Book review, movie criticism

Tuesday, May 29, 2018

Σμαράγδα Μανταδάκη, Η κόρη του Ηριδανού


Σμαράγδα Μανταδάκη, Η κόρη του Ηριδανού, Αρμός 2018, σελ. 209


Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Ένα εξαιρετικό και πρωτότυπο ποίημα-έπος

  Εξαιρετικό το βιβλίο της Σμαράγδας Μανταδάκη, αλλά όχι μόνο: είναι εντελώς πρωτότυπο. Αμφιβάλλω αν έχει γραφεί παρόμοιο βιβλίο.
  Το ότι έχει τη μορφή του έπους (χωρίζεται σε 24 ραψωδίες με προσθήκη τριών επιλογικών) δεν αποτελεί την πρωτοτυπία του, και ο Καζαντζάκης την «Οδύσσειά» του την έγραψε σε μορφή έπους. Όμως ενώ ο Καζαντζάκης έχει ως ήρωά του τον ομηρικό Οδυσσέα και ο στίχος του είναι ο ιαμβικός δεκαεπτασύλλαβος (δεκαεπτασύλλαβοι είναι και οι στίχοι της «Οδύσσειας» αλλά σε δακτυλικό μέτρο), η Μανταδάκη ως ήρωα του έπους της έχει ένα ιστορικό πρόσωπο, τον Άρατο. Στην πρώτη παράγραφο του προλογικού «Σύνοψη του έπους» διαβάζουμε.
  «Ο Άρατος, ποιητής του 3ου προχριστιανικού αιώνα, γεννημένος γύρω στο 310 π.Χ., είναι ο πρώτος που στην ποίησή του μας χάρισε τα ονόματα των αστερισμών με το έργο του Φαινόμενα. Στο έπος αυτό ιστορεί την προσωπική του ιστορία που διαδραματίζεται στον Κεραμεικό της αρχαίας Αθήνας. Ο ίδιος βιώνει το θάνατο της αγαπημένης του με ένα μεταφυσικό ταξίδι από την κοίτη του Ηριδανού ποταμού προς το έναστρο Σύμπαν. Μέσα σε μια φοβερή καταιγίδα που, βάσει ιστορικών στοιχείων, είχε προκαλέσει στην Αθήνα τρομερές καταστροφές, ο Άρατος βρίσκεται να θρηνεί στον τάφο της αγαπημένης του Ησηιόπης, την οποία δηλητηρίασε το περιβάλλον του Ερατοσθένη, του γεωγράφου».
  Ο ίδιος φαίνεται να τρελάθηκε από τη θλίψη του, πριν επιχειρήσει αυτό το ταξίδι.
  Παρεμπιπτόντως υπάρχει και ένας άλλος που τρελάθηκε από έρωτα και έγινε Majnoun (τρελός στα αραβικά), όμως όχι γιατί πέθανε η αγαπημένη του αλλά επειδή οι γονείς της αρνήθηκαν να του τη δώσουν. Η ιστορία τους «Λεϊλά και Μαζνούν» είναι στην Ανατολή τόσο διάσημη όσο είναι στη Δύση η ιστορία του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας,  με τη διαφορά ότι αυτή είναι πραγματικό ιστορικό γεγονός.
  Ο Άρατος, ταξιδεύοντας στο σύμπαν σε αναζήτηση της αγαπημένης του, συναντάει και τον Ορφέα που κατέβηκε στον Άδη για να φέρει πίσω την δική του αγαπημένη, την Ευρυδίκη. Επίσης συναντά και άλλα μυθολογικά πρόσωπα όπως τον Ιάσωνα, την Αλκυόνη, τις Υάδες κ.λπ. Παραθέτω το απόσπασμα για τις Υάδες.
  «Απ’ τη μια κοίτη κι απ’ την άλλη,
κόρες στιλπνές συνόδευαν τη λύπη μου,
πλάσματα του νερού κι αυτά.
Οι Υάδες, ραγδαίος υετός,
βροχή που ανέβαζε απ’ τη μια μεριά του ποταμού την κοίτη.
Κόρες του άτλαντα, δωδωναίες Νύμφες, που τον αδικοχαμένο αδελφό
του Ύαντα θρήνησαν κι άστρα έγιναν ερχόμενες ψηλά στον ουρανό,
τότε που από κάπρου χτύπημα εκείνος πήγε
κι αυτές αρρώστησαν βαριά και χάθηκαν» (σελ. 83).
  Μου είχαν πει ότι οι «Υάδες», η καφετέρια στην ανατολική πλευρά στα Τουρκοβούνια, πήρε το όνομά της από κάποιες μυθολογικές νύμφες, αλλά δεν έψαξα να βρω τι ακριβώς ήταν αυτές. Το έμαθα τώρα διαβάζοντας το βιβλίο της Μανταδάκη.
  Ένα υφολογικό χαρακτηριστικό, ιδιαίτερα μεταμοντέρνο, είναι παράθεση λέξεων υψηλού υφολογικού επιπέδου (αρχαίες κυρίως, αναπόφευκτες λόγω του θέματος) και χαμηλού υφολογικού επιπέδου (πολύ «λαϊκές» θα τις λέγαμε, όπως «ζήση» «ζάφνει» κ.ά. ), δίπλα στις αχαρακτηρίστου υφολογικού επιπέδου λέξεις των τοπικών ιδιωμάτων, κυρίως κρητικών. Παραδείγματα: ετήρα (έβλεπε), εδά (τώρα), ετσά (έτσι), ταχιά (γρήγορα), πολλά (με τη σημασία του πολύ, όπως: πολλά γνωστή. Θυμάμαι πόσο με εξέπληξε αυτό το «πολλά» όταν άκουσα τη μάνα μου να λέει για κάποια γυναίκα ότι είναι «πολλά εγωίστρια»), μαθές (σίγουρα, όπως μου μετέφρασε τη λέξη ο πατέρας μου όταν την συνάντησα στον «Καπετάν Μιχάλη» και τον ρώτησα). Όλες αυτές τις λέξεις τις συναντάμε τουλάχιστον δυο φορές.
  Και βέβαια υπάρχουν και κάποιοι νεολογισμοί, είτε σύνθετες είτε απλές λέξεις, όπως: φλογοβλέμματα (σελ. 49), φλογερόφωτο (σελ. 54) «σπειρηδόν» (σελ. 95) κ.ά.
  Η Μανταδάκη κάποιους στίχους τούς έχει με bold, που θα μπορούσαν να διαβαστούν και ανεξάρτητα, σαν μια μίνι εκδοχή της ιστορίας. Αν δεν είχα υπόψη μου το «Κουτσό» του Χούλιο Κορτάσαρ θα έλεγα ότι και αυτό είναι μια πρωτοτυπία. Στην ανάρτησή μου για το «Κουτσό» γράφω: «ένα άλλο [κεφάλαιο] που για να βγάλεις νόημα πρέπει, όπως μας πληροφορεί η εισαγωγή, να διαβάσεις πρώτα τις μονές γραμμές που είναι η αρχή από το μυθιστόρημα του Γκαλδός Lo prohibido, και μετά τις δεύτερες που είναι ο εσωτερικός μονόλογος του Ολιβέιρα καθώς διαβάζει το βιβλίο».
  Δεν είναι βέβαια ακριβώς το ίδιο, αλλά όμως είναι πολύ παρόμοιο.
  Μπορεί το έργο να έχει τη μορφή του έπους, όμως θα μπορούσε άραγε να τραγουδηθεί, όπως το μεγάλο επικολυρικό ποίημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ο «Ερωτόκριτος»;
  Σίγουρα.
  Θα εξηγήσω γιατί.
  Ο στίχος της Μανταδάκη είναι ο πεζόμορφος ανισοσύλλαβος της σύγχρονης ποίησης. Όμως συχνά διαπερνάται από κανονικό μέτρο, κυρίως τον ίαμβο (θα συναντήσουμε άφθονους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους, τόσους πολλούς που δεν έχει νόημα να τους παραθέσω όλους όπως συνηθίζω) και από ομοιοκαταληξίες, περίπου όλων των ειδών, αν φανταστούμε τους στίχους να χωρίζονται σε στροφές.
  Παραδείγματα:
  «ορκίζομαι πως θα γυρίσω πίσω
σαν το δεντρί που τις ρίζες του πάντα πεθυμά
και πως στο δρόμο τούτο τη δίψα απ’ τους κρουνούς δε θε να σβήσω» (σελ. 66), πλεχτή.
  «μαζί τους για χάρη της φιλίας να τα βάλει.
Έτσι θα γενεί άστρο στα υστερνά κι αυτός,
Ως κι η φωνή μου που απ’ την κομμένη κεφαλή του Ορφέα άδει.
Μα σαν σκιά πάλι από πέταγμα ιερού αετού, την ωδή του σταματά.
Σιμώνει περήφανα και στον ώμο μου πατά» (σελ. 96), σταυρωτή στους τέσσερις πρώτους και ζευγαρωτή στους δυο τελευταίους στίχους.   
  Πολύ συχνά απαντώνται και ψευδοομοιοκαταληξίες, που είναι δηλαδή κατά το ήμισυ ομοιοκαταληξίες, μόνο ως προς το φωνήεν. Η ψευδοομοιοκαταληξία με το «ο» απαντάται με μεγάλη συχνότητα στις ραψωδίες τ και υ. Όμως πιο χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω απόσπασμα με τις συνεχόμενες ψευδοομοιοκαταληξίες του «ο».
  «Τον Ορφέα έχασα, με πήρε παρέκει ρεύμα απατηλό,
τη λύρα του δεν ακούω, να κάνω τίποτε δεν είναι πλέον μπορετό,
μόνο στο νερό σαν βρέφος τυλιγμένο σε πλακούντα συσπειρώμαι, θρηνώ,
κι άλλο δεν έχω παρά να περιμένω να με αδειάσει στον Ωκεανό
με το πρώτο πάλι φως κάποιος φιλεύσπλαχνος καιρός» (σελ. 102).
  Είναι ακριβώς ο στίχος της ραπ. Όσοι δεν ξέρετε τι είναι ραπ μπορείτε να ανατρέξετε στο youtube για να βρείτε δείγματα.
  Ένα ακόμη χαρακτηριστικό κομμάτι ραπ είναι το ποίημα με το οποίο τελειώνει το προοίμιο:
  «Αυτά τα δρώμενα ο ήρωάς μου Άρατος
που το όνομά του άρρητος θα πει
τα ’κρυβε στα Βάθια της καρδιάς του
μα να μιλήσει δεν μπορεί,
κι έναν τρόπο έχει μόνο για να λυτρωθεί
τη λογική να χρήσει
κι έτσι απλά να μου τα ιστορήσει σε στίχους μέσα,
σε ρητά,
μια και ο ποιητής από δω και μπρος
μιλά
κι ως ακολούθως έπεται από δω κι εμπρός
η ακριβή, η δική μου μόνο η ρήση» (σελ. 17)
  Είμαι σίγουρος ότι αν το βιβλίο πέσει στα χέρια ενός ράπερ θα βρει χαρακτηριστικά αποσπάσματα για να τραγουδήσει.
  Πέρα από το ότι είναι πρωτότυπο είναι πολύ καλό βιβλίο, και ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδο.
  Για τους δεκαπεντασύλλαβους που συνηθίζω να παραθέτω στο τέλος, θα παραθέσω μόνο τους παρακάτω, συνεχόμενους, με την παρατήρηση ότι και αλλού η έμπνευση του ιαμβικού δεκαπεντασύλλαβου έλκει τους επόμενους στίχους που γίνονται και αυτοί ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι.
  «Τα βόδια τότε αντίκρισα που γύρω εβοσκούσαν
κι ήταν αστέρια όλα τους που υπέρλαμπρη είχαν όψη.
Σαφράνι φλογερόφωτο το χρώμα στη ματιά τους.
Πλάι στο ρέμα στάθηκα που χύνεται σε αλμύρα.
Ο Βοώτης βγάζει και σκορπά γλυκόφωνο τραγούδι» (σελ. 54)

Μπάμπης Δερμιτζάκης

Post a Comment