ρακί…» (σελ. 33).
  «Διάταξε». Στα αγγλικά order. Και μόνη της αυτή η λέξη τοποθετεί  στο περίπου χρονολογικά τη μετάφραση. Στην Κρήτη, όταν ήμουν μικρός, λέγαμε «να διατάξουμε» αντί «να παραγγείλουμε».
  Διαβάζουμε: «Διάλεξε κατά προτίμηση τους περιπάτους του την ώρα  του σούρουπου…» (σελ. 78). Το να περπατήσεις εκείνα τα χρόνια  ήταν μέσα  στην καθημερινότητα των περισσότερων ανθρώπων. Ξέρουμε για τους μακρινούς περιπάτους του Νίτσε. Σήμερα, εκτός  από αυτούς που έχουν κάνει εγχείρηση καρδιάς ή έχουν πάθει έμφραγμα, ελάχιστοι περπατούν. Κάποιοι άλλοι κάνουν jogging. Μεγαλύτερη άθληση στη μονάδα του χρόνου, που δεν πρέπει να σπαταλιέται άσκοπα.
  Παλιά περπατούσα. Τώρα πηγαίνω κολυμβητήριο. Αν κλείσει το κολυμβητήριο της Γκράβας, όπως φημολογείται, θα ξαναρχίσω  να περπατάω.
  Διαβάζουμε: «Λένε πως τα βιβλία παλαβώνουν τον άνθρωπο» (σελ. 23).
  Έχω μειώσει κι εγώ τους ρυθμούς των βιβλιοπαρουσιάσεων. Καλού κακού…
  Αυτά για τον Ντοστογιέφσκι. Θα επανερχόμαστε κατά καιρούς.

Φ. Ντοστογιέφσκι, Εγώ, ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (μετ. Πάνος Σταθόγιαννης) Printa 2011, σελ. 333

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

  Ο Ντοστογιέφσκι αυτοβιογραφούμενος μέσα από την αλληλογραφία του και το ημερολόγιό του

  Να ξεκινήσουμε με τον μεταφραστή: Ο Πάνος Σταθόγιαννης όχι μόνο μεταφράζει από τα ρώσικα, και πολύ καλά μάλιστα, αλλά επί πλέον γράφει την εισαγωγή και, το πιο σημαντικό, κάνει την επιλογή των κειμένων. Τα κείμενα αυτά προέρχονται στο μεγαλύτερο μέρος τους από την αλληλογραφία του Ντοστογιέφσκι και από το «Ημερολόγιο του συγγραφέα». Η αλληλογραφία του περιέχεται κυρίως στο πρώτο μέρος που επιγράφεται «Βίος και πολιτεία» και έχει αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, ενώ στο δεύτερο μέρος, «Κρίσεις και στοχασμοί», τα κείμενα προέρχονται στη συντριπτική τους πλειοψηφία από το «Ημερολόγιο του συγγραφέα».
  Στο πρώτο μέρος μας παρέχεται σχεδόν μια πλήρης βιογραφία του μεγάλου ρώσου μυθιστοριογράφου, με ελάχιστα βιογραφικά κενά. Και το πιο σημαντικό είναι ότι ξεπερνάει την αυτοβιογραφία, όπου ο αυτοβιογραφούμενος όταν γράφει έχει πάντα στο μυαλό του τον αποδέκτη-αναγνώστη, ενώ στην αλληλογραφία του, και μάλιστα όταν απευθύνεται σε εντελώς οικεία πρόσωπα, είναι εντελώς εξομολογητικός. Αναρωτιέμαι αν ο Ντοστογιέφσκι θα ήταν τόσο εξομολογητικός αν ήξερε ότι τις επιστολές του θα τις διάβαζαν κάποια μέρα εκατομμύρια αναγνώστες.
  Ξέρουμε ότι ο Ντοστογιέφσκι ήταν τζογαδόρος, και ότι στον «Παίχτη» περιγράφει προσωπικές εμπειρίες. Όμως την τραγικότητα αυτού του πάθους μόνο μέσα από την αλληλογραφία του μπορεί να τη νοιώσει κανείς. Σε ένα γράμμα στη γυναίκα του, στις 12/24 Μαῒου 1867 γράφει.
  «Άνια, αγαπημένη, φίλη, σύζυγε, συγχώρησέ με, μη με πεις παλιάνθρωπο! Είμαι εγκληματίας, έπαιξα κι έχασα όλα όσα μου έστειλες, όλα, ως την τελευταία δεκάρα. Χτες τα έλαβα κι αμέσως πήγα και τα έπαιξα» (σελ. 104).
  Διαβάζοντας το παρακάτω απόσπασμα, σε επιστολή γραμμένη στις 24 Σεπτεμβρίου/ 6 Οκτωβρίου της ίδιας χρονιάς, σου έρχεται να γελάσεις και να κλάψεις ταυτόχρονα.
  «Άνια, ακριβή μου, είμαι χειρότερος κι από το χειρότερο ζώο! Χτες, γύρω στις δέκα, κέρδιζα 1300 φράγκα. Σήμερα είμαι χωρίς δεκάρα τσακιστή. Τέλος! Έπαιξα κι έχασα τα πάντα! Κι όλα αυτά επειδή εκείνος ο παλιάνθρωπος λακές του Hôtel de Bains δεν με ξύπνησε εγκαίρως, όπως είχα αφήσει παραγγελία, για να φύγω στις έντεκα για τη Γενεύη. Κοιμήθηκα μέχρι τις έντεκα και μισή. Δεν είχα τι να κάνω, το επόμενο τραίνο ξεκινούσε στις πέντε, έτσι γύρω στις δύο πήγα στη ρουλέτα και έπαιξα τα πάντα, τα πάντα» (σελ. 112).  Οι βιογραφίες συνήθως «λειαίνουν» τις οξείες γωνίες, και οι αυτοβιογραφίες το ίδιο, όμως στην αλληλογραφία βρίσκεται κανείς πιο έκθετος.
  Ξέρουμε ότι στήθηκε με τους συντρόφους του μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, σε μια ύστατη τιμωρία, για να τους ανακοινώσουν στη συνέχεια ότι ο τσάρος τους έδωσε χάρη. Όμως άλλο πράγμα είναι να διαβάζεις τον ίδιο τον Ντοστογιέφσκι να αφηγείται αυτές τις συγκλονιστικές στιγμές σε μια επιστολή του και άλλο να τις διαβάζει σε μια βιογραφία. Ο Ντοστογιέφσκι στην εξιστόρηση αυτής της «οριακής» εμπειρίας είναι συγκλονιστικός. Το ίδιο συγκλονιστικός είναι και στην περιγραφή των συνθηκών κάτω από τις οποίες έζησε στη Σιβηρία όπου στάλθηκε εξόριστος για τέσσερα χρόνια.
  Βέβαια τις περιγράφει και στο «Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων». Όμως δεν μπορούμε ποτέ να είμαστε σίγουροι για το πόσο ακριβείς μπορεί να είναι αυτές οι περιγραφές, αφού εξάλλου πρόκειται για μυθιστόρημα. Και στο μυθιστόρημα τα πραγματικά στοιχεία με τα φανταστικά πλέκονται αξεδιάλυτα, σε τέτοιο βαθμό που να μην ξέρεις ποιο είναι το πραγματικό και ποιο το φανταστικό. Σε σχέση με αυτό το πρόβλημα το παρακάτω απόσπασμα είναι πολύ αποκαλυπτικό.
  «Πριν δεκαπέντε χρόνια έγραψα τις «Σημειώσεις από το σπίτι των πεθαμένων» εξ ονόματος ενός φανταστικού ήρωα, εγκληματία, ο οποίος τάχα είχε σκοτώσει τη γυναίκα του. Θα προσθέσω μόνο μια λεπτομέρεια-πολύς κόσμος από τότε θεωρεί και ισχυρίζεται ότι πήγα εξορία επειδή σκότωσα τη γυναίκα μου» (σελ. 170).
  Στις δημοκρατίες που ζούμε σήμερα, όσο διεφθαρμένες και αν είναι, έχουμε δυο πράγματα εξασφαλισμένα: Δεν κινδυνεύουμε να βρεθούμε από τη μια μέρα στην άλλη φυλακή για τις πεποιθήσεις μας, και δεν υπάρχει λογοκρισία σ’ αυτά που γράφουμε. Όμως στην τσαρική Ρωσία τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ο Ντοστογιέφσκι παραπονιέται συχνά στα γράμματά του για τη λογοκρισία, ενώ σε ένα από αυτά γράφει χαρακτηριστικά.
  «Μιλούσα για τη λογοκρισία και την απροσμέτρητη αυστηρότητά της στην εποχή μας… Θλίβομαι πολύ όταν ακούω ότι ένα έργο απαγορεύεται όχι επειδή βρήκαν μέσα του κάτι φιλελεύθερο ή αντίθετο προς την ηθική, αλλά επειδή, για παράδειγμα, η τάδε νουβέλα ή το δείνα μυθιστόρημα έχουν λυπητερό τέλος ή επειδή εμφανίζεται κάπου μια πολύ σκοτεινή εικόνα της κοινωνίας, αν και η εικόνα αυτή δεν προσάπτει κατηγορίες σε κανέναν και δεν θεωρεί κανέναν ύποπτο, και παρόλο που η περιγραφόμενη τραγωδία μπορεί να προκλήθηκε εντελώς τυχαία ή οι αιτίες της να ήταν εξωγενείς» (σελ. 37).
  Σκέφτομαι ότι σήμερα, με τον τεράστιο αριθμό βιβλίων που κυκλοφορούν κάθε χρόνο, αν υπήρχε λογοκρισία θα έπρεπε να στελεχώνεται η αντίστοιχη υπηρεσία από πάρα πολλούς υπαλλήλους για να μπορούν να διεκπεραιώνουν τη δουλειά. Θα ήταν μια λύση στο πρόβλημα της ανεργίας. Εκτός και αν έμεναν συγγραφείς και εκδότες στο περίμενε, όπως οι συνταξιούχοι με το εφάπαξ.   
  Σήμερα ένα καλό μυθιστόρημα το αγκαλιάζουν σχεδόν πάντα με ενθουσιασμό, όμως παλιά τα πράγματα δεν ήταν έτσι. Διαβάζουμε:
  «Κυκλοφόρησαν σε βιβλίο οι «Φτωχοί». Πω, πω, αδελφέ μου! Με τι κακία τους επιτέθηκαν όλοι! Στην Ιλιουστράτσια δεν διάβασα κριτική, αλλά σκέτες βρισιές. Στη Σεβέρναγια πτσελά γράφτηκε ένας διάολος ξέρει τι. Όμως εγώ θυμάμαι πώς υποδέχτηκαν τον Γκόγκολ, κι όλοι ξέρουμε τι υποδοχής έτυχε ο Πούσκιν» (σελ. 29).   
  Όμως και αυτός επηρεάζεται από τις αρνητικές κριτικές, σε βαθμό μάλιστα υπερβολής. «Σχετικά με τις αδυναμίες του (του «Ηλίθιου»), τώρα, είμαι απολύτως σύμφωνος με όλους τους επικριτές του. Και το κυριότερο-οργίζομαι τόσο πολύ με τον εαυτό μου γι’ αυτές του τις αδυναμίες, που έτσι μου ’ρχεται να γράψω κι εγώ μια κριτική εναντίον μου» (σελ. 129).
  Αλλά και αυτός δεν πάει πίσω. Δεν εκτίθεται βέβαια με βιβλιοκριτικές στον τύπο, όμως γράφει ότι την Άννα Καρένινα τη βρίσκει ανιαρή, ενώ για τον Πόλεμο και Ειρήνη είναι αντιφατικός: «Πρέπει να είναι έργο κεφαλαιώδους σημασίας. Κρίμα που έχει τόσες πολλές ασήμαντες λεπτομέρειες ψυχολογικού χαρακτήρα. Μακάρι να ήταν λιγότερες. Αν και η ομορφιά του οφείλεται ακριβώς σ’ αυτές τις λεπτομέρειες» (σελ. 118). Αλλού παραπονιέται ότι οι εκδότες πλήρωσαν τον Τολστόι πεντακόσια ρούβλια το τυπογραφικό για την Άννα Καρένινα «ενώ εμένα ούτε 250 ρούβλια το τυπογραφικό δεν ήθελαν να μου δώσουν. Του Λ. Τολστόι, όμως, του έδωσαν με προθυμία 500! Όχι, με εκτιμούν ελάχιστα, γιατί ζω μόνο από τη δουλειά μου» (σελ. 158-159). Βέβαια, αυτό το διάβασα παλιά, και ο Τολστόι κάποια φορά δεν εκφράστηκε καθόλου κολακευτικά για το έργο του Ντοστογιέφσκι, και μάλιστα θυμάμαι ότι ήταν ιδιαίτερα οξύς στους χαρακτηρισμούς του. Επαγγελματικές αντιζηλίες. Πάντως αργότερα ο Ντοστογιέφσκι φαίνεται να άλλαξε γνώμη για τον Τολστόι.
  Είναι περίεργο που μόνο μια φορά αναφέρεται στον Μπαλζάκ. Τον Σταντάλ και τον Φλωμπέρ τους αγνοεί (γεννήθηκε την ίδια χρονιά με τον Φλωμπέρ, το 1821, και πέθανε ένα χρόνο αργότερα απ’ αυτόν, το 1881), ενώ τον Ζολά τον απορρίπτει κατηγορηματικά. Αντίθετα μιλάει αδιάκοπα για την Βίκτορα Ουγκώ.   
  Και πάλι η σύμπτωση: «Οι χειρότερες ώρες μου είναι όταν νυχτώνει» (σελ. 39) και «Τα βράδια, όταν σουρουπώνει, τις ώρες που συνήθως κινούσα για να έρθω σπίτι σας, με έπιανε τέτοια θλίψη που αν ήμουν λίγο πιο συναισθηματικός θα έβαζα τα κλάματα» (σελ. 52). Στο «Νορβηγικό δάσος» του Μουρακάμι που διάβασα πρόσφατα υπάρχει το εξής απόσπασμα, που το περιέλαβα μάλιστα στη βιβλιοκριτική που ανάρτησα γι’ αυτό πριν οκτώ μέρες:
  «…την ανατριχίλα που με κυρίευε. Συνήθως ένοιωθα έτσι στη δύση του ήλιου. Στο αμυδρό φως του δειλινού, με το απαλό άρωμα της μανόλιας στον αέρα, η καρδιά μου σφιγγόταν απροειδοποίητα και ριγούσε. Προσπαθούσαν να κλείσω τα μάτια, να σφίξω τα δόντια και περίμενα να περάσει. Και περνούσε-αλλά αργά, χρειαζόταν το χρόνο της, αφήνοντας ένα βουβό πόνο στο πέρασμά της» (σελ. 397).
   Πολλές φορές στην αλληλογραφία του ο Ντοστογιέφσκι αναφέρει πώς ο συγγραφέας πρέπει να επεξεργάζεται συνεχώς τα κείμενά του «Η μεγαλύτερη ικανότητα του συγγραφέα είναι η ικανότητά του να διαγράφει. Όποιος μπορεί και έχει τη δύναμη να διαγράφει τα δικά του, αυτός θα φτάσει μακριά. Όλοι οι μεγάλοι συγγραφείς έγραφαν εξαιρετικά πυκνά. Και το κυριότερο-να μην επαναλαμβάνουμε το ήδη ειπωμένο ή αυτό που είναι ήδη δεδομένο για όλους» (σελ. 216).  Επίσης γράφει: «Ο Γκόγκολ έγραφε τις Νεκρές ψυχές οκτώ ολόκληρα χρόνια. Οτιδήποτε έχει γραφεί μια κι έξω είναι ανώριμο» (σελ. 201).  Παραδέχεται ωστόσο ότι «…τα εμπνευσμένα μέρη βγαίνουν με τη μία, σαν ομοβροντία, ενώ το υπόλοιπο είναι μια πάρα πολύ δύσκολη δουλειά» (σελ. 190).
  Κάπου αλλού γράφει:
  «Οι ταλαντούχοι συγγραφείς μας Τολστόι και Γκοντσάροφ οι οποίοι με υψηλή καλλιτεχνικότητα περιέγραψαν την (οικογενειακή) ζωή των μεσαίων στρωμάτων, θεωρούσαν ότι περιέγραφαν τη ζωή της πλειονότητας. Κατά την άποψή μου, ακριβώς αυτοί ήταν που περιέγραψαν τη ζωή των εξαιρέσεων. Αντίθετα, ενώ η ζωή τους είναι η ζωή των εξαιρέσεων, η δική μου ζωή είναι ζωή του γενικού κανόνα. Σε αυτό θα πειστούν οι επόμενες γενιές, οι οποίες θα είναι πιο αμερόληπτες, και θα αποδειχτεί ότι έχω δίκιο. Πιστεύω σ’ αυτό» (σελ. 237-238). 
  Νομίζω πράγματι ότι ο Ντοστογιέφσκι, ο «μεγάλος ψυχολόγος», διαβάζεται περισσότερο από τον Τολστόι, αλλά πιστεύω όχι για αυτό το λόγο. Ενώ οι ήρωες του Τολστόι σφύζουν από ψυχική υγεία, οι ήρωες του Ντοστογιέφσκι είναι λίγο πολύ ψυχοπαθητικές προσωπικότητες, μέσα στους οποίους ο σύγχρονος άνθρωπος μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του.
  Και ένα ακόμη απόσπασμα:
  «Δεν υπάρχει άνθρωπος που να επαναλαμβάνει συχνότερα από τον Ρώσο: «Δεν με νοιάζει τι θα πουν για μένα» ή «Δεν μ’ ενδιαφέρει καθόλου η κοινή γνώμη», και δεν υπάρχει άνθρωπος που να φοβάται και να τρέμει περισσότερο από τον Ρώσο για το τι θα πουν ή θα σκεφτούν γι’ αυτόν» (σελ. 264). Αυτό, όπως μας είπε πριν λίγες μέρες σε μια παρέα ο φίλος μου ψυχίατρος και ποιητής Μανώλης Πρατικάκης μιλώντας για μια παρόμοια περίπτωση, είναι ψυχολογικό σύνδρομο και ονομάζεται, αν θυμάμαι καλά, «έκφραση δια του αντιθέτου».
  Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το δεύτερο μέρος. Από το ίδιο μέρος είναι και το παρακάτω απόσπασμα.
  «Ο Γκόγκολ …σε εκείνα τα σημεία των Νεκρών ψυχών όπου σταματάει να είναι δημιουργός κι αρχίζει να στοχάζεται εξ ονόματός του είναι κυριολεκτικά αδύναμος και ούτε καν χαρακτηριστικός».
  Πολλές φορές από τα στόματα μυθιστορηματικών ηρώων ακούμε σκέψεις και στοχασμούς που δεν συμμεριζόμαστε, όμως αυτό δεν μας ενοχλεί, είτε διότι είμαστε σίγουροι πως δεν πρόκειται για ιδέες του συγγραφέα, είτε γιατί δεν μπορούμε να είμαστε ποτέ σίγουροι ότι τις συμμερίζεται. Τι γίνεται όμως όταν οι ιδέες αυτές εκτίθενται ως απερίφραστα δικές του;
Αυτή είναι η περίπτωση με το «Ημερολόγιο του συγγραφέα», και γενικά όλο το δεύτερο μέρος. Εκεί βλέπουμε έναν Ντοστογιέφσκι αντισημίτη, αν και, θα το ξαναγράψω, ο αντισημιτισμός ήταν διάχυτος μέχρι το Ολοκαύτωμα (Θα παραθέσω ξανά το στίχο του Καρυωτάκη «Λευτεριά, λευτεριά θα σ' αγοράσουν/ έμποροι και κονσόρτσια και εβραίοι»). Επίσης βλέπουμε έναν Ντοστογιέφσκι φονταμενταλιστή ορθόδοξο χριστιανό που μιλάει συνεχώς για τον Χριστό και την αθανασία της ψυχής, ενώ πιστεύει ότι «Στην πραγματικότητα ο καθολικισμός δεν είναι πλέον χριστιανισμός, έχει μετεξελιχθεί σε ειδωλολατρία, ο δε προτεσταντισμός με γιγαντιαία βήματα προχωράει προς την αθεῒα» (σελ. 321). Ακόμη ο φονταμενταλισμός αυτός αναμιγνύεται με έναν άκρατο εθνικισμό, που μας αφορά. Ο Σταθόγιαννης κάνει νύξη στην εισαγωγή, και ήμουν περίεργος να διαβάσω τα σχετικά αποσπάσματα. Παραθέτω λοιπόν.
  «Η Κωνσταντινούπολη πρέπει να γίνει δική μας, εμείς, οι Ρώσοι, πρέπει να την πάρουμε από τους Τούρκους και να την κάνουμε για πάντα δική μας. Πρέπει να ανήκει μόνο σ’εμάς… Οι Έλληνες θα παρακολουθούν με φθόνο τις καινούριες σλάβικες αρχές στην Κωνσταντινούπολη, θα μισήσουν τους Σλάβους και θα τους φοβούνται ίσως περισσότερο απ’ όσο προηγουμένως τους μουσουλμάνους» (σελ. 313-314).
  Υπάρχουν κι άλλα αποσπάσματα πάνω σ’ αυτή την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Ρώσους, όμως θα σταματήσω εδώ, για να μην μισήσουμε τον Ντοστογιέφσκι.


Post a Comment