Book review, movie criticism

Wednesday, May 9, 2018

Ματθαίος Παχλιτζανάκης, Κρίση ταυτότητας


Ματθαίος Παχλιτζανάκης, Κρίση ταυτότητας, Ιεράπετρα 21ος αιώνας, σελ. 381


Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ιεράπετρα 21ος αιώνας, 10-5-2018

  H «Κρίση ταυτότητας» είναι το τέταρτο βιβλίο του Ματθαίου Παχλιτζανάκη. Προηγήθηκαν οι δυο ποιητικές συλλογές «Σκιαγράφηση συναισθημάτων» και «Χαίρε σύμπαν ασύμπαντο»,  και το διήγημα «Από το αδύνατο στο αδιανόητο». Όλα του τα βιβλία εκδόθηκαν από τον εκδοτικό οίκο «Ιεράπετρα 21ος αιώνας».
  Το έργο χωρίζεται σε δυο μέρη, ενώ προηγείται ένα εκτενές κείμενο που τιτλοφορείται «Υπό τύπο προλόγου από τον συγγραφέα». Το πρώτο μέρος είναι καθαρά αφηγηματικό και η δράση του τοποθετείται στο παρελθόν, περιέχοντας και αυτοβιογραφικά στοιχεία. Στο μεγαλύτερο μέρος του καλύπτει την περίοδο της Χούντας, και ιδιαίτερα τη θητεία του κεντρικού ήρωα στον στρατό.
  Μου θύμισε τον εαυτό μου. Αριστερός και εγώ όπως και αυτός, υπηρετήσαμε ως έφεδροι ανθυπολοχαγοί· όχι για να υπηρετήσουμε τη χούντα αλλά για να βοηθήσουμε εκ των ένδον αν ή όταν χρειαζόταν.
  Το δεύτερο μέρος έχει ένα θεατρικό στήσιμο. Οι χαρακτήρες συζητούν για πολιτικά προβλήματα, και όχι μόνο. Επίσης η δράση του τοποθετείται, όπως και στο έργο του Όργουελ, στο μέλλον. Όμως στο πολύ κοντινό, στο 2020, ενώ το «1984» το χωρίζουν τριανταπέντε χρόνια από τη χρονιά που εκδόθηκε (1949).
  Διαβάζοντας το μυθιστόρημα αυτό μου δημιουργήθηκαν και άλλοι συνειρμοί που έχουν να κάνουν τόσο με δομικά όσο και με θεματικά στοιχεία.
  Να πάρουμε πρώτα τα δομικά στοιχεία.
  Η «Κρίση ταυτότητας» μου θύμισε τους πλατωνικούς διαλόγους. Εδώ ο Παχλιτζανάκης βάζει πέντε πρόσωπα να συνομιλούν πάνω σε πολιτικά κυρίως θέματα. Κεντρικός άξονας στα θέματα αυτά είναι τα θέματα ταυτότητας: ο χρυσαυγίτης, ο αριστερός, ο ομοφυλόφιλος, ο λαθρομετανάστης, η πόρνη. Οι ταυτότητες του αριστερού και του χρυσαυγίτη είναι φονικές, καθώς οδήγησαν σε πρωτοφανείς βανδαλισμούς που είχαν ανθρώπινα θύματα. Και μου δημιουργήθηκε επίσης ο συνειρμός με τις «φονικές ταυτότητες» του Αμίν Μααλούφ. Αυτός αναφέρεται στις θρησκευτικές ταυτότητες και στον ισλαμισμό, θέματα που θίγονται και στο βιβλίο του Παχλιτζανάκη.
  Ένας άλλος δομικός συνειρμός είναι με το «Huis clos», το θεατρικό έργο του Ζαν Πωλ Σαρτρ που στα ελληνικά μεταφράστηκε με τον τίτλο «Κεκλεισμένων των θυρών». Όχι μόνο για το θεατρικό του στήσιμο αλλά και γιατί η πλοκή λαμβάνει χώρα μέσα σε ένα δωμάτιο, όπως και στο έργο του Σαρτρ.
  Ο θεματικός συνειρμός είναι πάλι με ένα θεατρικό έργο του Σαρτρ που έχει τίτλο «La putain respectieuse». Οι σεμνότυφοι μεταφραστές της δεκαετίας του ’60, τότε που ο Σαρτρ πήρε το Νόμπελ και τα βιβλία του άρχιζαν να μεταφράζονται αθρόα στα ελληνικά, το μετάφρασαν σε «Η ευσεβής πόρνη» και «Η πόρνη που σέβεται». Μερικές δεκαετίες όμως αργότερα ο μεταφραστής δεν είχε ενδοιασμό να μεταφράσει το «Mis putas tristes» του άλλου νομπελίστα Γκαμπριέλ Γκαρθία Μάρκες σε «Οι θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου. Όμως ο κειμενογράφος του word εξακολουθεί να είναι σεμνότυφος, τη λέξη «πουτάνα» την υπογραμμίζει σαν λάθος.  Αλλά ο Παχλιτζανάκης δεν είναι σεμνότυφος, και συχνά θα συναντήσουμε τη λέξη «πουτάνα» στο μυθιστόρημα. Ούτε και εγώ είμαι σεμνότυφος και τη χρησιμοποιώ. Ούτε εγώ ούτε ο Παχλιτζανάκης συμμεριζόμαστε τις αρνητικές συνδηλώσεις που συνοδεύουν τη λέξη. Την πουτάνα  την αντιμετωπίζουμε respectieusement, με σεβασμό. Ο Παχλιτζανάκης αναφέρει την Ασπασία αλλά ξεχνάει να αναφέρει τη Θεοδώρα.
  Από τα κύρια πρόσωπα του έργου είναι τρεις πουτάνες που καλύπτουν δυο ιστορικές περιόδους, την περίοδο της δικτατορίας και τη σημερινή: η Λεϊλά, η Μαρία που θα γίνει Μάμα, και η Μπέμπα που το πραγματικό της όνομα είναι Ελένη.
  Ένας συγκρατημένος λυρισμός κυριαρχεί σε όλο το έργο, με τις μεταφορές όμως, τις συγκρίσεις και τις παρομοιώσεις να κυριαρχούν. Σταχυολογούμε:
    «Το συνοφρυωμένο του πρόσωπο άρχισε σιγά-σιγά να φωτίζεται, έτσι όπως το πρωί που ο ήλιος βγαίνει αργά και οι σκιές της νύχτας και το γκρι της αυγής χάνονται» (σελ. 201).
  «Εδώ και σχεδόν δώδεκα ώρες “αγώνα” δεν κατάφεραν να σκοράρουν» (σελ. 38).
  Ο αγώνας είναι τα επεισόδια στα Εξάρχεια, και το σκοράρισμα είναι οι τραυματίες, πιθανόν και οι νεκροί.
  «Μήπως πάμε σαν πρόβατα στη σφαγή για να κρεμάσουν μετά τις σάρκες μας στα τσιγκέλια των κομματικών κρεοπωλείων;» (σελ. 123-124).
  Αυτά για τους κομματικούς οπαδούς.
  «Επανάσταση την είπαν. Και βέβαια ήταν επαναστατικό στο καζίνο, στη ρουλέτα της χούντας ο γκρουπιέρης να μη χάνει ποτέ κι εσύ να ’σαι υποχρεωμένος να παίζεις» (σελ. 128).
  «Χειρότεροι όλοι οι κερδοσκόποι “αντιστασιακοί” που αγόραζαν πατριωτικές μετοχές “στην ξεφτίλα” ή τσάμπα για να τις εξαργυρώσουν αργότερα, στην ανάκαμψη, μετά την πτώση της δικτατορίας που είχε ημερομηνία λήξης, γνωστή σ’ αυτούς, άγνωστη όμως στους λίγους πραγματικούς πατριώτες που δεν θα ζούσαν να την δουν, ή που σακατεμένοι από την αγριότητα της χούντας θα ζούσαν την άλλη, την πιο μεγάλη προδοσία: αυτή της κοινοβουλευτικής δικτατορίας» (σελ. 129).
  Να παραθέσουμε ένα ακόμη απόσπασμα, που δίνει και το ιδεολογικό στίγμα του συγγραφέα.
  «Ο χριστιανισμός επικράτησε, κι ενώ από τη μια μιλούσε για ισότητα κι αδελφοσύνη, ξεκαθάριζε από την άλλη πως ήταν μια ανδρική, κυρίως, υπόθεση. Επέτρεπε, βέβαια στις γυναίκες να καθαρίζουν τα σκαλιά των εκκλησιών, αλλά μέχρις εκεί. Αν προχωρούσαν πιο μέσα θα έπεφταν πάνω στο Άβατο. Για να μην υπάρχει δε καμιά αμφιβολία, στο θρόνο της Αγίας Τριάδας δεν υπήρχε ούτε ένα σκαμνάκι παλιού λεωφορείου για την γυναίκα, όταν παλιότερες θρησκείες, που περιείχαν μεγαλύτερο θρησκευτικό φόβο, όπως η αιγυπτιακή, είχε στην Αγία Τριάδα της την Ίσις Μάρι» (σελ. 115).
  Ξέχασε ο Ματθαίος ένα σκαμνάκι: τα γυναικεία μοναστήρια με τις καλόγριες.
  Και όπως πάντα καταλήγουμε με τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους που έπεσαν στην αντίληψή μας.
Της πόρνης της Μαγδαληνής που μόνο αυτή ξέρει (σελ. 52)
Κι ενώ την ψάχνω από μπροστά θα μου ’ρθει από πίσω (σελ. 71)
Γραμμή στα Λεμονάδικα, στα στέκια του Μουνάκια (σελ. 73)
Σα να ’χει πονοκέφαλο και σιγοψιθυρίζει (σελ. 74)
Κάτι πρέπει να κάνουμε και μάλιστα απόψε (σελ. 78)
Ο δρόμος είναι δύσκολος, δεν ξέρω πού θα βγάλει (σελ. 80)
Η Μάμα πια με τ’ όνομα και όχι η Μαρία (σελ. 127)
Απ’ το μικρό παράθυρο που έβλεπε στο δρόμο (σελ. 127)
Μόνο που δεν με ρώτησαν πού γούσταρα να πάω (σελ. 139)
Έσπρωχναν τα αιματόνερα σε μια μικρή αλάνα (σελ. 143)
Κοιτούσε μια τα μάτια μου και μια το μενταγιόν μου (σελ. 223)
Έχει χάσει το χρώμα της, ίσως και το μυαλό της (σελ. 256)
Με εμφανή τη συστολή και την αιδημοσύνη (σελ. 259)
Και λίγο σάλιο άσπριζε στην άκρη των χειλιών του (σελ. 273)
Κι εσύ είσαι εριστικός με όσα μόλις είπες (σελ. 307)
Παιδιά που οι περισσότεροι δεν θέλουν να διδάξουν (σελ. 322)
Αφού όλοι γνωρίζουμε τι ακριβώς συμβαίνει (σελ. 342)
Το έκανε αναπάντεχα ο ίδιος ο Βασίλης (σελ. 344)
Θέλω να είμαι ελεύθερος και όχι στρατευμένος (σελ. 357)
  Κι ενώ ο Παχλιτζανάκης γράφει ασυνείδητα τόσους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους, σε ένα δίστιχο ο δεύτερος ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος του ξεφεύγει, τον κάνει δεκατετρασύλλαβο. Το παραθέτουμε με δική μας διόρθωση.
Τράβα ρε πούστη το σπαθί κι εγώ τραβώ τη λάμα
Να δούμε ποιου από τους δυο, θα τονε κλάψει η μάνα (σελ. 73)
     

Post a Comment