Book review, movie criticism

Monday, April 2, 2018

Ρέα Γαλανάκη, Δυο γυναίκες δυο θεές


Ρέα Γαλανάκη, Δυο γυναίκες δυο θεές, Καστανιώτης 2017, σελ. 214


Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

  Δυο εξαιρετικές νουβέλες για τον Χαλεπά και την Αριάδνη από τη μεγάλη μας λογοτέχνιδα

  Η Ρέα Γαλανάκη έχει τιμηθεί με διάφορα βραβεία, ενώ το μυθιστόρημά της «Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά», διαβάζω στο αυτί του βιβλίου, είναι το πρώτο ελληνικό μυθιστόρημα που εντάχθηκε από την Ουνέσκο στην UNESCO Collection of Representative Works το 1994.
  Είναι όντως ένα αντιπροσωπευτικό έργο, σε ένα ύφος που δεν μπορεί να επαναληφθεί, όπως και ο «Οδυσσέας» του Τζόυς. Βρίσκεται στο σύνορο, στην αποστρατικοποιημένη περιοχή μεταξύ ποίησης και πεζογραφίας, πριν η Γαλανάκη περάσει οριστικά στην πεζογραφία.
  Έχω γράψει για τα περισσότερα βιβλία της Ρέας Γαλανάκη, έξι τον αριθμό, και συγκεκριμένα: «Πλην εύχαρις», «Τα ορυκτά», «Ελένη ή ο κανένας» (εδώ αναφέρομαι περιληπτικά και στα αμέσως προηγούμενά της), «Ο αιώνας των Λαβυρίνθων», «Ένα σχεδόν γαλάζιο χέρι» και «Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα». Σειρά έχουν σήμερα οι «Δυο γυναίκες, δυο θεές».
  Οι δυο γυναίκες, που είναι και θεές, βρίσκονται σε δυο νουβέλες. Η μια έχει τίτλο «Αθηνά βοσκοπούλα» και η δεύτερη «Εγώ, η Αριάδνη». Στην πρώτη ο τίτλος είναι προσχηματικός για να μας αφηγηθεί η Γαλανάκη τον βίο του Γιαννούλη Χαλεπά, έναν ακόμη απ’ τους βίους που έχει διηγηθεί. Εδώ χρησιμοποιεί μια όχι και τόσο συνηθισμένη αφηγηματική τεχνική, το εφέ της αποστροφής, όπου αποδέκτης της αφήγησης είναι ο ίδιος ο Γιαννούλης Χαλεπάς. Όσο για την Αθηνά βοσκοπούλα, είναι ένα από τα έργα του, στο οποίο ο Χαλεπάς παρουσιάζει την Αθηνά όχι όπως την ξέρουμε από τα αγάλματα που έχουν σωθεί με τις συμβάσεις τις κλασικής παράδοσης, με το δόρυ και την περικεφαλαία, αλλά σαν μια βοσκοπούλα με κεφαλομάντηλο και με ένα αρνάκι να τρίβεται στα πόδια της. Είναι το μοναδικό έργο του Χαλεπά που σώθηκε από τα χρόνια του εγκλεισμού του στο ψυχιατρείο, ούτε 60 εκατοστά στο ύψος.
  Δεν έχει εγκαταλείψει το ποιητικό της ύφος η Γαλανάκη. Στο κείμενο θα συναντήσουμε αρκετές ποιητικές μεταφορές και εικόνες, ενώ με συχνούς αναστοχασμούς μας μεταδίδει την συγκίνησή της για τον Ζωγράφο, που μια άτυχη αγάπη και μια βεβαρυμμένη κληρονομικότητα έβαλε τέρμα στην πρώτη φάση της δημιουργίας του, για να τον οδηγήσει τελικά για σχεδόν δεκατέσσερα χρόνια στο ψυχιατρείο της Κέρκυρας, πριν τον πάρει πίσω η μητέρα του μετά το θάνατο του πατέρα του, για να ζήσει μια ζωή περιθωριακή, δουλεύοντας σαν βοσκός αλλά και σαν γλύπτης, με τον πηλό πια. Θα γνωρίσει την αναγνώριση, έχοντας όμως μια ζωή πίσω του γεμάτη βάσανα και πόνο.
  Γιατί με πηλό;
  «Στο κάτω-κάτω κι ο Θεός, καταπώς λέγανε οι Γραφές, έτσι έφτιαξε τον άνθρωπο: με πηλό, με νερό και με έμπνευση, για να κάνει τον κύκλο του, να φθαρεί και να πεθάνει. Για να μην αποκτήσει ακαμψία, την αναίδεια μιας μαρμάρινης αθανασίας» (σελ. 88).
  Όμως να παραθέσω ένα ακόμη απόσπασμα, το οποίο προσυπογράφω απόλυτα.
  «…αναρωτιέμαι αν η βαθιά προσωπική σχέση του δημιουργού με το έργο του είναι η πεμπτουσία της τέχνης. Αν εκεί τελειώνουν όλα. Κι αν όσα έρχονται μετά, η δημόσια λειτουργία ενός έργου δηλαδή, η εμπορική του διάσταση, οι μεσολαβητές, η απόρριψη και ο έπαινος, η δόξα ή η λησμονιά, αν όλα τούτα είναι εντέλει περιττά, περιοριστικά, ακόμη κι ενοχλητικά για τη δημιουργία αυτήν καθεαυτή» (σελ. 89).
  Στη δεύτερη νουβέλα η Γαλανάκη «ξαναγράφει» το μύθο της Αριάδνης, δίνοντας τη δική της εκδοχή. Σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση η Αριάδνη αφηγείται τα του Θησέα και την εγκατάλειψή της απ’ αυτόν στη Νάξο. Ανάμεσα στα άλλα λέγει:
  «Με αυτό το δήθεν λάθος, να μη σηκώσει τα άσπρα πανιά της νίκης του, με αυτό το τόσο φτηνό κόλπο, σκόπευε να σκοτώσει το βασιλιά κύρη του, ώστε, μόλις επέστρεφε στην πόλη του, να λάβει ως έπαθλο τον άδειο θρόνο της Αθήνας» (σελ. 136).
  Ο Φρόιντ ίσως ανακάλυπτε τα ίχνη ενός οιδιπόδειου συμπλέγματος, όμως κι εγώ πιστεύω ότι ήταν καθαρά φιλοδοξία.
  Όχι, δεν το βάζει κάτω, δεν αφήνει τον πόνο από την προδοσία του Θησέα να τη συντρίψει.
  «Ήμουν μέχρι χθες, και θα ξαναγίνω, η πριγκίπισσα Αριάδνη, η ιέρεια όλων των νημάτων και των μυστικών τους στην υφαντική» (σελ. 145).
  Μου έρχεται στο μυαλό μια ακόμη βασιλοπούλα-ιέρεια, η «Σαλαμπό», που όμως αυτή δεν την πρόδωσε ο αγαπημένος της.
  «Ο θεός Διόνυσος έρχεται προς τη μεριά μου την ώρα που πανηγυρίζουν με ελαφρότητα και πλάνη οι νικητές στη Δήλο… Ο θεός Διόνυσος είναι αυτός που θα με ξανασηκώσει, θα με αναστήσει, για να κλείσει έτσι ο κύκλος της πτώσης με την έγερσή μου… Γιοι μας ο Στάφυλος και ο Οινοπέας. Κάποιοι τόποι θα συνεχίσουνε να με λατρεύουν ωσάν μια πάναγνη γυναικεία θεότητα, ως τη σύζυγο του Διόνυσου» (σελ. 187).   
  Διαβάζουμε:
  «Η φλόγα έχει τη δική της μνήμη. Και η μνήμη της φλόγας είναι η στάχτη της» (σελ. 161). Πάρα πολύ όμορφη η μεταφορά, την επαναλαμβάνει λίγες γραμμές πιο κάτω: «…επειδή η στάχτη είναι η μνήμη της φλόγας».
  «Ο τεφρός λαβύρινθος του έρωτα έγραφε τώρα πως η αδελφή μου ποτέ δεν θα τον αγαπούσε όπως εγώ» (σελ. 167). Διακειμενικά παραπέμπει στον «Ιππόλυτο» του Ευριπίδη και στη «Φαίδρα» του Ρασίν.
  Το βιβλίο κλείνει με ένα επίμετρο, στο οποίο η Γαλανάκη αφηγείται την περιπέτειά της και την αναμέτρησή της με την πρόκληση να αφηγηθεί τη ζωή του Χαλεπά και της Αριάδνης. Στο επίμετρο αυτό γράφει για την Αριάδνη.
 «Η Αριάδνη ήταν, λοιπόν, για μας η πιο «κανονική», κι ίσως η πιο αγαπητή. Αρκετά κορίτσια βαφτιζόντουσαν στο Ηράκλειο με το όνομά της, ενώ δεν θυμάμαι καμιά να έχει βαφτιστεί Πασιφάη ή Ευρώπη, χωρίς αυτό να εξηγείται ικανοποιητικά μόνο από το γεγονός ότι το όνομα «Αριάδνη» είχε ενταχθεί στο χριστιανικό εορτολόγιο» (σελ. 205).
  Μια από τις αδελφές του παππού μου βαφτίστηκε στο χωριό της μάνας μου, στο Κεντρί (Ιεράπετρα) Αριάδνη, αλλά σαν παντρεμένη έζησε στο Ηράκλειο. Της έχω αφιερώσει μια από τις «Εύθυμες κατωχωρίτικες και άλλες ιστορίες μου», την 58η με τίτλο «Το γατάκι». 
  Και, όπως πάντα, καταλήγουμε με τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους που εντοπίσαμε.
Που συνιστούσαν οι γιατροί για την περίπτωσή σας (σελ. 26)
Ένα παιδί αδύναμο και κακοταϊσμένο (σελ. 27)
Σας έφερε να ζήσετε στο τηνιακό σας σπίτι (σελ. 28)
Ακούγατε στο σπίτι σας, από γυναίκες κι άντρες (σελ. 59)
Πετάμε ένα κόκκαλο στον πεινασμένο σκύλο (σελ. 65)
Και δεν διαλέγουμε εμείς αυτά που μας συμβαίνουν (σελ. 82)
Όπως συχνά γινότανε σε τέτοιες περιπτώσεις (σελ. 94)
Η τσατσα-Ρήνη πίστευε από γεννησιμιού της (σελ. 100)
Ούτε κι εγώ τον ήθελα τέτοια στιγμή μπροστά μου (σελ. 143)
Βρήκαμε κάποιο ίσωμα με ένα αλμυρίκι (σελ. 168)

Μπάμπης Δερμιτζάκης
    
 
Post a Comment