Book review, movie criticism

Monday, February 9, 2026

Cen Fan, The true story of Ah Q (1982)

 Cen Fan, The true story of Ah Q (1982)

 


  Και με το «The real story of Ah Q» τελειώνω την μικρή ομάδα των δύο ταινιών, μεταφορών διηγημάτων του Lu Xun (Λου Χιουν, με κρητική προφορά). Η άλλη ήταν η ταινία του Sang Hu, «New year’s sacrifice».

  Αν ανοίξετε τον σύνδεσμο της βικιπαίδειας, θα δείτε το όνομα του σκηνοθέτη ως Fan Cen. Αν σας πω ότι το όνομά μου είναι Μπάμπης Δερμιτζάκης, ξέρετε ποιο είναι το όνομα και ποιο το επώνυμο, ακόμη και αν σας το πω ανάποδα. Όμως με τα κινέζικα υπάρχει πρόβλημα. Ο στάνταρ τρόπος είναι πρώτα το επώνυμο και μετά το όνομα, όπως π.χ. Zhang Yimou. Τι γίνεται όμως αν το όνομα είναι μονοσύλλαβο; Για κάποια ξέρω, το Zhang π.χ. είναι πάντα επώνυμο, όμως πολλές φορές δεν ξέρω. Τι κάνω τότε;

  Ακόμα δεν το μαντέψατε; 😉. Ρωτάω την ΑΙ.

  Πριν προχωρήσω θα ήθελα να παραθέσω τρεις παραγράφους από την αρχή του διηγήματος του Lu Xun, που θα επικολλήσω, για την ακρίβεια θα προκολλήσω (νεολογισμός δικός μου, μου υπογραμμίζει τη λέξη σαν λάθος το word) στην αγγλική μετάφραση μιας ανάλογης βιογραφίας που μου μετέφρασε στα αγγλικά το Deep L. και που, με κάποιες ελάχιστες προσθήκες, ταιριάζει γάντι.

  A biographer hungry for glory must find his own genius mirrored by the genius of his subject, both clinging to each other in the quest for immortality, until no one is sure whether the brilliance of the man is celebrated because of the brilliance of the biography, or vice versa. Contrast my own humble fixation – like that of a man possessed – on recording the life of Ah-Q [Α-D]….

  What place could the life of the miserable Ah-Q have next to the glorious, official biographies of the rich and famous installed in our hallowed court histories? Autobiography? I am, incontrovertibly, not Ah-Q. If I were to call my account the stuff of legend, it could legitimately be objected that Ah-Q is no god [though she could have been the model of a Godess]. To ‘[un]authorized biography’, I gave some thought: but where is the authorized version? No president has ever ordered his National Institute of Historical Research to

create such a memorial to Ah-Q. [But I was ordered to].

  But I have no idea what Ah-Q’s [Α-D] surname was.

  Και πάλι θα μιλήσω για εξωκειμενικές αφηγηματικές αναμονές, που, όπως ανέφερα στην προηγούμενη ανάρτησή μου για τους «Lovers» του Tsui Hark, δεν είναι εντελώς απόλυτες αλλά πιθανοκρατικές. Μια και το άλλο διήγημα του Lu Xun είχε unhappy end, υποθέτοντας πάντα ότι δεν θα αλλάξει το τέλος του ο σκηνοθέτης που το μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη, ήμουνα σίγουρος ότι και αυτό θα έχει unhappy end.

  Και, συγκριτολόγος καθώς είμαι, θα πω ότι και τα δυο διηγήματα  έχουν σαν κεντρικό χαρακτήρα μια δυστυχισμένη ύπαρξη. Στο άλλο, μια γυναίκα. Σ’ αυτό εδώ, έναν άντρα. Ελαφρώς καθυστερημένος, αντιμετωπίζει το συνεχές bullying των χωριανών του. Τη γυναίκα τη γνώρισε ο αφηγητής, και μάλιστα το διήγημα ξεκινάει με μια συνάντηση μαζί της, όταν η ζωή της έχει πλησιάσει το τέλος της. Σ’ αυτό, ο «συγγραφέας» δεν τον έχει συναντήσει ποτέ.

  Και η κοινωνική σάτιρα: Ο πλούσιος χωριανός, που έχει σκοτώσει επαναστάτες, πηγαίνει με τους επαναστάτες όταν βλέπει ότι επικρατούν.

  Και για τη δικαιοσύνη των επαναστατών: Δεν βρίσκουν τον πραγματικό κλέφτη, και τον εκτελούν ως δήθεν συνεργάτη, απλά για να δείξουν στον κόσμο ότι ενδιαφέρονται για την τάξη και τη δικαιοσύνη.  

  Το διήγημα είναι πιο σκληρό από την ταινία, με εξαίρεση το τέλος.

  Εξαιρετικός ο Shunkai Yan στο ρόλο του. 7,4 η βαθμολογία της.

  Και ένα πραγματολογικό στοιχείο: την κοτσίδα που είχαν οι κινέζοι τούς την επέβαλαν οι κατακτητές Μαντσού (η τελευταία δυναστεία, που διαδέχτηκε τους ανατραπέντες Ming το 1644). Και από σημάδι υποδούλωσης κατέληξε σε σημάδι εθνικής ταυτότητας. Κάτι ανάλογο έγινε και με εμάς τους κρητικούς.

  Διάβασα κάπου ότι οι μόνοι «επαρχιώτες» που υπερηφανεύονται για την καταγωγή τους είναι οι κρητικοί. Και το -άκης, που τους το επέβαλαν οι τούρκοι ως μειωτικό, έγινε σήμα κρητικής καταγωγής.

 

No comments: